90 χρόνια από την Εξέγερση του Μάη του 1936 (α‘ μέρος)

bd6f8d1f-6255-453b-9504-509d5495f8aa

Αναδημοσίευση Εργατικής Πάλης Απριλίου 

Η ελληνική οικονομία στον Μεσοπόλεμο

 Μετά τη Μικρασιαστική Καταστροφή – και τον ενταφιασμό της «Μεγάλης Ιδέας» – ο ελληνικός καπιταλισμός βγήκε εξαντλημένος οικονομικά από μια δεκαετή περίοδο δαπανηρών πολεμικών συγκρούσεων (Βαλκανικοί Πόλεμοι, Α΄ΠΠ, Μικρασιατική Εκστρατεία). Η ελληνική αστική τάξη ήταν υποχρεωμένη να στραφεί στην επίλυση των τρομακτικών εσωτερικών της προβλημάτων. Δεκάδες χιλιάδες τραυματίες και ανάπηροι επέστρεφαν εξαθλιωμένοι από το μέτωπο. Τα πολεμικά χρέη και δάνεια του ελληνικού κράτους είχαν υπερδιογκωθεί και η παραγωγή είχε μειωθεί δραματικά. Για την αντιμετώπιση αυτής της κατάστασης, η κυβέρνηση Γούναρη το 1922 επέβαλε το ληστρικό έκτακτο μέτρο του αναγκαστικού δανεισμού, την περίφημη «διχοτόμηση της δραχμής», όπου το ένα μέρος θα πήγαινε στο κράτος και το άλλο θα συνέχιζε την κυκλοφορία του στη μισή του τιμή.

 Μέσα σε αυτά τα 11 χρόνια, η έκταση και ο πληθυσμός της χώρας διπλασιάστηκαν, αποκτώντας μια σημαντική ώθηση καπιταλιστικής ανάπτυξης. Με την ανταλλαγή πληθυσμών με την Τουρκία, στην Ελλάδα εγκαταστάθηκαν πάνω 1,2 εκατομμύρια πρόσφυγες, γεγονός που πυροδοτούσε νέα σοβαρά προβλήματα. Ο ελληνικός καπιταλισμός, πέρα από την ανάγκη επανεκκίνησης της παραγωγής και την επανένταξη των αποστρατευμένων φαντάρων, είχε να αντιμετωπίσει και την αποκατάσταση (παροχή οικίας και ανεύρεση εργασίας) των προσφύγων. Η αποκατάσταση στηρίχθηκε στα «προσφυγικά δάνεια» και τη διαχείρισή τους ανέλαβε η Επιτροπή Αποκατάστασης Προσφύγων, δίνοντας έμφαση στην εγκατάστασή τους κυρίως στις «νέες» περιοχές που είχαν προσαρτηθεί μετά από τους πολέμους (Ήπειρο, Μακεδονία, Θράκη) για την ενίσχυση του «ελληνικού στοιχείου» σ’ αυτές. Αρκετοί, όμως, κατέληξαν σε προσφυγικούς συνοικισμούς της Αθήνας, του Πειραιά, της Θεσσαλονίκης και άλλων αστικών κέντρων, όπου και απορροφήθηκαν στη βιομηχανία και κυρίως στον κλάδο επεξεργασίας καπνού, ενισχύοντας αριθμητικά και ποιοτικά τη δύναμη του ελληνικού εργατικού κινήματος. Μέχρι το 1930, σημειώθηκαν θετικοί ρυθμοί ανάπτυξης της οικονομίας, που βασίστηκε κατά βάση στην υπερεκμετάλλευση των εργατών, ιδιαίτερα των προσφύγων. Όμως, αρκετά δομικά προβλήματα της ελληνικής οικονομίας δεν είχαν λυθεί (περιορισμένη βαριά βιομηχανία και κρατικές επενδύσεις σε υποδομές, χαμηλό βιοτικό επίπεδο του πληθυσμού, μείωση των εξαγωγών κ.ά.), με αποτέλεσμα η αδύναμη ελληνική οικονομία, μετά το ξέσπασμα της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης με το Κραχ του 1929, να οδηγηθεί σε νέα χρεοκοπία το 1932.

Η άνοδος του εργατικού κινήματος

 Μετά τον Α΄ΠΠ, η επίδραση της Οκτωβριανής Επανάστασης πυροδότησε το επαναστατικό κύμα του 1918-23, από το οποίο επηρεάστηκε καθοριστικά το ελληνικό προλεταριάτο. Στην Ελλάδα, οι συνέπειες του πολέμου, η φτώχεια, η ανεργία και η μαζική κοινωνική προλεταριοποίηση οδήγησαν σε οργανωτικές τομές στο εργατικό κίνημα. Απόρροια αυτής της κατάστασης αποτέλεσε η ίδρυση της ΓΣΕΕ και του ΣΕΚΕ το 1918, το οποίο τέσσερα χρόνια αργότερα θα μετονομαστεί σε ΚΚΕ. Η ίδρυσή τους συνέβαλε αποφασιστικά στη συγκρότηση και οργάνωση εργατικού κινήματος στη χώρα.

 Σε αυτήν την περίοδο δημιουργήθηκαν δεκάδες νέα σωματεία, αυξήθηκαν οι απεργίες και αναπτύχθηκε το κίνημα των Παλαιών Πολεμιστών και Θυμάτων Στρατού, που συνέβαλε σημαντικά στην πολιτική ριζοσπαστικοποίηση των πλατιών εργατικών και λαϊκών μαζών. Στην πρωτοπορία αυτών των αγώνων βρίσκονταν οι επαναστάτες μαρξιστές (π.χ. Π. Πουλιόπουλος). Η κορύφωση αυτής της περιόδου ήρθε τον Αύγουστο του 1923, με την κήρυξη γενικής απεργίας της ΓΣΕΕ που εξαπλώθηκε πανελλαδικά, η οποία χτυπήθηκε βίαια, με τον στρατό να πυροβολεί απεργούς στον Πειραιά, αφήνοντας νεκρούς και τραυματίες και προχωρώντας σε μαζικές συλλήψεις συνδικαλιστών και προσωρινή απαγόρευση των σωματείων. Όμως, παρά την ωμή βία και καταστολή, οι εργάτες πείσμωσαν και οι αγώνες τους διακρίνονταν από όλο και μεγαλύτερη αποφασιστικότητα, αφήνοντας σημαντική παρακαταθήκη για τη μετέπειτα ανάπτυξη του εργατικού κινήματος, με σημαντικούς σταθμούς την παν-καπνεργατική απεργία του 1927 στο Αγρίνιο, τους σκληρούς ταξικούς αγώνες στα εργοστάσια Πειραιά και Αθήνας την περίοδο 1927-29 και κόντρα στο «Ιδιώνυμο» του Βενιζέλου.

 Η χρεοκοπία του ελληνικού καπιταλισμού, πυροδότησε μια τεράστια πολιτική κρίση, αλλά και σημαντική φθορά του αστικού μπλοκ. Όσο οι βενιζελικοί συγκρούονταν άγρια με τους φιλο-βασιλικούς για την εξουσία, ένα μεγαλύτερο κομμάτι της κοινωνίας έστρεφε το βλέμμα του προς τις δυνάμεις του εργατικού και επαναστατικού κινήματος. Ενδεικτικά, στην περίοδο 1932-33 έγιναν συνολικά πάνω από 580 απεργίες με συμμετοχή πάνω από 80.000 απεργών. Πρωτοπορία μέσα στους αγώνες ήταν οι καπνεργάτες, ένας από τους πιο πολυάριθμους και καλύτερα οργανωμένους κλάδους, όπου οι εργάτες είχαν αποκτήσει τεράστια εμπειρία και σημαντικές κατακτήσεις σε οικονομικά και συνδικαλιστικά δικαιώματα.

6η Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ

Στις αρχές της δεκαετίας του 1930, το ελληνικό εργατικό κίνημα βρέθηκε αντιμέτωπο όχι μόνο με την καπιταλιστική κρίση, αλλά και με σοβαρά πολιτικά εμπόδια στρατηγικής στο εσωτερικό του. Η σταλινοποιημένη 3η Διεθνής, που ήλεγχε τις ηγεσίες των ΚΚ παγκοσμίως, επέβαλε την αντεπαναστατική στρατηγική της, για το χτύπημα του παγκόσμιου εργατικού κινήματος. Αυτή η αλλαγή στρατηγικής, πέρασε και στο ΚΚΕ με την περίφημη 6η Ολομέλεια της ΚΕ το 1934, με την οποία υιοθετήθηκαν πολιτικές και τακτικές που υπήρξαν πηγή μεγάλων προδοσιών για την ελληνική εργατική τάξη: η «θεωρία των σταδίων», η τακτική των Λαϊκών Μετώπων και η ψευτο-θεωρία του «σοσιαλισμού σε μία μόνο χώρα». Σύμφωνα με τις αποφάσεις της 6ης Ολομέλειας, η Ελλάδα θεωρούνταν χώρα καθυστερημένη καπιταλιστικά, με έντονα «φεουδαρχικά κατάλοιπα» και επομένως το άμεσο καθήκον του προλεταριάτου δεν ήταν η σοσιαλιστική, αλλά η «αστικοδημοκρατική» επανάσταση. Ουσιαστικά, η εργατική τάξη καλούνταν να υποταχτεί στην «προοδευτική» αστική τάξη για την ολοκλήρωση των αστικο-δημοκρατικών αιτημάτων και να βάλει στον πάγο την ταξική πάλη και τους αγώνες για την ταξική της απελευθέρωση.

Πολιτική κατάσταση 1935-36

 Η ελληνική αστική τάξη, για να αντιμετωπίσει τη θυελλώδη πολιτική κρίση και την ταυτόχρονη απειλή της ανόδου του εργατικού κινήματος ειδικά στη διετία του 1935-36, εγκαινίασε μία ιδιαίτερα τεταμένη περίοδο, όπου το ένα στρατιωτικό πραξικόπημα διαδεχόταν το επόμενο, με τους Βενιζελικούς και τους φιλο-Μοναρχικούς να διαγκωνίζονται για την εξουσία στον στρατό, αλλά κυρίως για το πώς θα επιβάλλουν μία σκληρή ήττα στο προλεταριάτο. Για την αστική τάξη άρχιζε να φαντάζει μονόδρομος η επιβολή δικτατορίας.

Στις εκλογές της 26ης Γενάρη του 1936, οι Φιλελεύθεροι βγήκαν πρώτο κόμμα, αλλά μόνοι τους δεν μπορούσαν να σχηματίσουν κυβέρνηση λόγω της απλής αναλογικής. Ήταν αναγκασμένοι να προχωρήσουν σε κυβερνητικό συνασπισμό, είτε με το Λαϊκό Κόμμα ή με το ΚΚΕ, για να πάρουν ψήφο εμπιστοσύνης. Σε αυτό το πλαίσιο πραγματοποιήθηκε στις 19 Φεβρουαρίου η μυστική συμφωνία μεταξύ του ΚΚΕ και των Φιλελεύθερων, που έμεινε γνωστή ως Σύμφωνο Σκλάβαινα – Σοφούλη. Αυτή προέβλεπε ότι το ΚΚΕ θα στήριζε την εκλογή Σοφούλη ως Προέδρου της Βουλής και οι Φιλελεύθεροι σε «αντάλλαγμα» θα καταργούσαν το Ιδιώνυμο και θα έδιναν αμνηστία σε πολιτικούς κρατούμενους. Αυτή η προδοτική συμφωνία είχε ως πρόσχημα την κοινή αντιμετώπιση της επιβολής δικτατορίας, ενώ από την πλευρά του το ΚΚΕ δεσμευόταν να συγκρατήσει το εργατικό κίνημα μέσα σε «νόμιμα» όρια στην επικείμενη κεντρική πολιτική σύγκρουση που θα έδινε λίγους μήνες αργότερα, στην εργατική Εξέγερση του Μάη του 1936.