Η θρησκεία είναι το «όπιο του λαού». Για την αντιπαράθεση κυβέρνησης – εκκλησίας

Από την στήλη: «Η ΑΠΟΨΗ ΜΑΣ», Εργατική πάλη Οκτωβρίου

Η ΘΡΗΣΚΕΙΑ ΕΙΝΑΙ ΤΟ «ΟΠΙΟ ΤΟΥ ΛΑΟΥ»

«Η θρησκευτική αθλιότητα είναι ταυτόχρονα η έκφραση της πραγματικής αθλιότητας και η διαμαρτυρία ενάντια στην πραγματική αθλιότητα.

Η θρησκεία είναι ο στεναγμός του καταπιεσμένου δημιουργήματος, η ψυχή ενός κόσμου χωρίς καρδιά, όπως είναι το πνεύμα μη πνευματικών κοινωνικών καταστάσεων. Είναι το όπιο του λαού.

Η κατάργηση της θρησκείας ως της ψευδαισθησιακής ευτυχίας του λαού είναι η απαίτηση της πραγματικής ευτυχίας του. Η απαίτηση να εγκαταλειφθούν οι ψευδαισθήσεις μιας κατάστασης είναι η απαίτηση να εγκαταλειφθεί μια κατάσταση η οποία χρειάζεται τις ψευδαισθήσεις. Η κριτική τής θρησκείας είναι λοιπόν εν σπέρματι η κριτική της κοιλάδας των δακρύων, το ιερό επιφαινόμενο της οποίας είναι η θρησκεία.

Η κριτική μάδησε τις αλυσίδες από τα φανταστικά λουλούδια και τις ξανασκέπασε όχι για να φορέσει ο άνθρωπος αλυσίδες χωρίς φαντασία, αλλά για να πετάξει τις αλυσίδες και να μαζέψει τα ζωντανά λουλούδια.

Η κριτική της θρησκείας καταστρέφει τις αυταπάτες τού ανθρώπου για να σκεφτεί, ενεργήσει, για να πλάσει την πραγματικότητά του σαν ένας άνθρωπος χωρίς αυταπάτες που έφτασε στην ηλικία της λογικής, για να τείνει γύρω από τον εαυτό του, δηλαδή του πραγματικού ήλιου του…».[1]

Αυτό το μικρό απόσπασμα του Μαρξ είναι ο ακρογωνιαίος λίθος της στάσης του μαρξισμού και των μαρξιστικών οργανώσεων στο ζήτημα της θρησκείας. Ο μαρξισμός αντιμετωπίζει όλες τις θρησκείες και πολύ περισσότερο τις εκκλησίες και τα τελετουργικά τους, όλες τις θρησκευτικές οργανώσεις σαν αυτό που πάντοτε ήταν: Κήρυκες του σκοταδισμού, των προλήψεων, της καθυστέρησης και όργανα των κάθε φορά κυρίαρχων τάξεων που χρησιμεύουν για την υπεράσπιση της εκμετάλλευσης, καταπίεσης και αποχαύνωσης των εργαζόμενων και των λαϊκών μαζών, όλων των «από κάτω».

Άμεσος διαχωρισμός κράτους – εκκλησίας

Το θέμα των σχέσεων κράτους και εκκλησίας ήρθε και πάλι στην επικαιρότητα λόγω της πρόθεσης (;) του υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων Φίλη «να αλλάξει τη διδασκαλία» του μαθήματος των θρησκευτικών. Δεν είναι βέβαια πρώτη φορά. Το ζήτημα του μαθήματος των θρησκευτικών και γενικότερα των σχέσεων κράτους και εκκλησίας έρχεται και ξανάρχεται, χωρίς τίποτα να αλλάζει ουσιαστικά. Κάθε φορά η εκκλησία μαζί με τους σφουγγοκωλάριούς της βάζει τις «φωνές» ότι θ’ αλλάξει η «πίστη των Ελλήνων» και αμέσως τα κόμματα και οι πολιτικάντηδες υποχωρούν και δεν προχωρούν ούτε σ’ ένα στοιχειώδες αστικό εκσυγχρονισμό. Έτσι και τώρα ο σφουγγοκωλάριοι Τσίπρας – Φίλης ετοιμάζονται να υποχωρήσουν μπροστά στις φωνές της εκκλησίας για να μην αλλάξει η διδασκαλία του μαθήματος των θρησκευτικών.

Πρέπει να πούμε ότι το μάθημα των θρησκευτικών, όπως διδάσκεται στα σχολεία, έχει μετατρέψει τα τελευταία σε κατηχητικά που κάνουν προσηλυτισμό στη Ορθοδοξία. Αυτό, παρά τη ρητή συνταγματική απαγόρευση ότι «ο προσηλυτισμός απαγορεύεται» (άρθρο 13.2 του Συντάγματος). Όμως αυτή η κατάφωρη καταπάτηση του Συντάγματος δε σταματάει εδώ. Η προσευχή στα σχολεία, οι αναρτημένες εικόνες στις αίθουσες των σχολείων, των δημόσιων καταστημάτων, των δικαστηρίων κ.λπ., είναι παρά το Σύνταγμα: «H άσκηση της λατρείας δεν επιτρέπεται να προσβάλλει τη δημόσια τάξη ή τα χρηστά ήθη» (άρθρο 13.2 του Συντάγματος). Πολύ περισσότερο σήμερα, που στη χώρα μας ζουν και άνθρωποι άλλων θρησκειών, πολιτισμών, αντιλήψεων κ.λπ., σε πολύ μεγαλύτερους αριθμούς απ’ ό,τι στο παρελθόν.

Σε τελευταία ανάλυση, η θρησκευτική λατρεία είναι ατομική υπόθεση και γι’ αυτό δεν πρέπει να έχει καμιά σχέση με το κράτος. Υπάρχουν ναοί και τόποι λατρείας όπου όποιος θέλει μπορεί να πάει. Η δημόσια κι υποχρεωτική λατρεία της χριστιανικής ορθοδοξίας, πέρα από το ότι απαγορεύεται από το Σύνταγμα, αποτελεί προσβολή της ατομικής αξιοπρέπειας και παραβίαση των δημοκρατικών και πολιτικών δικαιωμάτων. Τέλος δεν είναι μόνο παράνομο, αλλά και σκάνδαλο οι λειτουργοί της ορθόδοξης εκκλησίας να πληρώνονται από το κράτος σαν δημόσιοι υπάλληλοι, ενώ «υπηρετούν» άτομα και όχι το Δημόσιο.

Κριτική στη θρησκεία και τον καπιταλισμό

Δεν χρειάζεται να λέει κανένας, όπως κάνει ο Φίλης, γνωστά πράγματα για το ρόλο της εκκλησίας στην κατοχή, στη δικτατορία κ.λπ. Ούτε λέει τίποτα καινούργιο, ούτε κάνει καμιά ανακάλυψη – είναι μια «αποκάλυψη» που ουσιαστικά θέλει να αποκρύψει τον πραγματικό ρόλο της εκκλησίας, που είναι αυτός που διατύπωσε ο Μαρξ: όργανο στην υπηρεσία των κυριάρχων τάξεων για τη διαιώνιση της «βασιλείας» τους. Επιπλέον, η αντικατάσταση της διδασκαλίας του μαθήματος των θρησκευτικών με το λεγόμενο μάθημα της «θρησκειολογίας» ή της «ιστορίας των θρησκειών», δεν αποτελεί τίποτα άλλο παρά μόνο το «φύλλο συκής» για παραποίηση της δημιουργίας του κόσμου και την ανάγκη να κατανοήσει ο άνθρωπος την αιτία των αντιφάσεων της επίγειας ζωής. Αρκεί στο μάθημα της ιστορίας να υπάρχουν και μαθήματα για τον ρόλο των θρησκειών –που υπάρχουν– μια που αναμφίβολα και οι θρησκείες είναι ένα μέρος της ιστορίας της ανθρωπότητας.

Όμως, η κριτική στη θρησκεία πρέπει να συνοδεύεται με κριτική στο καπιταλιστικό σύστημα – διαφορετικά αποτελεί μια αφηρημένη κριτική, ακόμη και υποκριτική. Ο Φίλης «κατηγόρησε» την εκκλησία ότι συνεργάστηκε στην κατοχή με τους κατακτητές και με τους συνταγματάρχες στη δικτατορία, αλλά πόση αξιοπιστία έχουν οι «κατηγορίες» του, όταν και ο ίδιος υποτάχθηκε, συμβιβάστηκε και συνεργάζεται με τους δανειστές – ΔΝΤ, ιμπεριαλιστές και όλους τους βασανιστές των εργατικών και λαϊκών μαζών, και φυσικά δεν βγάζει λέξη για το καπιταλιστικό σύστημα το οποίο υπηρετεί πιστά αυτός και το κόμμα του; Ή ακόμη χειρότερα, όταν δημόσια στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ δηλώνουν ότι η Εκκλησία «επιτελεί έργο» και άλλες τέτοιες ανοησίες;

Η ταυτόχρονη κριτική της θρησκείας και του καπιταλισμού είναι αναγκαία και για έναν ακόμη λόγο. Όπως έλεγε και ο Λένιν, «Η πιο βαθιά πηγή των θρησκευτικών προλήψεων είναι η εξαθλίωση και η αμάθεια. Αυτά πρέπει να καταπολεμήσουμε»[2] – διαφορετικά, οι κίνδυνοι για μια αναζωογόνηση της θρησκείας είναι πραγματικοί, όπως δείχνει η ιστορική εμπειρία. Ο Μαρξ, ο Ένγκελς και όλοι οι κλασικοί του μαρξισμού διαφωνούσαν με την αναγόρευση του αθεϊσμού σε «υποχρεωτικό δόγμα». Πολύ χαρακτηριστικά ο Ένγκελς καταδίκαζε «την δήθεν επαναστατική ιδέα του Ντύρινγκ για απαγόρευση της θρησκείας στη σοσιαλιστική κοινωνία».[3]

[1] Από την εισαγωγή του Κ. Μαρξ στο Κριτική της Φιλοσοφίας του Δικαίου του Χέγκελ, Ιστορική Έρευνα, σ. 26-27.

[2] Λόγος στο 1ο Πανρωσικό Συνέδριο των Εργατών.

[3] Φ. Ένγκελς, Αντι-Ντύρινγκ, Σύγχρονη Εποχή, σ. 475.