Η συγκάλυψη χρειάζεται την καταστολή, το κίνημα πρέπει να προχωρήσει
Αναδημοσίευση Εργατικής Πάλης Μαρτίου
3 χρόνια μετά το έγκλημα στα Τέμπη, εργαζόμενοι, φτωχά λαϊκά στρώματα και νεολαία ξανακατέβηκαν κατά χιλιάδες στους δρόμους όλων των πόλεων της χώρας. Για να απαιτήσουν να σταματήσει η συγκάλυψη, να τιμωρηθούν οι υπεύθυνοι, να σταματήσουν οι ιδιωτικοποιήσεις που δολοφονούν, να γυρίσουν στο δημόσιο οι συγκοινωνίες. Για να εκφράσουν ξανά την αποστροφή και αηδία τους για όλους τους επίσημους θεσμούς, τη διαφθορά, σήψη και φαυλότητά τους – ειδικά για τη δήθεν «ανεξάρτητη» αστική δικαιοσύνη, που έχει αποδειχτεί η παλλακίδα της συγκάλυψης. Για να καταγγείλουν την άθλια κυβέρνηση Μητσοτάκη. Μια κυβέρνηση αδίστακτων δολοφόνων, που δε σταμάτησαν στιγμή να μπαζώνουν, να κρύβουν αποδεικτικά υλικά, να καλύπτουν την Hellenic Train και το πολιτικό προσωπικό για την απουσία συστημάτων τηλεδιοίκησης και τη μεταφορά εύφλεκτου/εκρηκτικού υλικού, να εξαπατούν τους συγγενείς με κωλυσιεργίες και ψεύδη, να μεθοδεύουν με την αστική «δικαιοσύνη τους» το κουκούλωμα – και να καταστέλλουν όποιον διαμαρτύρεται γι’ αυτό το ανείπωτο αίσχος.
3 χρόνια μετά, οι διαδηλώσεις αντιμετωπίστηκαν ξανά με κρατική βία και αστυνομική καταστολή. Έκλεισαν τους σταθμούς του μετρό κοντά στην πλατεία Συντάγματος και σταματούσαν τα λεωφορεία. Από νωρίς το πρωί, πάνοπλοι αστυνομικοί κατέκλυσαν τους δρόμους της Αθήνας, με μηχανάκια, κλούβες και αύρες διαμορφώνοντας κλίμα τρομοκρατίας. Σταματούσαν όποιον ήθελαν και ιδιαίτερα τα νέα παιδιά, για να ψάξουν τα πράγματά τους, για σωματικό έλεγχο, προχωρώντας σε μαζικές προσαγωγές (ακόμα και ενός συγγενή θύματος).
Προς το τέλος της συγκέντρωσης και χωρίς κανένα πρόσχημα ή «αφορμή», έπεσαν πάνω στους συγκεντρωμένους με τα μηχανάκια, έσπρωχναν και χτυπούσαν. Με κρότου λάμψης και χημικά όρμηξαν να εκκαθαρίσουν την πλατεία Συντάγματος από τον συγκεντρωμένο κόσμο, ενώ επιτέθηκαν και σε δημοσιογράφους και φωτορεπόρτερ. Συνολικά 200 προσαγωγές και 19 συλλήψεις ήταν το αποτέλεσμα αυτού του πογκρόμ. Ανάλογο σκηνικό στη Θεσσαλονίκη: κλειστό μετρό, αστυνομοκρατία, έλεγχοι (αναφέρθηκαν 107 διαδηλωτές), με χημικά και κρότου λάμψης, 45 προσαγωγές και 9 συλλήψεις.
Η αστυνομία επιδιώκει σταθερά να αναβαθμίσει τα χτυπήματα της καταστολής και να τα επικεντρώσει στις οργανώσεις του εργατικού κινήματος, στους αγωνιστές της άκρας και επαναστατικής αριστεράς. Έτσι, στην Αθήνα απέκλεισαν και προσπάθησαν να εισβάλλουν σε γραφεία πολιτικής οργάνωσης (Κομμ. Απελευθέρωση), εντελώς ετσιθελικά και τρομοκρατικά, τη στιγμή που τα μέλη τους ετοιμάζονταν να αναχωρήσουν για τη συγκέντρωση. Όπως καταγγέλλεται, οι αστυνομικές δυνάμεις επιχείρησαν να προχωρήσουν σε προσαγωγές, χτυπώντας τους αγωνιστές και προσπαθώντας να συλλάβουν δύο απ’ αυτούς εντός ή στην είσοδο των γραφείων τους.
Αυτές οι επιχειρήσεις κρατικής τρομοκρατίας έχουν μονιμοποιηθεί και εντείνονται – γιατί είναι απαραίτητες ενάντια στον «εσωτερικό εχθρό», για τη θωράκιση του καθεστώτος. Σε μια περίοδο που η κυβέρνηση αλλά και συνολικά ο ελληνικός καπιταλισμός στηρίζει τις πολεμικές-τρομοκρατικές επιχειρήσεις των ΗΠΑ-Ισραήλ με τις βάσεις, με στρατιωτική παρουσία στρατού στο εξωτερικό. Άλλωστε τα σημάδια ότι πλησιάζει μια νέα κρίση όλο και πυκνώνουν. Γι’ αυτό το κεφάλαιο απαιτεί να μην υπάρξει καμία χαλάρωση στα αντεργατικά και αντιλαϊκά μέτρα και, αντίθετα, να ενταθεί και να σκληρύνει ακόμα περισσότερο ο ταξικός πόλεμος.
Αλλά δε θα καταφέρουν να επιβάλλουν τη σιωπή. Η μνήμη για το έγκλημα στα Τέμπη παραμένει ζωντανή και «ενοχλητική». Αναδεικνύει τις συνέπειες της δολοφονικής πολιτικής των ιδιωτικοποιήσεων, την κυβερνητική επιχείρηση συγκάλυψης, τη σαπίλα όλων των θεσμών.
Οι εκταφές διατάχτηκαν για να οδηγηθούν σε αδιέξοδο, αφού οι απαραίτητες εξετάσεις μπορούν να γίνουν μόνο σε ειδικά εργαστήρια στο εξωτερικό – αλλά η Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών Κατερίνα Παπαϊωάννου πρότεινε στο Δικαστικό Συμβούλιο να απορρίψει τις σχετικές προσφυγές των συγγενών, ένα ακόμα κομμάτι στο παζλ της συγκάλυψης, αυτή τη φορά από την πλευρά των «δικαστικών λειτουργών». Και βέβαια η δικογραφία είναι χειρότερα και από ελλιπής, αφήνοντας στο απυρόβλητο πάνω απ’ όλα τα πολιτικά πρόσωπα από τη ΝΔ του Κυριάκου Μητσοτάκη.
Μετά από 3 χρόνια, το γεγονός της συγκάλυψης, η κοινωνική οργή, η διάθεση για αγώνα για να καταδικαστεί και να σπάσει αυτή η αθλιότητα έχουν αποτυπωθεί σε μαζική κλίμακα. Μένουν όμως και πρέπει πολλά ακόμα να γίνουν για να δυναμώσει αυτός ο αγώνας, για να μη μένει μόνο σε μεγάλες συγκεντρώσεις σε επετειακές ημερομηνίες, αλλά να αυξήσει την κινηματική και πολιτική πίεση πάνω στην κυβέρνηση και στο καθεστώς.
Περιττό να πούμε ότι για κάτι τέτοιο είναι ακατάλληλη (ή και εχθρική) μια πολιτική όπως φαίνεται να θέλει να διαμορφώσει π.χ. η Καρυστιανού. Αλλά το ίδιο ισχύει και για τους δήθεν «ταξικούς» του ΚΚΕ. Που πολεμάει λυσσασμένα κάθε σύνθημα ενάντια στην κυβέρνηση και τις ιδιωτικοποιήσεις – όπως φρόντισαν να υπογραμμίσουν οι ομιλητές του π.χ. στη συγκέντρωση της Αθήνας. Που θέλει να καλουπώσει όλη τη μαζική κίνηση μέσα στη σαρκοφάγο των «μαζικών φορέων», που στο τέλος τέλος είναι καλοί μόνο για ατέλειωτους, κουραστικούς λόγους από την εξέδρα, όχι για πραγματικά ριζοσπαστικούς αγώνες και κινητοποιήσεις. Που με τους γνωστούς χειρισμούς και τα «καπελώματά» του, απειλεί να δημιουργήσει αχρείαστες διαιρέσεις και προβλήματα, π.χ. ακόμα και στο εσωτερικό του Συλλόγου Συγγενών Θυμάτων Τεμπών (με όλα τα όρια που ούτως ή άλλως έχει αυτός).
Η συνέχεια και αναβάθμιση του κινήματος θα πρέπει να συνδυαστεί με την ανάπτυξη κινητοποιήσεων, διαδηλώσεων και καταλήψεων από τους εργαζόμενους, από τους φοιτητές και τους μαθητές – καθώς μάλιστα η νεολαία είχε μαζική παρουσία στις διαδηλώσεις. Θα πρέπει γι’ αυτό να μπουν σε πραγματική κίνηση τα σωματεία, οι φοιτητικοί σύλλογοι, που βρίσκονται σε μια κατάσταση περίπου ύπνωσης ή παράλυσης. Όλοι οι αγωνιστές του κινήματος πρέπει να παλέψουν για μια τέτοια κατεύθυνση.