16 Νοέμβρη 1980: Η αιματοβαμμένη επέτειος της Εξέγερσης του Πολυτεχνείου

polytexneio80

Αναδημοσίευση από την Εργατική Πάλη Νοεμβρίου 2025

Φέτος, συμπληρώνονται 45 χρόνια από τα αιματηρά γεγονότα της 16ης Νοέμβρη του 1980, όπου οι πραιτοριανοί της αστυνομίας, έπειτα από εντολή της κυβέρνησης Ράλλη (Νέα Δημοκρατία), επιτέθηκαν άγρια προς τους διαδηλωτές, τραυματίζοντας εκατοντάδες και δολοφονώντας τον 24χρονο Κύπριο φοιτητή Ιάκωβο Κουμή και την 21χρονη εργάτρια από το Περιστέρι, Σταματίνα Κανελλοπούλου.

Η απαγόρευση της διαδήλωσης

Η κυβέρνηση Ράλλη, στις 21 Οκτώβρη επανένταξε τη χώρα στο ΝΑΤΟ και ανανέωσε τη συμφωνία παραμονής των αμερικανικών βάσεων στην Ελλάδα, βαθαίνοντας έτσι την «στρατηγική σχέση με τον δυτικό κόσμο». Αυτή η απόφαση προκάλεσε την έντονη αγανάκτηση των εργαζομένων και των φοιτητών, καθώς ήταν ακόμη νωπές οι μνήμες της εμπλοκής των ΗΠΑ στη Χούντα των Συνταγματαρχών (1967-74). Κάθε βάθεμα των σχέσεων της Ελλάδας με ΗΠΑ και ΝΑΤΟ ερχόταν σε πλήρη αντίθεση με τα αυτονόητα αντί-αμερικάνικα αισθήματα των εργαζομένων και της νεολαίας. Συνεπώς, προτεραιότητα της κυβέρνησης Ράλλη ήταν να μην διαταραχθούν οι σχέσεις με τις ΗΠΑ, για αυτό και απαγόρευσε στη διαδήλωση της επετείου του Πολυτεχνείου να καταλήξει στην αμερικανική πρεσβεία.

Πέρα όμως από το ζήτημα του ΝΑΤΟ, η ελληνική αστική τάξη και οι κυβερνήσεις της ΝΔ, ήδη από τα πρώτα χρόνια της Μεταπολίτευσης, πάσχιζαν να τσακίσουν όλες τις κοινωνικές κατακτήσεις από το Πολυτεχνείο και έπειτα. Χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι: α) ο αντεργατικός νόμος 330 του 1976, που στόχευε στο χτύπημα του εργοστασιακού κινήματος και των συνδικαλιστικών δικαιωμάτων (π.χ. απεργία), β) ο αντιεκπαιδευτικός νόμος 815, που έφερνε τα όρια φοίτησης και «ρύθμιση» για το πανεπιστημιακό άσυλο, γ) ο αντιτρομοκρατικός νόμος 774 του 1978, που ήταν κομμένος και ραμμένος για το χτύπημα των ακροαριστερών οργανώσεων και τέλος δ) οι διαρκείς προσπάθειες απαγόρευσης διαδηλώσεων και του εορτασμού του Πολυτεχνείου, ήδη από τον πρώτο χρόνο της Μεταπολίτευσης. Μπροστά σε όλες αυτές τις επιθέσεις, ΚΚΕ και ΠΑΣΟΚ ακολουθούσαν τον δρόμο της υποταγής, ενώ τη σύγκρουση αναλάμβαναν οι οργανώσεις της άκρας και επαναστατικής Αριστεράς.

Το «ήπιο πολιτικό κλίμα»

Ταυτόχρονα, είχε ανοίξει και μία μακρά προεκλογική περίοδος, καθώς όλο το αστικό μπλοκ προετοιμαζόταν για τις επικείμενες βουλευτικές εκλογές του 1981. Εκείνο το διάστημα όλα τα κοινοβουλευτικά κόμματα (ΠΑΣΟΚ, ΚΚΕ) είχαν εγκλωβίσει την «πάλη» τους μέσα στα ασφυκτικά εκλογικά πλαίσια, καταδικάζοντας ταυτόχρονα κάθε μαχητική σύγκρουση με τους «δημοκρατικούς θεσμούς», όπως περιέγραφαν την αστυνομία, τα δικαστήρια κ.ά. Ήταν χαρακτηριστικά τα συνθήματα της περιόδου (το ΠΑΣΟΚ έστησε όλη του την προεκλογική καμπάνια γύρω από το σύνθημα «Αλλαγή», το ΚΚΕ είχε το σύνθημα «δεν υπάρχει αλλαγή χωρίς το ΚΚΕ» κ.ά.). Επομένως, ΠΑΣΟΚ, ΚΚΕ και η πλειοψηφία της ΕΦΕΕ (που απαρτιζόταν από την ΚΝΕ και την νεολαία ΠΑΣΟΚ), ακριβώς επειδή ήθελαν «την ομαλή διεξαγωγή εκλογών, που θα εκφράσει την λαϊκή θέληση», υποτάχθηκαν στην κυβερνητική απαγόρευση και ανακοίνωσαν το σταμάτημα της διαδήλωσης στο Σύνταγμα και όχι στην αμερικανική πρεσβεία. Φυσικά, αν αυτά τα κόμματα το ήθελαν, θα μπορούσαν, με την μαζικότητά τους, να σπάσουν στην πράξη την απαγόρευση, αλλά αυτό ερχόταν σε πλήρη αντίθεση με τον σχεδιασμό τους… Το ΚΚΕ, μάλιστα, είχε δηλώσει, πως «εμείς θέλαμε την πορεία στην πρεσβεία, αλλά πάνω από όλα μας ενδιαφέρει η ενότητα των δημοκρατικών δυνάμεων».

Η «Πρωτοβουλία» των ακροαριστερών οργανώσεων και η διαδήλωση

Η υποχώρηση της ΕΦΕΕ δημιούργησε ένα κενό που προσπάθησαν να το καλύψουν οι οργανώσεις της επαναστατικής Αριστεράς (ΟΚΔΕ, ΚΚΕ μ-λ, Κ.Ο. Μαχητής, Β’ Πανελλαδική και ΟΣΕ), που έβλεπαν πως ο κόσμος δεν ήθελε να υποταχθεί στις απαγορεύσεις. Βλέποντας λοιπόν πως ήταν ένα στρατηγικό χτύπημα προς το εργατικό κίνημα, αποφάσισε να σπάσει την κυβερνητική απαγόρευση με την πραγματοποίηση πορείας προς την πρεσβεία.

Στην διαδήλωση το μπλοκ της επαναστατικής αριστεράς αριθμούσε πάνω από 10.000 διαδηλωτές, γεγονός που δείχνει πως σε αυτό συσπειρώθηκε ένα ευρύτερο κομμάτι φοιτητών και εργατών, ακόμη και επιρροές του ΠΑΣΟΚ και του ΚΚΕ, που δεν αποδέχτηκαν την υπακοή αυτών των δύο στην κυβερνητική απαγόρευση. Όταν η πορεία έφτασε στην Βουλή ήρθε αντιμέτωπη σχεδόν αμέσως με τα ΜΑΤ, τις «αύρες» και τα τεθωρακισμένα της αστυνομίας που σημάδευαν το πλήθος. Παρόλη την αγριότητα της επίθεσης, οι αλυσίδες του μπλοκ κράτησαν, αλλά και όταν έσπασαν, ο κόσμος ανασυντάχθηκε. Τότε τα ΜΑΤ εξαπέλυσαν μία άγρια δολοφονική επίθεση, με στόχο να σκοτώσουν. Οι συγκρούσεις απλώθηκαν σε όλο το κέντρο και τα επεισόδια κράτησαν μέχρι αργά. Σχεδόν αμέσως έγινε γνωστό, πως πέρα από τους εκατοντάδες τραυματίες και τις δεκάδες συλλήψεις, υπήρχαν και δύο νεκροί.

Ο πολιτικός απόηχος των γεγονότων

Η πρώτη δήλωση του πρωθυπουργού της κυβέρνησης μετά από την δολοφονία των Κουμή και Κανελλοπούλου ήταν η εξής: «Και ο Αρχάγγελος Μιχαήλ σπάθην κρατεί στα χέρια του για να αμυνθεί εναντίον των δαιμόνων. Δεν κρατεί άνθη». Μετά από αυτήν την κατάπτυστη και εμπρηστική δήλωση, το ΠΑΣΟΚ και το ΚΚΕ έδωσαν πλήρη πολιτική κάλυψη στη δολοφονική κυβέρνηση Ράλλη. Το ίδιο κιόλας βράδυ, ο Ανδρέας Παπανδρέου ζητούσε «να τιμωρηθούν όλοι οι φυσικοί και ηθικοί αυτουργοί των επεισοδίων», φωτογραφίζοντας έτσι τις οργανώσεις της επαναστατικής αριστεράς, ενώ για το αιματοκύλισμα απέδωσε ευθύνες σε κάποιους αστυνομικούς «που έχουν ξεχάσει πως είναι παιδιά του λαού». Ταυτόχρονα, το ΚΚΕ ξανά πίσω από τα επεισόδια έβλεπε «αριστεριστές» και «πράκτορες της ΚΥΠ», χωρίς να καταλογίσει μισή ευθύνη σε κυβέρνηση και αστυνομία. Η γραμμή του ήταν και παραμένει μία… Όποιος αντιστέκεται στα ΜΑΤ είναι πράκτορας, ενώ όποιος υποτάσσεται είναι αγωνιστής.

Η 16η Νοέμβρη, για την επαναστατική αριστερά και την ΟΚΔΕ, από μία απλή επέτειο του Πολυτεχνείου που επιδίωκαν οι ρεφορμιστές, μετατράπηκε σε μια αποφασιστική σύγκρουση με την κυβέρνηση, δείχνοντας στην πράξη το σύνθημα «Η αλλαγή δεν γίνεται με λόγια στη Βουλή, χρειάζεται αγώνας και πάλη ταξική».