30 χρόνια από τη δολοφονία  του «Τσε Γκεβάρα της Αφρικής» Τομά Σανκαρά

O Τομά Ισιντόρ Νοέλ Σανκαρά, πρόεδρος της Μπουρκίνα Φάσο από το 1983 έως το 1987, αποτελεί μία από τις σημαντικότερες επαναστατικές φυσιογνωμίες της Αφρικής, σύμβολο του αγώνα ενάντια στον ιμπεριαλισμό και την αποικιοκρατία, που μετέτρεψαν την Μαύρη Ήπειρο σε καμένη γη. Είναι ισάξιος όλων των μεγάλων Αφρικανών επαναστατών που έπαιξαν σπουδαίο ρόλο στα αντιαποικιακά κινήματα τις δεκαετίες ’60 και ’70 και σ’ ένα σοσιαλιστικό προσανατολισμό των χωρών τους, όπως ο Πατρίς Λουμούμπα, ο Κβάμε Ενκρούμα και ο Τζούλιους Νιερέρε. Γι’ αυτό άλλωστε ο Τομά Σανκαρά έμεινε γνωστός ως ο «Τσε Γκεβάρα της Αφρικής».

Το 1896 το βασίλειο των Μόσσι ηττήθηκε από τη Γαλλία και μετατράπηκε σε γαλλική αποικία με το όνομα Άνω Βόλτα, μέχρι και το 1960 όπου ανεξαρτητοποιήθηκε . Στα περίπου 20 χρόνια της ανεξαρτησίας μέχρι και την άνοδο του Σανκαρά στην εξουσία, η χώρα κυβερνήθηκε από διεφθαρμένους πολιτικούς, πιόνια των παλιών αποικιοκρατών. Παλιοί και νέοι αποικιοκράτες ιμπεριαλιστές λεηλάτησαν κυριολεκτικά τη χώρα. Παρά το γεγονός ότι η Μπουρκίνα Φάσο είναι πλούσια σε πρώτες ύλες, καθώς έχει μία από τις μεγαλύτερες βαμβακοπαραγωγές στην Αφρική και σημαντικά κοιτάσματα χρυσού, μαγγανίου, χαλκού, βωξίτη, νικελίου, αργύρου, ψευδαργύρου, αντιμονίου κ.ά. γίνεται οργανωμένη εκμετάλλευσή τους από τις δυτικές πολυεθνικές, με αποτέλεσμα η χώρα να είναι η φτωχότερη της Αφρικής και από τις φτωχότερες του κόσμου. Το 1983, ο μέσος όρος ζωής για τα οκτώ εκατομμύρια κατοίκους ήταν τα 40 χρόνια. Στα δέκα βρέφη τα δύο πέθαιναν προτού φτάσουν στο πέμπτο έτος της ηλικίας τους, ο λαός πεινούσε, οι συνθήκες υγιεινής ήταν τραγικές και το πόσιμο νερό ανύπαρκτο. Η Μπουρκίνα Φάσο ήταν όπως έλεγε και ο ίδιος ο Σανκαρά «η συμπύκνωση των συμφορών όλων των λαών, μια οδυνηρή σύνθεση όλων των πόνων της ανθρωπότητας, αλλά είναι επίσης, και κυρίως, η συμπύκνωση των ελπίδων των αγώνων μας».

Ο Τομάς Σανκαρά γεννήθηκε στο Γιακό της τότε Γαλλικής Δυτικής Αφρικής στις 21 Δεκεμβρίου 1949. Γονείς του ήταν η Μαργκερίτ Σανκαρά και ο χωροφύλακας Σαμπό Ζοζέφ Σανκαρά, πιστοί Ρωμαιοκαθολικοί και Σιλμί-Μοσί, δηλαδή μέλη ομάδας με μικτή καταγωγή από άνδρες της φυλής Μοσί και γυναίκες της φυλής Φούλα. Ο πατέρας του είχε πολεμήσει στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο με τον γαλλικό στρατό και είχε κρατηθεί αιχμάλωτος από τους Γερμανούς. Παρά το γεγονός ότι οι γονείς του ήθελαν να γίνει ιερέας, εκείνος κατατάχθηκε στον στρατό και ένα χρόνο αργότερα στάλθηκε στη Μαδαγασκάρη για εκπαίδευση ως αξιωματικός. Εκεί έτυχε να γίνει αυτόπτης μάρτυρας των εξεγέρσεων του 1971 και 1972 ενάντια στην κυβέρνηση του Φιλιμπέρ Τσιρανανά και να διαβάσει για πρώτη φορά τα έργα των Μαρξ, Λένιν και Τρότσκι, που σημάδεψαν την σκέψη του για το υπόλοιπο της ζωής του. Επιστρέφοντας στη χώρα του το 1972, πολέμησε το 1974 σε έναν συνοριακό πόλεμο μεταξύ Άνω Βολτά και Μάλι. Χρόνια αργότερα, θα αποκήρυσσε τον πόλεμο αυτό ως «άχρηστο και άδικο». Μετά από αυτά ακολούθησε στρατιωτική σταδιοδρομία. Το 1976, μόλις 27 ετών γίνεται διοικητής του Κέντρου εκπαίδευσης των ειδικών δυνάμεων στο Πο και ιδρύει μια μυστική οργάνωση, την «Ομάδα Κομμουνιστών Αξιωματικών (ROC).

Διορίσθηκε υπουργός Πληροφοριών στη στρατιωτική κυβέρνηση τον Σεπτέμβριο του 1981. Πήγε στο πρώτο υπουργικό συμβούλιο με ποδήλατο, αλλά παραιτήθηκε στις 21 Απριλίου 1982, αντιτιθέμενος σε αυτό που θεώρησε ως «αντεργατική στροφή» του καθεστώτος, ανακοινώνοντας: «Δυστυχία σε όσους φιμώνουν το λαό!». Στις 7 Νοεμβρίου 1982 , νέο πραξικόπημα έφερε στην εξουσία τον Ζαν Μπατίστ Ουεντραογκό και ο Σανκαρά διορίσθηκε πρωθυπουργός, στις 10 Ιανουαρίου 1983. Ωστόσο, μετά από μία επίσκεψη του συμβούλου επί αφρικανικών θεμάτων της γαλλικής κυβερνήσεως, Ζαν Κριστόφ Μιτεραν στη χώρα, στις 17 Μαΐου 1983, ο Σανκαρά απολύθηκε με συνοπτικές διαδικασίες και τέθηκε σε κατ’ οίκον περιορισμό.

Το 1983, ο Τομά Σανκαρά ηγήθηκε ενός επαναστατικού κινήματος που σάρωσε το παλιό πολιτικό κατεστημένο, που είχε την πλατειά στήριξη των φτωχών και εξαθλιωμένων Μπουρκιναμπέ και τον έφερε στη εξουσία, στις 4 Αυγούστου. Ο ίδιος δήλωσε:

«Η επανάστασή μας, αντλεί από το σύνολο των εμπειριών του ανθρώπου από την στιγμή της πρώτης ανάσας της ανθρωπότητας. Θέλουμε να είμαστε οι κληρονόμοι όλων των επαναστάσεων του κόσμου, όλων των απελευθερωτικών αγώνων των λαών του Τρίτου Κόσμου. Αντλήσαμε διδάγματα από την αμερικανική επανάσταση. Η Γαλλική Επανάσταση μας δίδαξε τα δικαιώματα του ανθρώπου. Η μεγάλη Οκτωβριανή Επανάσταση έφερε τη νίκη στο προλεταριάτο και έκανε δυνατή την πραγματοποίηση των ονείρων της Παρισινής Κομμούνας και της δικαιοσύνης».

Άλλαξε το όνομα της χώρας από το γαλλικό Άνω Βόλτα σε Μπουρκίνα Φάσο που σημαίνει στις δύο μεγαλύτερες ιθαγενείς γλώσσες, την Μοσσί και την Ντιούλα η «Χώρα των Έντιμων Ανθρώπων». Θέλησε έτσι να συμβολίσει την αλλαγή που θα έφερνε η επανάσταση στους Μπουρκιναμπέ. Θα τους μετέτρεπε από περιφρονημένους και απόκληρους, εξαθλιωμένους φτωχοδιάβολους του λεγόμενου «Τρίτου Κόσμου», που συντρίβονται κάτω την εκμετάλλευση και την αδικία του καπιταλισμού, σε ανθρώπους με αξιοπρέπεια που είναι οι ίδιοι κύριοι το εαυτού τους.

Η επαναστατική κυβέρνηση του Σανκαρά με την ανάληψη της εξουσίας προχώρησε σε σειρά μέτρων σε σοσιαλιστική κατεύθυνση, επεκτείνοντας την επανάσταση. Τα μέτρα αυτά έλυσαν πολλά από τα αστικοδημοκρατικά ζητήματα που έπρεπε να απαντηθούν, για να μπορέσει να προχωρήσει η ανεξάρτητη ανοικοδόμηση της χώρας.

Ήρθε σε σύγκρουση με το ΔΝΤ και την Παγκόσμια Τράπεζα καταγγέλλοντας τον τρόπο με τον οποίο παγιδεύουν τις χώρες της Αφρικής, με δυσβάστακτα χρέη που υποδουλώνουν τους λαούς, ενώ τα δανεικά χρήματα τα επωφελείται μια διεφθαρμένη ντόπια ολιγαρχία που συνεργαζόμενη με τους ξένους δανειστές και πολιτικούς, φτιάχνει έργα άχρηστα και μη παραγωγικά. Πολέμησε με λύσσα όλους όσους μετέτρεψαν τους Μπουρκιναμπέ σε «ζητιάνους της ξένης βοήθειας» όπως χαρακτηριστικά έλεγε.

Toν Αύγουστο του 1987 στην Γενική Συνέλευση των Αφρικανικών Χωρών είπε: «Δεν μπορούμε να ξεπληρώσουμε το χρέος μας. Αυτό είναι αδύνατον, δεν είναι θέμα ηθικής τάξης, ούτε αθέτηση υποσχέσεων. Εάν δεν πληρώσουμε, οι πιστωτές μας δεν θα πεθάνουν, αυτό είναι βέβαιο. Εάν όμως πληρώσουμε, ο λαός μας θα εξοντωθεί. Οι πιστωτές έπαιξαν όπως κάνουν στα καζίνα. Κέρδισαν πολλά, πολλές φορές. Ας χάσουν και μια φορά. Η ζωή θα συνεχιστεί.» Μία από τις τελευταίες πολιτικές του πρωτοβουλίες ήταν η προσπάθεια να συγκροτηθεί μια αφρικανική κίνηση για την ηθική, πολιτική και νομική άρνηση του χρέους των χωρών της Αφρικής, καθώς θεωρούσε  ότι η εξυπηρέτηση του χρέους ευθύνονταν για την εξάρτηση, την κατάρρευση της κοινωνίας και την καταστροφή κάθε προοπτικής ανάπτυξης προσανατολισμένης στην εξυπηρέτηση των αναγκών των αφρικανικών λαών.

Εθνικοποίησε την γη και τον ορυκτό πλούτο εκδιώκοντας και στερώντας από κάθε δικαίωμα τους αποικιοκράτες. Επέβαλλε υποχρεωτική εργασία για τους παραδοσιακούς ηγέτες των χωριών και ψήφιση νόμου για κατάργηση της δουλείας. Οι αρχηγοί των φυλών στη χώρα είχαν μεγάλες ιδιόκτητες εκτάσεις, τις οποίες ο Σανκαρά μοίρασε στους αγρότες. Με μία σειρά προγραμμάτων για την άρδευση και τη διανομή λιπασμάτων, μέσα σε 4 χρόνια η Μπουρκίνα Φάσο έφθασε να γίνει αυτάρκης σε τρόφιμα.  Ενώ το 1986 η μέση απόδοση για το σιτάρι στις χώρες αυτές, ήταν 170 κιλά ανά στρέμμα, η Μπουρκίνα Φάσο παρήγαγε 390 κιλά το στρέμμα! Εκτός από το σιτάρι, και η παραγωγή βαμβακιού αυξήθηκε εντυπωσιακά. Έτσι κατάφερε να εξασφαλίσει δύο γεύματα και πέντε λίτρα πόσιμο νερό τη μέρα, για κάθε οικογένεια. Επίσης κατήργησε τον αγροτικό κεφαλικό φόρο. Στην πρωτεύουσα Ουαγκαντούγκου μετέτρεψε το κατάστημα προμηθειών του στρατού σε κρατικό σούπερ μάρκετ ανοικτό σε όλους (ήταν το πρώτο σούπερ-μάρκετ στη χώρα).

Ο Σανκαρά ιδρυσε σε όλες τις περιοχές της χώρας Επιτροπές για την Άμυνα της Επανάστασης στις οποίες συμμετείχαν και αποφάσιζαν οι Μπουρκιναμπέ, προωθώντας έτσι την αυτοοργάνωση των ίδιων των καταπιεσμένων και προσπαθώντας να τους κάνει να συμμετέχουν όσο το δυνατόν περισσότερο στην άσκηση της οικονομικής και πολιτικής εξουσίας.

Ανέστειλε όλα τα ενοίκια των φτωχών και ένα μαζικό πρόγραμμα κατασκευής δημοσίων κατοικιών, μικρών νοσοκομειακών μονάδων και δημόσιων σχολείων. Εφάρμοσε το πρόγραμμα «ο εμβολιασμός Commando» και μόνο τις πρώτες 15 μέρες,  2.500.000 παιδιά εμβολιάστηκαν κατά της μηνιγγίτιδας, του κίτρινου πυρετού και της ιλαράς. Η επαναστατική κυβέρνηση του Σανκαρά ήταν η πρώτη αφρικανική κυβέρνηση που αναγνώρισε δημόσια την επιδημία του AIDS σαν  μείζονα απειλή για την Αφρική.

Το γυναικείο ζήτημα ήταν ένα πολύ σημαντικό θέμα για τον Σανκαρά, καθώς όπως έλεγε «Η επανάσταση και η απελευθέρωση των γυναικών πάνε μαζί. Δε μιλάμε για τη γυναικεία χειραφέτηση σα μια πράξη φιλανθρωπίας ή από μια περίσσεια ανθρώπινης συμπόνιας. Είναι μια βασική αναγκαιότητα για το θρίαμβο της επανάστασης». Προσπάθησε με μία σειρά μέτρων να χειραφετήσει και να απελευθερώσει την γυναίκα από την καταπίεση της πατριαρχικής και καθυστερημένης αφρικανικής κοινωνίας. Προώθησε άμεσα  την ποινικοποίηση της κλειτοριδεκτομής, των αναγκαστικών γάμων και τη πολυγαμία των αρρένων. Διόρισε γυναίκες σε υψηλές κρατικές θέσεις και ενθάρρυνε τον γυναικείο πληθυσμό να εργάζεται έξω από το σπίτι και τις μαθήτριες να μένουν στο σχολείο ακόμα και αν είναι έγκυες. Επίσης προώθησε την αντισύλληψη. Καθιέρωσε ημέρα αλληλεγγύης για τις γυναίκες, όπου οι άντρες ενθαρρύνονταν να πάνε στην αγορά και να προετοιμάσουν τα γεύματα για να βιώσουν οι ίδιοι τις συνθήκες που εκείνες αντιμετωπίζουν. Οργάνωσε εκστρατεία για να φυτευτούν 10 εκατομμύρια δέντρα ώστε να επιβραδυνθεί η επέκταση της Σαχάρας.

Κατήργησε όλα τα προνομία για τους αξιωματικούς και τα στελέχη της κυβέρνησής του, αλλά και για τον ίδιο, πουλώντας τον κυβερνητικό στόλο των πολυτελών αυτοκινήτων Μερσεντές και κατέστησε το Ρενώ 5 (το φθηνότερο αυτοκίνητο που πωλούνταν στη χώρα εκείνη την εποχή) το επίσημο υπηρεσιακό αυτοκίνητο των υπουργών. Μείωσε τον μισθό του και τους μισθούς των ανώτερων κρατικών αξιωματούχων και απαγόρευσε τη χρήση κυβερνητικών οδηγών και αεροπορικών εισιτηρίων πρώτης θέσης στους κρατικούς λειτουργούς. Δεν χρησιμοποιούσε ποτέ το κλιματιστικό στο γραφείο του λέγοντας πως ήταν μια πολυτέλεια η οποία μάλιστα δεν ήταν διαθέσιμη παρά σε ελάχιστους κατοίκους της χώρας.

Για να σπάσει την απομόνωση και τον αποκλεισμό που προσπάθησαν να επιβάλουν οι δυτικοί ιμπεριαλιστές στην Μπουρκίνα Φάσο, συμμάχησε με χώρες που είχαν προοδευτικές/επαναστατικές κυβερνήσεις, όπως η Κούβα και η Νικαράγουα. Είχε επισκεφθεί και ο ίδιος την Κούβα, μετά από πρόσκληση του Φιντέλ Κάστρο. Ως γνήσιος επαναστάτης κομμουνιστής υποστήριξε τα κινήματα αυτοδιάθεσης των λαών στη Νότια Αφρική, τη Ναμίμπια, την Παλαιστίνη και τη Δυτική Σαχάρα.

Στις 15 Οκτώβρη του 1987,  ένοπλοι ένστολοι με επικεφαλής τον στενό συνεργάτη του Σανκάρα, Μπλεζ Καμπαορέ, εισέβαλαν στο γραφείο του Σανκαρά και τον δολοφόνησαν με πολλές σφαίρες μαζί με άλλους δώδεκα συντρόφους του. Διαμέλισαν το σώμα του και το έθαψαν σε άγνωστο τάφο. Η δολοφονία του ήταν μία καλά οργανωμένη διεθνής συνωμοσία, στην οποία πρωτοστάτησαν η Γαλλία και οι ΗΠΑ, υποβοηθούμενες από τον Λιβεριανό εγκληματία και μετέπειτα πρόεδρο Τέιλορ, που ήταν συνέταιρος του γιου του Γάλλου «σοσιαλιστή» προέδρου Μιτεράν σε σκοτεινές επιχειρήσεις. Η επιχείρηση χρηματοδοτήθηκε από τη Γαλλία και εκτελέστηκε από τη CIA. Η επανάσταση διεκόπη βίαια και η «ομαλότητα» επανήλθε στην «Χώρα των Έντιμων Ανθρώπων». Ο Μπελ Καμπαορέ έγινε πρόεδρος και η πρώτη χώρα που έσπευσε να τον αναγνωρίσει, ήταν η Γαλλία. Ο Καμπαορέ κατάργησε όλα τα μέτρα που πήρε η επαναστατική κυβέρνηση. Αποκατέστησε άμεσα την συνέχιση της αποπληρωμή του χρέους στο ΔΝΤ. Το αποτέλεσμα;

Σήμερα στη Μπουρκίνα Φάσο το AIDS έχει μολύνει ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού , το προσδόκιμο ζωής είναι κάτω από τα 55 χρόνια , η ανεργία έχει οδηγήσει το ¼ (4.000.000) του πληθυσμού σε μετανάστευση , μόλις το 20%  των παιδιών έχει βασικές γνώσεις δημοτικού , η παιδική θνησιμότητα είναι απ τις μεγαλύτερες παγκοσμίως, το κατά κεφαλήν ονομαστικό εισόδημα είναι 542 δολάρια το χρόνο –σύμφωνα με το ΔΝΤ- δηλαδή 1,5 δολάριο περίπου την μέρα.

O Τομά Σανκαρά με την επανάσταση στην Μπουρκίνα Φάσο, απέδειξε περίτρανα πως ο ιμπεριαλισμός-ειδικά ο γαλλικός- δεν είναι αήττητος και πως με την κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής και την εξάπλωση της εργατικής αυτοδιαχείρισης, ακόμη και μία μικρή και εξαθλιωμένη χώρα όπως η Μπουρκίνα Φάσο, μπορεί να καλύψει σε λίγο χρόνο τις βιοτικές τις ανάγκες. Πως η Σοσιαλιστική Επανάσταση είναι η μόνη διέξοδος στα κολοσσιαία οικονομικά, κοινωνικά και πολιτικά προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι χώρες του λεγόμενου «Τρίτου Κόσμου». Με τη συμβολή του στο παγκόσμιο επαναστατικό κίνημα, άφησε ανεξίτηλο το σημάδι του, στην πορεία εξέλιξης της ανθρωπότητας, όπως άλλωστε όλοι οι μεγάλοι επαναστάτες. Οδήγησε έναν απ’ τους πιο φτωχούς λαούς του κόσμου, σε ένα από τα πιο θαρραλέα άλματα. Συνέβαλε στο να έρθουν στο προσκήνιο της ταξικής πάλης εκατομμύρια φτωχών, ξυπόλητων και πεινασμένων αφρικανών που βρίσκονταν στην αφάνεια και να διεκδικήσουν μία θέση στην Ιστορία. Μίλησε στο όνομα των καταπιεσμένων όλου του κόσμου, διαδίδοντας τις παναθρώπινες αξίες και τα ιδανικά του κομμουνισμού.

Λίγο πριν την δολοφονία του, στην επέτειο για τα είκοσι χρόνια από το θάνατο του Τσε Γκέβαρα, που αποτελούσε πηγή έμπνευσης για τον ίδιο, ο Σανκαρά είπε «Ο Τσε δολοφονήθηκε από τις σφαίρες του ιμπεριαλισμού, κάτω από τον βολιβιανό ουρανό. Για μας ο Τσε Γκεβάρα δεν είναι νεκρός. Δεν μπορείς να σκοτώσεις τις ιδέες. Οι ιδέες δεν πεθαίνουν. Γι΄ αυτό o Τσε Γκεβάρα, η προσωποποίηση των επαναστατικών ιδεών και της αυτοθυσίας, δεν είναι νεκρός!»

Έτσι λοιπόν ο Τομά Σανκαρά δεν είναι νεκρός!  Ζει μέσα στο Σοσιαλιστικό Όραμα όσο σήμερα είναι τόσο επίκαιρο όσο ποτέ άλλοτε,  στους αγώνες των Μπουρκιναμπέ που μέχρι και σήμερα βγαίνουν στους δρόμους ανακαλώντας τον, στις γενιές των νέων επαναστατών κομμουνιστών που μπαίνουν ενθουσιωδώς στον αγώνα για την εξυπηρέτηση του μεγαλύτερου και πιο ανώτερου σκοπού, την κατάργηση της ταξικής εκμετάλλευσης μέσα από τη νίκη της Σοσιαλιστικής Επανάστασης και την οικοδόμηση των Ενωμένων Σοσιαλιστικών Πολιτειών του κόσμου.

Απόσπασμα από την ομιλία του Σανκαρά στον ΟΗΕ στις 4/10/1984

«Έρχομαι εδώ φέρνοντας μαζί μου τον αδελφικό χαιρετισμό μιας χώρας όπου εφτά εκατομμύρια παιδιά, γυναίκες και άντρες αρνούνται πλέον να πεθαίνουν από αμορφωσιά, πείνα και δίψα.

 Έρχομαι να σας μιλήσω στο όνομα ενός λαού που επέλεξε να διεκδικήσει και να αναλάβει πάνω στη γη των προγόνων του την ευθύνη της Ιστορίας του, με  όλες τις θετικές και τις αρνητικές της όψεις, χωρίς κανένα σύμπλεγμα κατωτερότητας.

 … Δεν έχω πρόθεση να διατυπώσω κανένα δόγμα. Δεν είμαι ούτε μεσσίας ούτε προφήτης. Δεν κατέχω καμιάν αλήθεια. Μια φιλοδοξία έχω μονάχα, κι έναν διπλό στόχο:

 Πρώτον, να μπορέσω σε απλή γλώσσα, αυτήν της σαφήνειας και της καθαρότητας, να μιλήσω στο όνομα του λαού μου, του λαού της Μπουρκίνα Φάσο.

 Δεύτερον, να κατορθώσω να εκφράσω με το δικό μου τρόπο το παγκόσμιο πλήθος των απόκληρων, δηλαδή όλους εκείνους που ανήκουν στον εκ του πονηρού αποκαλούμενο Τρίτο Κόσμο, και να διατυπώσω, έστω κι αν δεν γίνουν αντιληπτοί, τους λόγους που έχουμε να εξεγειρόμαστε. 

Κανείς δεν θ’ απορήσει που η Μπουρκίνα Φάσο κατατάσσεται στην αποθήκη των περιφρονημένων, δηλαδή στον Τρίτο Κόσμο, που οι άλλοι κόσμοι επινόησαν την εποχή των τύποις ανεξαρτητοποιήσεων για να διασφαλίσουν καλύτερα την πολιτισμική, οικονομική και πολιτική μας αλλοτρίωση.

Θέλουμε ωστόσο να συμπεριληφθούμε σ’ αυτόν, χωρίς να σημαίνει πως υιοθετούμε αυτόματα και την τεράστια φαλκίδευση της Ιστορίας. Κι ακόμα λιγότερο πως συναινούμε στο να παίξουμε το ρόλο της πίσω αυλής μιας χορτάτης Δύσης. Το κάνουμε όμως για να ενισχύσουμε στη ίδια μας τη συνείδηση το γεγονός ότι ανήκουμε σ’ ένα ευρύτερο τρι-ηπειρωτικό σύνολο, και πως ως αδέσμευτοι, μια πολύ ιδιαίτερη αλληλεγγύη συνδέει τις τρεις ηπείρους της Ασίας, της Λατινικής Αμερικής και της Αφρικής σε μια κοινή μάχη ενάντια στους ίδιους πολιτικούς λαθρέμπορους και τους ίδιους οικονομικούς εκμεταλλευτές.

 … Ενδυναμωμένοι απ’ αυτήν μας την πεποίθηση, θέλουμε ο λόγος μας ν’ αγκαλιάσει όλους όσοι υποφέρουν στο πετσί τους, όλους όσοι η ανθρώπινη αξιοπρέπειά τους χλευάζεται από μια μειοψηφία ανθρώπων ή από ένα σύστημα που τους συντρίβει.

 Μιλάω στο όνομα των εκατομμυρίων που ζούνε στα γκέτο γιατί έχουν μαύρο δέρμα ή γιατί είναι φορείς μιας διαφορετικής κουλτούρας και απολαμβάνουν μεταχείρισης μόλις καλύτερης εκείνης που επιφυλάσσεται στα ζώα.

 Υποφέρω στο όνομα των Ινδιάνων που σφαγιάστηκαν, ποδοπατήθηκαν, ταπεινώθηκαν και ζούνε εδώ κι αιώνες περιορισμένοι στις «ρεζέρβες» ώστε να μην χαίρουν κανενός δικαιώματος και ο πολιτισμός τους να μην μπορεί να εμπλουτιστεί ερχόμενος σ’ ευτυχισμένο γάμο με άλλες κουλτούρες, συμπεριλαμβανομένης κι αυτής του καταχτητή.

 Κραυγάζω στο όνομα των ανέργων ενός συστήματος δομικά άδικου, καταδικασμένων ν’ αντιλαμβάνονται από τη ζωή μονάχα την αντανάκλαση εκείνης που ζούνε οι έχοντες.

Μιλάω στο όνομα των γυναικών όλου του κόσμου που υποφέρουν μέσα σ’ ένα εκμεταλλευτικό σύστημα που επέβαλαν οι αρσενικοί.

… Μιλάω στο όνομα των μανάδων των στερημένων χωρών μας, που βλέπουν τα παιδιά τους να πεθαίνουν από μαλάρια ή διάρροια, αγνοώντας πως υπάρχουν απλά μέσα για να τα σώσουν.

Μέσα που δεν τους προσφέρει η επιστήμη των πολυεθνικών καθώς προτιμάνε να επενδύουν στα εργαστήρια καλλυντικών και στην πλαστική χειρουργική, ικανοποιώντας τα καπρίτσια λίγων γυναικών ή αντρών των οποίων η φιλαρέσκεια απειλείται από το περίσσευμα θερμίδων γευμάτων τόσο πλούσιων και τόσο συχνών που σ’ εμάς προκαλούνε ζάλη.

Μιλάω επίσης στο όνομα του παιδιού. Του φτωχού παιδιού που πεινάει, κι αλληθωρίζει κρυφά προς τη συσσωρευμένη αφθονία σ’ ένα μαγαζί για πλούσιους. Σ’ ένα μαγαζί προστατευμένο από παχύ τζάμι. Ένα τζάμι  προστατευμένο από απροσπέλαστα κάγκελα. Κάγκελα φυλασσόμενα από έναν κρανοφορεμένο και γαντοφορεμένο αστυνομικό, οπλισμένο με γκλομπ.

… Η χώρα μου είναι η συμπύκνωση των συμφορών όλων των λαών, μια οδυνηρή σύνθεση όλων των πόνων της ανθρωπότητας.

Αλλά είναι επίσης, και κυρίως, η συμπύκνωση των ελπίδων των αγώνων μας.

Γι’ αυτό και δονούμαι στο όνομα των αρρώστων που στρέφουν τα μάτια με αγωνία στον ορίζοντα μιας επιστήμης αγορασμένης από τους εμπόρους των όπλων.

Οι σκέψεις μου πάνε σε όλους εκείνους που θίγονται από την καταστροφή της Φύσης, και στα τριάντα εκατομμύρια ανθρώπους που όπως κάθε χρόνο θα πεθάνουν, θερισμένοι από το τρομαχτικό όπλο της πείνας.

 … Αναγνωρίζοντας τη θέση μας στους κόλπους του Τρίτου Κόσμου, και παραφράζοντας τον Χοσέ Μαρτί,  επιβεβαιώνουμε «ότι αισθανόμαστε πάνω στο μάγουλό μας κάθε χαστούκι που δίνεται σ’ οποιονδήποτε άνθρωπο στον κόσμο».

Μέχρι σήμερα στρέφαμε και το άλλο μάγουλο. Τα χαστούκια διπλασιάστηκαν. Μα η καρδιά των μοχθηρών δεν συγκινήθηκε. Ποδοπάτησαν την αλήθεια του δίκιου. Του Χριστού προδώσανε το λόγο.

Μετατρέψανε τον σταυρό του σε ρόπαλο. Κι αφού φορέσανε το χιτώνα του, ξέσκισαν τα κορμιά και τις ψυχές μας.

Συσκότισαν το μήνυμά του. Το δυτικοποίησαν, την ίδια στιγμή που εμείς το υποδεχόμασταν ως μήνυμα οικουμενικής απελευθέρωσης.

Ανοίξαμε τότε τα μάτια μας στην πάλη των τάξεων. Δεν θα υπάρξουν πλέον άλλα χαστούκια».