Κατίνα Εμμανουηλίδου – Μια “άλλη” ματιά στην 8η Μάρτη
Μια ξεχωριστή γυναίκα, μητέρα και αγωνίστρια
στην ιστορία του ελληνικού εργατικού και επαναστατικού κινήματος
Παρά την προσπάθεια της αστικής τάξης να εκφυλίσει τον χαρακτήρα της 8ης Μάρτη, η μέρα αυτή έχει βαθιά ταξικές ρίζες. Είναι μέρα που τιμούμε τις εργαζόμενες γυναίκες που αγωνίστηκαν, αγωνίζονται και θα αγωνίζονται ενάντια στην εκμετάλλευση και την καταπίεση.
Με την αφορμή αυτής της μέρας, οφείλουμε να τιμήσουμε μια από τις σημαντικότερες γυναικείες προσωπικότητες του ελληνικού εργατικού και επαναστατικού κινήματος, την Κατίνα Εμμανουηλίδου. Το πραγματικό της όνομα ήταν Μαριάνθη Πισπιλόγλου, γεννήθηκε το 1907 στη Θήρα της Σμύρνης, όπου και πέρασε τα παιδικά της χρόνια. Κάποια χρόνια αργότερα, στα 15 της, θα βιώσει τη Μικρασιατική Καταστροφή, θα περάσει δύσκολες στιγμές, ώσπου αργότερα να εγκατασταθεί στην Κοκκινιά, στον Πειραιά. Εργάζεται αργότερα σε καπνεργοστάσιο του Πειραιά, όπου για πρώτη φορά έρχεται σε επαφή με τις απεργίες των καπνεργατών και την ταξική πάλη. Συμμετέχει το 1927 μαχητικά και αποφασιστικά στο απεργιακό κίνημα και τους αγώνες του κλάδου, που διεκδικούσαν καλύτερους μισθούς, συνθήκες εργασίας, συνδικαλιστικά και δημοκρατικά δικαιώματα κ.λπ. Το 1929, έρχεται σε επαφή και με την επαναστατική πολιτική εκείνης της περιόδου, σε αντίθεση με την πολιτική των σταλινικών του ΚΚΕ: συναντάει τους Αρχειομαρξιστές (τότε ήταν μια αρκετά μαζική οργάνωση, βλ. αναλυτικά μεταξύ άλλων στο Η ιστορία της ΟΚΔΕ και του τροτσκιστικού κινήματος στην Ελλάδα (περίοδος 1920-1934), εκδ. Εργατική Πάλη) και προσχωρεί στην οργάνωσή τους, την Κομμουνιστική Οργάνωση Μπολσεβίκων-Λενινιστών Αρχειομαρξιστών (ΚΟΜΛΕΑ).
Το 1930, ορίστηκε από την ΚΟΜΛΕΑ εκπρόσωπος της οργάνωσης στην εργατική συγκέντρωση της Πρωτομαγιάς, όπου και θα συλληφθεί μαζί με άλλες γυναίκες από το ρεύμα του Αρχειομαρξισμού. Θα περάσει βαρύ ξυλοδαρμό και βασανιστήρια στα χέρια του κρατικού μηχανισμού, χωρίς όμως αυτό να τη λυγίσει ή να την απομακρύνει από την επαναστατική πολιτική. Λόγω του βαθιού αντικομουνισμού της ελληνικής αστικής τάξης και της σκληρής καταστολής εκείνης της περιόδου (Ιδιώνυμο κ.ά.) με δίωξη, φυλάκιση ή και εξορία των αγωνιστών, η Κατίνα Εμμανουηλίδου, μετά από ένα μήνα φυλάκισης, θα μεταβεί στη Θεσσαλονίκη, ως υπεύθυνη για την οργάνωση των καπνεργατών και καπνεργατριών της περιοχής.
Συμμετέχει ενεργά στους αγώνες του κλάδου και ειδικά των καπνεργατριών. Συμμετείχε στις αρχειομαρξιστικές επιτροπές, που υπεράσπιζαν τους Ισραηλίτες στα πογκρόμ του 1931 (που εντάσσονταν και στο γενικό πλαίσιο της ανόδου του ναζισμού στη Γερμανία εκείνη την περίοδο). Συλλαμβάνεται ξανά, μαζί με υπόλοιπους αγωνιστές, και βασανίζεται σκληρά στις φυλακές της Θεσσαλονίκης, αλλά αφέθηκε ελεύθερη μετά από 4 μήνες φυλάκισης. Καταφτάνει η Πρωτομαγιά του 1932, στην οποία είχε ορισθεί ομιλήτρια στην παράνομη αρχειομαρξιστική συγκέντρωση, παρότι είχε μόλις γεννήσει. Όταν ξεκίνησε η συγκέντρωση, πρώτος ομιλητής ήταν ένα στέλεχος του ΚΚΕ. Η ίδια περιέγραψε: «Εκεί, βλέποντας τη λιποταξία του ομιλητή, ο οποίος περιορίστηκε να πει δυο λέξεις και μόλις αντίκρυσε τις αστυνομικές δυνάμεις από μακριά έφυγε, πήρα τον λόγο. Σταματώντας το τραμ, που πέρναγε εκείνη τη στιγμή, άρχισα να μιλώ στους συγκεντρωμένους για το ιστορικό της Πρωτομαγιάς». Καταφέρνει να μιλήσει, ώσπου να τη συλλάβουν, να την κακοποιήσουν και να την κλειδώσουν στο αστυνομικό τμήμα. Στο κρατητήριο, ένα βασανιστήριο που υπέστη, μεταξύ πολλών άλλων, αφορούσε το μωρό της, όταν μια συντρόφισσά της το έφερε ώστε αυτή να το θηλάσει. Οι αστυνομικοί χτύπησαν τη συνοδό, με αποτέλεσμα αυτή να λιποθυμήσει και το παιδί να πέσει στα μάρμαρα. Με συγκέντρωση πλήθους έξω από το τμήμα, καταφέρνει να πάρει το παιδί της, ώστε να το θηλάσει και να το φροντίσει. Ύστερα, όμως, καταδικάστηκε σε 3 χρόνια φυλακή και 2 επιπλέον χρόνια εξορία στη Γαύδο. Τον Αύγουστο του 1932, η Κ. Εμμανουηλίδου μεταφέρεται στις γυναικείες φυλακές Αβέρωφ στην Αθήνα. Σύμφωνα με την Πάλη των Τάξεων (η αρχειομαρξιστική εφημερίδα της περιόδου), εδώ επιφυλάσσεται ιδιαίτερη «περιποίηση» στις πολιτικές κρατούμενες. Απαγόρευση όχι μόνο πολιτικών βιβλίων και εφημερίδων αλλά κάθε βιβλίου γενικώς, απαγόρευση προαυλισμού, το επισκεπτήριο ήταν πολυτέλεια κτλ. Διαμαρτύρονται μέσα στις φυλακές, μαζί τους και η Κ. Εμμανουηλίδου, και παρά τη βία καταφέρνουν να επιβάλλουν το δικαίωμα να προαυλίζονται 2 ώρες τη μέρα.
Στα τέλη του 1932, από τους τραυματισμούς και τον καρκίνο που εμφάνισε (σύνηθες εκείνη την εποχή, ιδιαίτερα στις καπνεργάτριες, λόγω των βαριών συνθηκών εργασίας), η υγεία της χειροτερεύει. Στη φυλακή αρνούνται τη θεραπεία ή ακόμα και τη χορήγηση φαρμάκων. Αποφασίζει να μην παραιτηθεί μπροστά στην αρρώστια – και σχεδιάζει την απόδρασή της από τις φυλακές, με τη βοήθεια των συντρόφων της. Με ένα σιδεροπρίονο, επαναστατική αποφασιστικότητα και μια απίστευτη παράνομη επικοινωνία μέσα από τις φυλακές, καταφέρνει και δραπετεύει το βράδυ της παραμονής της Πρωτοχρονιάς του 1933. Η δραπέτευση αυτή «αξιοποιήθηκε» από τα αστικά μέσα ως ενίσχυση της αντικομουνιστικής προπαγάνδας («αλλάζει ο κομμουνισμός τις γυναίκες»). Το ΚΚΕ, στις στήλες του Ριζοσπάστη, αναφέρει το γεγονός σε μια απλή πρόταση, αποκρύπτοντας την πολιτική ταυτότητα και την οργάνωσή της Κ. Εμμανουηλίδου – και εσκεμμένα διατυπώνουν ακόμα και το όνομά της λανθασμένα: ήταν τόσο το μένος του σταλινικού μηχανισμού ενάντια στα άλλα ρεύματα, που δε σεβόταν ούτε την ανάγκη του κοινού ταξικού μετώπου απέναντι στην πιο σκληρή κρατική καταστολή.
Η Κ. Εμμανουηλίδου για μήνες κρύβεται σε σπίτια συντρόφων, ενώ ταυτόχρονα καταφέρνει και επισκέπτεται το νοσοκομείο. Δυστυχώς, ήταν πολύ αργά, καθώς η υγεία της είχε χειροτερέψει, και στις 3 Απριλίου 1933 απεβίωσε, μακριά από τις φυλακές και έξω από τα «χέρια του καπιταλισμού» – πέθανε όμως «ελεύθερη», όπως ανέφερε και η οργάνωσή της τότε.
Η Κατίνα Εμμανουηλίδου, όπως και πολλές άλλες αγωνίστριες, δείχνουν μια άλλη αντίληψη για τη θέση της γυναίκας στην κοινωνία. Μακριά από τα πρότυπα και στερεότυπα της αστικής καταπίεσης, από τις συντηρητικές και οπισθοδρομικές τάσεις (που σήμερα αναπτύσσονται λόγω της κρίσης του συστήματος), αλλά και μακριά από τον κάλπικο «προοδευτισμό» της νεοφιλελεύθερης ατζέντας, του αστικού «δικαιωματισμού» και των «ταυτοτήτων», του επικίνδυνου «δικαιώματος στη σεξεργασία», των ευφυολογημάτων για «θηλυκότητες και όχι γυναίκες» κ.λπ. Η Κατίνα Εμμανουηλίδου μάς θυμίζει ότι ένα από τα πρώτα και πιο σημαντικά βήματα για τη γυναικεία χειραφέτηση είναι η ενεργή συμμετοχή στο εργατικό κίνημα, τις οργανώσεις και τους αγώνες του. Το γυναικείο κίνημα, μέσα από τέτοιες αναφορές, πρέπει να ξαναβρεί τις ρίζες του μέσα στους εργατικούς αγώνες, την κοινή πάλη των γυναικών και ανδρών της εργατικής τάξης στη βάση των κοινών μας συμφερόντων. Να εμπνέεται από τις επαναστατικές ιδέες και τους αγώνες. Για την υπεράσπιση των δικαιωμάτων της γυναίκας και του παιδιού, για το δικαίωμα στη δημόσια υγεία-παιδεία-κοινωνική ασφάλιση, σε εργασία και ζωή με αξιοπρέπεια, στο σπίτι, στη δουλειά, στην κοινωνία, παντού. Να παραδειγματιστούμε από τις γυναίκες εργάτριες-αγωνίστριες της ιστορίας μας – και να παλέψουμε για την ανατροπή του σάπιου καπιταλιστικού συστήματος, που γεννάει φτώχεια, πολέμους, καταπίεση και βία, εμποδίζει την ανάπτυξη της κοινωνίας, την άνθιση των ανθρώπων.