170 χρόνια Κομμουνιστικό Μανιφέστο – Το πρώτο επαναστατικό πρόγραμμα της εργατικής τάξης

170 χρόνια Κομμουνιστικό Μανιφέστο

Το πρώτο επαναστατικό πρόγραμμα της εργατικής τάξης – Η πορεία προς τη συγγραφή του

– 

Από την Εργατική Πάλη Ιανουαρίου

 

«Ένα φάντασμα πλανάται πάνω από την Ευρώπη, το φάντασμα του κομμουνισμού. [..]Είναι καιρός πια οι κομμουνιστές να εκθέσουν ανοιχτά μπροστά σ’ όλο τον κόσμο τις αντιλήψεις τους, τους σκοπούς τους, τις επιδιώξεις τους και ν’ αντιπαραθέσουν στο παραμύθι του κομμουνιστικού φαντάσματος ένα Μανιφέστο του ίδιου του κόμματος.»

Συμπληρώνονται 170 χρόνια από τη συγγραφή του «Κομμουνιστικού Μανιφέστου», από τους Καρλ Μαρξ και Φρίντριχ Ένγκελς (Φλεβάρης 1848), του κολοσσιαίου έργου της ανθρώπινης διανόησης και της παγκόσμιας φιλοσοφίας, που γαλουχεί γενιές κομμουνιστών. Η συγγραφή του, συμπίπτει με την δημιουργία του σύγχρονου εργατικού κινήματος και την ολοκληρώνει πολιτικά και προγραμματικά. Αποτελεί την έκφραση του πρώτου επαναστατικού μεταβατικού προγράμματος, της ανάγκης δηλαδή να ξεπεραστεί η αντίφαση ανάμεσα στην ωρίμανση των αντικειμενικών παραγόντων αναγκαίων για τη νίκη της σοσιαλιστικής επανάστασης, και την ανωριμότητα του υποκειμενικού παράγοντα – του επιπέδου συνείδησης της εργατικής τάξης και της ηγεσίας της. Ο Μαρξ και ο Ένγκελς με το Κομμουνιστικό Μανιφέστο εισάγουν στο στοιχειώδες κίνημα της αυθόρμητης έκφρασης και αυτοοργάνωσης της εργατικής τάξης, το πρόγραμμα, τις αρχές δηλαδή του επιστημονικού σοσιαλισμού, του κομμουνισμού, που δίνει έμφαση τόσο στο σοσιαλιστικό στόχο, όσο και στην ανάγκη να δράσουν πολιτικά οι εργαζόμενοι πατώντας πάνω στην ταξική τους ανεξαρτησία για να επιτύχουν το στόχο αυτό. Είναι το πρώτο έργο που αποκρυσταλλώνει το ιστορικό καθήκον της εργατικής τάξης ως επαναστατικό υποκείμενο της ιστορίας, για την ανατροπή του καπιταλισμού και την οικοδόμηση της σοσιαλιστικής κοινωνίας. Μ’ αυτήν την έννοια είναι το έργο που μετατρέπει το κομμουνιστικό όραμα, από «φάντασμα», όπως αναφέρεται στις θρυλικές γραμμές του προλόγου του Μανιφέστου, στη μόνη ρεαλιστική λύση ενάντια στις αντιφάσεις και τη βαρβαρότητα του καπιταλισμού, που πατάει πάνω πλέον σε επιστημονική ανάλυση και προγραμματικές αρχές.

Ο 19ος αιώνας είναι η εποχή της εγκαθίδρυσης, επέκτασης και ανάπτυξης των καπιταλιστικών παραγωγικών σχέσεων σε Δυτική Ευρώπη και ΗΠΑ, με τέτοιο ρυθμό που καλύπτονται προσωρινά όλες οι αντιθέσεις του συστήματος που γιγαντώνονται. Η νεοαναδυόμενη ευρωπαϊκή μπουρζουαζία, συνεχώς πλουτίζει και εδραιώνει την κυριαρχία της. Παράλληλα στις βασικές χώρες της Ευρώπης που τότε εκβιομηχανίζονται -Βρετανία, Γαλλία, Βέλγιο, γερμανικά κράτη- η εργατική τάξη πληθαίνει, γίνεται η βασική τάξη της νέας κοινωνικής δομής και ο μοχλός παραγωγής όλου το κοινωνικού πλούτου. Αυτή όμως η ανάπτυξη πατάει πάνω στην σκληρή εκμετάλλευση της εργατικής τάξης και εσωκλείει μία άγρια αντιπαράθεση: ανάμεσα στον εξωκοσμικό πλούτο των αστών και την εξαθλίωση των εργατών, ανάμεσα στην απόλυτη εξουσία και την απόλυτη εξάρτηση και καταπίεση. Αναπτύσσονται δύο κόσμοι ξένοι, εχθρικοί και ασυμβίβαστοι μεταξύ τους. Η ζωή στις εργατικές συνοικίες των νέων πόλεων είναι κόλαση. Το προσδόκιμο ζωής των εργατών φτάνει έως και το μισό απ’ το ήδη χαμηλό επίπεδο των εξαθλιωμένων αγροτών, λόγω κακής διατροφής, εργατικών ασθενειών και ατυχημάτων, άθλιων συνθηκών υγιεινής. Μέσα στο κύμα ανάπτυξης, δεν λείπουν οι περιοδικές κρίσεις της βιομηχανίας που πετούν χιλιάδες εργάτες, ολόκληρες πόλεις ή συνοικίες στην απόλυτη ένδεια.

Μέσα σε αυτές τις συνθήκες γεννιέται το εργατικό κίνημα, που εξελίσσεται και ωριμάζει μέσα από την σύγκρουση όλων αυτών των αντιφάσεων, μέσα στην ίδια την ταξική πάλη. Εργατικοί αγώνες ξεσπούν, που παίρνουν πολλές φορές τη μορφή των αυθόρμητων εξεγέρσεων, όχι μόνο πλέον των φτωχών εναντίον των πλουσίων. Αλλά των εργατών εναντίων των εργοδοτών, των βιομήχανων και των αστών. Εμφανίζονται και ωριμάζουν οι πρώτες μορφές μόνιμης συλλογικής οργάνωσης των εργαζομένων ως κομμάτια της ίδιας ενιαίας κοινωνικής τάξης: ενώσεις εργατικής αλληλοβοήθειας, σωματεία κ.ά. Οι κραυγές εξέγερσης και διαμαρτυρίας της εργατικής τάξης ανοίγουν σταδιακά το δρόμο σε πιο συστηματικές προτάσεις και μοντέλα αναδιοργάνωσης της κοινωνίας στη βάση της συλλογικής ιδιοκτησίας. Εξαπλώνονται οι σοσιαλιστικές ιδέες και συγκεκριμένα σχέδια αυτής της εναλλακτικής κοινωνικής οργάνωσης που φαντάζουν εφικτά, αντικαθιστούν τις θολές ουτοπικές απόψεις για μία καλύτερη και πιο δίκαιη κοινωνία. Εμφανίζονται διάφορα ρεύματα που προσπαθούν να επεξεργαστούν και να συγκροτήσουν ένα σχέδιο γι’ αυτήν την άλλη κοινωνία σε ένα κυρίως θεωρητικό και ιδεολογικό επίπεδο.

Πολιτική Ωρίμανση του εργατικού κινήματος – Επικράτηση του επαναστατικού κομμουνισμού

 

Το προτσές εκείνης της περιόδου, μέχρι και την ολοκλήρωση της συγγραφής του Μανιφέστου, αφορά την πάλη και την σύγκρουση μέσα στις γραμμές του εργατικού κινήματος για τον κοινωνικό, πολιτικό, ιδεολογικό και οργανωτικό διαχωρισμό του από τον μικροαστικό ριζοσπαστισμό που εκπροσωπούσαν τα ρεύματα των Ουτοπικών Σοσιαλιστών, Μπαμπεφιστών, Μπλανκιστών, Προυντονιστών κ.ά. και την επικράτηση των αρχών του επαναστατικού κομμουνισμού των Μαρξ-Ένγκελς, που θα επιτρέψει στη συνέχεια την ανεξάρτητη πολιτική δράση του προλεταριάτου.

Α) Ουτοπικοί Σοσιαλιστές – Όουεν, Φουριέ, Καμπέ,Τριστάν: Παρά την αντίληψη που υπάρχει ότι ήταν κάποιοι ονειροπόλοι ιδεαλιστές, αποκομμένοι από την κοινωνική και οικονομική πραγματικότητα της εποχής τους, ήταν λαμπροί κριτικοί της αστικής κοινωνίας, που συνέλαβαν τα βασικά χαρακτηριστικά της εξέλιξής και των αντιφάσεών της. Ήταν πρόδρομοι των μεταρρυθμίσεων που απαιτούνταν για την εγκαθίδρυση μιας αταξικής κοινωνίας. Οι Μαρξ-Ένγκελς, διδάχτηκαν απ’ αυτούς και ανέπτυξαν πολλές από τις ιδέες τους. Παρ’ όλ’ αυτά ο ουτοπικός σοσιαλισμός διέπονταν από πολλές αντιφάσεις. Οι βασικές αδυναμίες τους ξεπεράστηκαν από τον επιστημονικού σοσιαλισμό: i) το σχέδιο για το σοσιαλισμό αντιτάσσονταν απλά στην υπάρχουσα αστική κοινωνία χωρίς να υπάρχει μία επιστημονική ανάλυση και μελέτη της προόδου και των αντιφάσεων της δεύτερης, ii) η κύρια κινητήρια δύναμη για το εγχείρημα της νέας κοινωνίας ήταν η εκπαίδευση και η προπαγάνδα. Οι ουτοπικοί σοσιαλιστές πίστευαν πολύ στην «προπαγάνδα της πράξης» (θα μαζικοποιηθούν οι γραμμές μας αν οι εργάτες δουν στην πράξη ένα μικρό παράδειγμα του τι προσπαθούμε να κάνουμε, π.χ. άμεση δημιουργία συνεταιρισμών), που αργότερα θα επηρεάσουν τους αναρχικούς αλλά και τα ρεύματα της λεγόμενης «ατομικής τρομοκρατίας». Όσο σημαντική κι αν ήταν αυτή η προπαγάνδα δεν μπορούσε όμως να υποκαταστήσει την ανεξάρτητη πολιτική δράση της εργατικής τάξης, iii) υπερτίμηση  του ρόλου της «λογικής» στον τρόπο που λειτουργούν οι πλατιές μάζες, δίνοντας κατ’ επέκταση μεγαλύτερη βαρύτητα στην ατομική υπόσταση και υποβιβάζοντας την κοινωνική ταξική διαίρεση και iv) η πολιτική δράση είναι σπατάλη δυνάμεων, όλες οι προσπάθειες πρέπει να επικεντρωθούν στην οικονομική απελευθέρωση του προλεταριάτου.

Β) Η εξέλιξη του Ουτοπικού Σοσιαλισμού με το πέρασμα στην προλεταριακή επαναστατική δράση και οργάνωση – Βάιτλινγκ, Προυντόν, Μπαμπέφ, Μπλανκί κ.ά. Οι Μπλανικστές, Μπαμπεφιστές και γενικά οι γερμανικές επαναστατικές οργανώσεις αυτού του ρεύματος, ήταν ένας κρίκος της αλυσίδας που οδήγησε από τις αστικές επαναστάσεις του16ου, 17ου και 18ου αιώνα στην επαναστατική προλεταριακή δράση του 19ου και 20ου. Τα κύρια επιτεύγματά τους: i) η συνειδητοποίηση της αναγκαιότητας πολιτικής δράσης του προλεταριάτου για την κατάληψη της εξουσίας, καθώς είχαν καταλάβει πως η πολιτική εξουσία έπαιζε σημαντικό ρόλο στην παγίωση της εκμετάλλευσης που είχε επιβληθεί στην εργατική τάξη. Υποστήριξαν την πολιτική δράση νέου επαναστατικού τύπου συνδεδεμένη με την προοπτική της ανατροπής του αστικού κράτους και υπεράσπισαν τον επαναστατικό τύπο οργάνωσης της πρωτοπορίας. Ενός πυρήνα δηλαδή βαθιά συνειδητοποιημένων, σκληρών και πειθαρχημένων κομμουνιστών που θα μπορούσαν να νικήσουν τον ισχυρό εχθρό. Αλλά για αυτά τα ρεύματα η πάλη για την εξουσία πηγάζει από μία μικρή μειοψηφία της κοινωνίας. Άρα η οργάνωση που εξυπηρετεί αυτή την πολιτική σκέψη είναι μυστική και ελιτίστικη. Η επαναστατική αυτενέργεια υπό την καθοδήγηση μιας ηγεσίας, αντικαθίσταται από τον επαναστατικό ακτιβισμό. Για τους Μπαμπεφιστές, τους Μπλανκιστές κτλ οι οικονομικοί στόχοι του αγώνα θα επιτυγχάνονταν μέσα από την επανάσταση και μ’ αυτή την έννοια δεν πλησίασαν καν τον «οικονομισμό» των ουτοπικών σοσιαλιστών, υποτιμώντας την σημαντικότητα της πάλης για μεταρρυθμίσεις.

Η συγγραφή του Μανιφέστου

Ο Μαρξ και ο Ένγκελς ανέλαβαν την γιγάντια προσπάθεια, να συγκρουστούν με αυτές τις αδυναμίες και να τις ξεπεράσουν. Ταυτόχρονα επηρεάστηκαν και οι ίδιοι από τις ιδέες των ουτοπικών σοσιαλιστών, έπιασαν τη συνέχεια της επαναστατικής δράσης και της επαναστατικής οργάνωσης που αναπτύχθηκε από τον Μπαμπεφισμό και τον Μπλανκισμό, και τις συνδύασαν με την εμπειρική παρατήρηση της εξέλιξης του καπιταλισμού, της αστικής τάξης και του προλεταριάτου. Χρησιμοποίησαν το τεράστιο σώμα γνώσης που αντλήθηκε από πολλές εμπειρίες και εμπειρικά δεδομένα και το συνέδεσαν με τα ταξικά συμφέροντα του προλεταριάτου, του οποίου την αντίληψη τελικά εξέφρασαν με το πρώτο επαναστατικό πρόγραμμα στην ιστορία της ανθρωπότητας, το Κομμουνιστικό Μανιφέστο.

Η όλο και μεγαλύτερη κοινωνική αντίληψη των Μαρξ-Ένγκελς δεν ήταν αποτέλεσμα μίας διανοητικής προσπάθειας αποκομμένης από την πραγματική ζωή που ξετυλίγονταν γύρω τους. Τόσο τα επιστημονικά, όσο και τα ηθικά τους κίνητρα πήγαζαν από την διάθεση να αντιμετωπιστούν οι κοινωνικές συνθήκες: η φτώχεια των εργατών, οι εξεγέρσεις τους, οι πολιτικοί τους αγώνες, που ξεδιπλώνονταν μπροστά τους. Δε ζύμωναν όμως θεωρίες μόνο για να παραμείνουν στη σφαίρα του επιστημονικού κόσμου, με τον οποίο όξυναν την ιδεολογική αντιπαράθεση. Προέβαλαν τις θεωρίες και τα συμπεράσματά τους και τα δοκίμαζαν στην ίδια την εργατική τάξη, μέσα στη ζωντανή δράση.

Ο Ένγκελς γράφει σχετικά μ’ αυτό: «Δε σκοπεύαμε λοιπόν καθόλου να ψιθυρίσουμε αποκλειστικά στο αυτί του «επιστημονικού» κόσμου τα νέα επιστημονικά συμπεράσματα, εκθέτοντάς τα σε χοντρά βιβλία. Αντίθετα. Βρισκόμασταν κιόλας και οι δυο βαθιά μέσα στο πολιτικό κίνημα, είχαμε ορισμένους οπαδούς ανάμεσα στους διανοούμενους, ιδίως της δυτικής Γερμανίας, και σημαντική επαφή με το οργανωμένο προλεταριάτο. Ήμασταν υποχρεωμένοι να θεμελιώσουμε επιστημονικά την άποψή μας. Αλλά ήταν εξίσου σπουδαίο για μας να κερδίσουμε με τις πεποιθήσεις μας το ευρωπαϊκό και πριν απ’ όλα το γερμανικό πολεταριάτο».

Η συγγραφή του Μανιφέστου ήταν μία παράλληλη διαδικασία με την προσπάθεια οργανωτικής συγκρότησης από τους Μαρξ-Ένγκελς, με την δημιουργία των πρώτων οργανώσεων/ενώσεων. Το 1847 ιδρύεται η «Ένωση Κομμουνιστών» πάνω στις αρχές του επιστημονικού σοσιαλισμού των Μαρξ-Ένγκελς. Στο πρώτο συνέδριό της, εγκρίθηκε το καταστατικό της. Το σύνθημα  της προηγούμενης «Ένωσης Δικαίων»1, «Ολοι οι άνθρωποι είναι αδέλφια», το αντικατέστησε ένα καινούριο, καθαρά ταξικό, προλεταριακό σύνθημα: «Προλετάριοι όλων των χωρών ενωθείτε»! Το πρώτο άρθρο του καταστατικού, διατύπωνε τον πολιτικό σκοπό της Ένωσης: «να ανατραπεί η αστική τάξη, να κυριαρχήσει το προλεταριάτο, να καταργηθεί η παλαιά αστική κοινωνία που στηρίζεται στον ανταγωνισμό των τάξεων και να δημιουργηθεί μια καινούρια κοινωνία χωρίς τάξεις και χωρίς ατομική ιδιοκτησία».

Στους Μαρξ-Ενγκελς ανατέθηκε να γράψουν το πρόγραμμα της Ένωσης, το «Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος». Η συγγραφή του «Μανιφέστου» ξεκίνησε με ένα πρώτο υλικό που αποτελούνταν από την «ομολογία πίστης» στην Ένωση που έγραψε ο Ένγκελς ως εκπρόσωπός της από το Παρίσι. Ο Ένγκελς, στην προσπάθειά του να πείσει για την ορθότητα των δικών του ιδεών και του Μαρξ, κόντρα σε μικροαστικές αντιλήψεις άλλων μελών της Ένωσης, ξεκίνησε συζητήσεις μέσα στους εργάτες, κυρίως στους ράφτες και τους επιπλοποιούς. Οι συζητήσεις αυτές απέδωσαν καρπούς αφού οι εργάτες του Παρισιού τον εξουσιοδότησαν να γράψει αυτός την «ομολογία πίστης» εξ ονόματος των «Δικαίων» του Παρισιού προς την Ένωση. Αυτό έγινε τον Οκτώβρη του 1847 και την έγραψε σε 25 ερωτήσεις – απαντήσεις, στέλνοντάς την με γράμμα στον Μαρξ, στα πλαίσια της αναγκαιότητας επεξεργασίας του προγράμματος της « Ένωσης των Κομμουνιστών» γράφοντάς του τα εξής:

«Σκέψου λίγο την ομολογία πίστης. Πιστεύω ότι το καλύτερο είναι η απάλειψη της μορφής της κατήχησης και ο τίτλος «Κομμουνιστικό Μανιφέστο». Πρέπει να του προσθέσουμε έναν ορισμένο όγκο ιστορίας και η σημερινή του μορφή δεν προσφέρεται πολύ καλά γι’ αυτό. Θα πάρω μαζί μου από το Παρίσι ό,τι έγραψα. Είναι απλά αφηγηματικό, αλλά έχει άθλια συνταχθεί, με τρομερή βιασύνη»2. Το αποτέλεσμα των συζητήσεων στο συνέδριο ήταν η ανάθεση στον Μαρξ της σύνταξης της νέας «ομολογία πίστης» της Ένωσης σαν το επίσημο πρόγραμμά της. Ο Μαρξ δέχτηκε και έτσι κατέληξε να γράψει το «Κομμουνιστικό Μανιφέστο», μόλις σε ηλικία 28 χρόνων. Το ολοκλήρωσε στις αρχές του Φλεβάρη του 1848. Το χειρόγραφο στάλθηκε στο Λονδίνο όπου και εκδόθηκε στα μέσα του ίδιου μήνα. Ήταν η περίοδος που ξέσπασε η επανάσταση στο Παρίσι, την οποία και μελέτησε ο Μαρξ γράφοντας το έργο του «Οι ταξικοί αγώνες στη Γαλλία 1848-1850».

Άννα Ασλανίδη

  1. Η «Ενωση των Δικαίων» είχε ιδρυθεί στο Παρίσι το 1836 από Γερμανούς εργάτες και διανοούμενους που είχαν επηρεαστεί από τις διάφορες σοσιαλιστικές ιδέες. Ο Βάιτλινγκ ήταν ηγετικό στέλεχος. Ο Μαρξ και ο Ένγκελς δεν έγιναν μέλη, γιατί δε συμφωνούσαν με τη γραμμή στη δράση της και προπάντων με τη στενή συνωμοτική τακτική της. Η «Ένωση Δικαίων» ήταν ο πρόδρομος της «Ένωσης Κομμουνιστών», με την ιδεολογική επικράτηση των απόψεων των Μαρξ-Ένγκελς στο εσωτερικό της.

2. Γράμμα στον Μαρξ της 23ης – 24ης του Νοέμβρη 1847.