Κραχ 1929: Η Μεγάλη Κρίση… αλλά όχι η τελευταία

Αναδημοσίευση από την Εργατική Πάλη Οκτωβρίου 2023

Το 1929 ήταν μια χρονιά που σημάδεψε την ιστορία: η μεγαλύτερη οικονομική κρίση που έχει ζήσει το καπιταλιστικό σύστημα έκανε την εμφάνισή της τον Οκτώβρη, με αφορμή την κατάρρευση του βιομηχανικού δείκτη Dow Jones στο χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης. Τη λεγόμενη «μαύρη Τρίτη» (29 Οκτωβρίου), 16 εκ. μετοχές είχαν αλλάξει χέρια, ενώ σε 3 χρόνια (1929-1932) ο δείκτης έχασε το 89% της αξίας του.

Η κατάρρευση του αμερικάνικου χρηματιστηρίου δεν ήταν η αιτία αλλά η εκδήλωση της κρίσης: στην αμερικανική (αλλά και την παγκόσμια) οικονομία συντελούνταν μεγάλες, βαθύτερες μεταβολές – άλλωστε οι χρηματιστηριακές κρίσεις στον καπιταλισμό δεν συνοδεύονται πάντοτε από γενικευμένες κρίσεις. Η δεκαετία του 1920 χαρακτηρίζονταν από μια γοργή ανάπτυξη της αμερικανικής οικονομίας, με την επέκταση της δεύτερης τεχνολογικής επανάστασης, της παραγωγής αυτοκινήτων, ραδιοφώνων, τηλεφώνων κ.ά. Πριν το 1929, ο πρόεδρος Χούβερ πανηγύριζε ότι σε λίγο καιρό θα έχει εξαλειφθεί η φτώχεια. Το κύμα ευφορίας απλώθηκε και στα χρηματιστήρια, όπου η απόδοση των μετοχών είχε αυξηθεί κοντά στο 400% μόνο για το 1921!

Αυτή η υπερθέρμανση θα έφτανε στο αντίθετό της, δηλαδή την ύφεση και τον οικονομικό μαρασμό. Δεν έφταιγαν κάποιοι «κακοί κερδοσκόποι», αλλά η ίδια η ρίζα του καπιταλισμού. Όπως όλες οι καπιταλιστικές κρίσεις, ήταν μια κρίση υπερπαραγωγής εμπορευμάτων και υπερσυσσώρευσης κεφαλαίων –δίδυμες όψεις της κρίσης–, όπου ξέσπαγαν οι εγγενείς αντιφάσεις του καπιταλισμού (αναρχία της παραγωγής, αδυναμία ανάπτυξης της μαζικής κατανάλωσης σε σχέση με την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, αντικειμενική κοινωνικοποίηση της παραγωγής έναντι του ιδιωτικού κέρδους κ.ά.). Όπως συμβαίνει συνήθως, έτσι και στις ΗΠΑ η περίοδος έντονης ανάπτυξης οδήγησε από ένα σημείο και μετά στη διοχέτευση κεφαλαίων στην κερδοσκοπία, στην τεράστια αύξηση της αγοραπωλησίας χρηματιστηριακών τίτλων – πράγμα που σημαίνει αξιώσεις πάνω στην τρέχουσα και μελλοντική υπεραξία. Όταν αυτή η κερδοσκοπική φούσκα έσκασε (με αφορμή ένα «τυχαίο» γεγονός, όπως π.χ. κάποια αθέτηση πληρωμών), οι επιπτώσεις έπεσαν πάνω στην «πραγματική» οικονομία, δηλαδή στους παραγωγικούς τομείς, όπου στην πραγματικότητα βρισκόταν η αφετηρία του προβλήματος.

Πρώτο το αμερικάνικο προλεταριάτο πλήρωσε τα «σπασμένα». Το αμερικάνικο ΑΕΠ είχε μια κατακόρυφη πτώση 25% μέσα σε 5 χρόνια και το παγκόσμιο εμπόριο έπεσε κατά 50%. Οι άνεργοι πολλαπλασιάστηκαν: από 3% το 1929 έφτασαν το 25% το 1933. Το εργατικό εισόδημα τσακίστηκε, το μεροκάματο έπεσε στα 5 δολάρια. Καθώς μέχρι τότε απουσίαζε οποιασδήποτε κοινωνική προστασία από το κράτος, οι αμερικάνοι εργαζόμενοι έφτασαν στην απόλυτη εξαθλίωση.

Το 1929 σήμανε το ιστορικό τέλος των αντιλήψεων για το «αόρατο χέρι» της αγοράς και τον «ελεύθερο ανταγωνισμό». Στην εποχή του Ιμπεριαλισμού, δηλαδή της ιστορικής παρακμής του καπιταλισμού και της κυριαρχίας των μονοπωλίων, η απουσία κρατικής παρέμβασης χειροτερεύει την κρίση, δημιουργεί σπιράλ χρεωκοπιών, ισοπεδώνει την κατανάλωση και τις επενδύσεις. Σε τέτοιες περιόδους, ο «νεκροθάφτης του καπιταλισμού», το εργατικό κίνημα, μπορεί να μπει σε πορεία ριζοσπαστικοποίησης και σκληρών ταξικών συγκρούσεων φτάνοντας μέχρι την αμφισβήτηση της αστικής εξουσίας. Η δεκαετία του 1930 ήταν μια από τις χρυσές εποχές στην ιστορία του αμερικάνικου εργατικού κινήματος, με μεγάλες απεργίες και οργάνωση της εργατικής τάξης σε συνδικάτα (βλ. εξέγερση οδηγών φορτηγών στη Μινεάπολη το 1934, απεργία λιμενεργατών στο Σαν Φρανσίσκο κ.ά.).

Η αμερικανική αστική τάξη, βλέποντας την απειλή, έπρεπε να σώσει το σύστημά της. Μια πρώτη απόπειρα ήταν το New Deal μετά την εκλογή του νέου προέδρου Ρούζβελτ το 1933. Περιλάμβανε μαζικές προσλήψεις για την αντιμετώπιση της ανεργίας, συλλογικές διαπραγματεύσεις μεταξύ συνδικάτων και εργοδοτών, καθιέρωση της κοινωνικής ασφάλισης, κάποια φορολόγηση του μεγάλου πλούτου, μεγάλες δημόσιες επενδύσεις κ.ά. Παρόλο που ανέκοψε την ύφεση και οδήγησε σε μια αρχική οικονομική επανεκκίνηση, αποδείχτηκε ότι καμία οικονομική κρατική παρέμβαση δεν μπορεί εν τέλει να οδηγήσει σε ξεπέρασμα της δομικής κρίσης του καπιταλιστικού συστήματος: δεν υπάρχει κανένας τέτοιος αυτόματος «εσωτερικός μηχανισμός» – το ξεπέρασμα της κρίσης κρίνεται πάντα από την έκβαση μιας πολιτικής, ταξικής αντιπαράθεσης και σύγκρουσης. Πράγματι, η ύφεση ξαναεμφανίστηκε στα τέλη της δεκαετίας του 1930. Αυτή τη φορά εκδηλώθηκε στο χρέος και τα ελλείμματα του αμερικάνικου δημοσίου λόγω του Νew Deal. Η λύση της κρίσης ήρθε μόνο μέσω του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, με την ενίσχυση της εξοπλιστικής βιομηχανίας και την ανάδειξη του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού στην ηγεσία του καπιταλιστικού κόσμου. Αυτή η αποκατάσταση μιας σχετικής ισορροπίας στο εσωτερικό των ΗΠΑ και διεθνώς (με άλλα λόγια: οι ήττες του παγκόσμιου προλεταριάτου μέσα από τον φασισμό, τον σταλινισμό, τον πόλεμο και αργότερα την επιβολή του Ψυχρού Πολέμου) θα επιτρέψει μεταπολεμικά την εξάπλωση μέτρων του τύπου του New Deal, δηλαδή της οικονομικής πολιτικής που έγινε γνωστή ως «κεϋνσιανισμός».

 

Ένα νέο 1929;

Αν και σήμερα η πτώση των οικονομικών μεγεθών δεν έχει φτάσει στα επίπεδα του 1929, ποιοτικά η θέση του καπιταλιστικού συστήματος είναι μάλλον πιο αδυνατισμένη και χειρότερη από τότε (τουλάχιστον στις παλιές ιμπεριαλιστικές χώρες). Το μακρύ κύμα κάμψης έχει κλείσει 50 χρόνια από το 1973, οι υφέσεις χτυπάνε όλο και πιο συχνά (2008, 2020), η αύξηση των χρεών δεν «κινητοποιεί» την ανάπτυξη, αντίθετα βαραίνει στην στασιμότητα και στον πληθωρισμό. Η κυρίαρχη αστική πολιτική δεν είναι κανένας ξέπνοος «κεϋνσιανισμός» αλλά ο νεοφιλελευθερισμός, η πιο παρασιτική πολιτική του καπιταλισμού, που έχει γυρίσει την οικονομία και τις κοινωνίες πίσω στο χάος του «αόρατου χεριού» (ιδιωτικοποιήσεις, λεηλασία κρατικού χρήματος, παρασιτισμός κ.λπ.). Αυτή η διαχείριση οξύνει περαιτέρω την κρίση: οι παραγωγικές επενδύσεις βρίσκονται στάσιμες, τα χρέη (δημόσια και ιδιωτικά) αποτελούν ένα διεθνές «παγόβουνο». Ο πληθωρισμός τελειώνει αναγκαστικά την πολιτική των χαμηλών ή και αρνητικών επιτοκίων, με την οποία οι κεντρικές τράπεζες τροφοδοτούσαν με «φθηνό χρήμα» τους καπιταλιστές. Η αμφισβήτηση της πρωτοκαθεδρίας των ΗΠΑ από τους νέους ιμπεριαλιστές και πολλές χώρες που ισχυροποιούνται ή συσπειρώνονται γύρω από τις BRICS, αδυνατίζει κάθε «ομαλή» εξαγωγή της κρίσης του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού: κοσμογονικές ανακατατάξεις που τρέφουν διαρκώς την πορεία προς τη γενίκευση του πολέμου. Ταυτόχρονα, νέα καθολικά προβλήματα σφραγίζουν την εποχή μας, όπως η επελαύνουσα περιβαλλοντική καταστροφή, που αλληλοτροφοδοτείται με τη δομική κρίση του καπιταλιστικού συστήματος.

Σε αυτή τη σύνθετη και μεταβατική κατάσταση, μόνο το εργατικό κίνημα μπορεί να προτάξει θετικές εξελίξεις υπέρ των εργαζόμενων και φτωχών λαϊκών στρωμάτων όλου του πλανήτη. Ακόμα χειρότερα από ό,τι το 1929, δεν υπάρχει μπροστά μας καμία «ομαλή προσγείωση» της σημερινής κρίσης, αλλά μόνο η τρομακτική απειλή της κοινωνικής αποσύνθεσης, της απειλής για την ίδια την επιβίωση της ανθρωπότητας. Η μόνη ελπίδα βρίσκεται στην ανατροπή του σάπιου καπιταλιστικού συστήματος, αυτού του ζουρλομανδύα που γεννά κρίσεις και πολέμους.