Σύμβαση Chevron Προπαγάνδα και πραγματικότητα
Αναδημοσίευση Εργατικής Πάλης Απριλίου
Στις 12 Μαρτίου, κυρώθηκε στη Βουλή η συμφωνία ανάμεσα στο ελληνικό Δημόσιο και στην κοινοπραξία της αμερικανικής πολυεθνικής Chevron με την HELLENiQ ENERGY. H πρώτη αποτελεί μια από τις ιμπεριαλιστικές ενεργειακές εταιρίες-κολοσσούς. Η δεύτερη είναι η μετεξέλιξη της Δημόσιας Εταιρίας Πετρελαίου (ίδρυση 1958) και των μετέπειτα ΕΛΠΕ (μέχρι το 2022), όπως έχει καταλήξει μετά από διαδοχικές κινήσεις ιδιωτικοποίησης. Μεγαλύτερος ιδιώτης μέτοχος είναι ένα επενδυτικό «όχημα» συμφερόντων της οικογένειας Λάτση, με ποσοστό περίπου 40-45%, ενώ το 30-35% παραμένει «κρατικό» και το υπόλοιπο διαμοιράζεται σε διάφορους «θεσμικούς επενδυτές» (funds, εταιρίες διαχείρισης κεφαλαίων κ.ά.).
Τη συμφωνία υπερψήφισε στη Βουλή η κυβερνητική πλειοψηφία της ΝΔ και ένα μέρος της επίσης το ΠΑΣΟΚ. Όπως σημειώνει ο ειδικός Ν. Διαμαντίδης: Συνιστά μια εκτεταμένη παραχώρηση των αποκλειστικών δικαιωμάτων έρευνας και ενδεχόμενης εκμετάλλευσης υδρογονανθράκων σε τέσσερα υπεράκτια «οικόπεδα» της Κρήτης και της Πελοποννήσου, συνολικής έκτασης περίπου 47.000 τετραγωνικών χλμ. H Chevron κατέχει το «λεόντειο» 70% της κοινοπραξίας και τον ρόλο του διαχειριστή. Ενώ η διάρθρωση του σχήματος εκτείνεται σε ένα περίπλοκο δίκτυο θυγατρικών και «θυγατρικών των θυγατρικών». Μεταξύ άλλων, αυτό περιορίζει τη διαφάνεια, διασπά την ευθύνη και δημιουργεί ένα καθεστώς μη λογοδοσίας της «κεντρικής» Chevron σε περίπτωση π.χ. ενός ατυχήματος.
Συμφωνία δε σημαίνει αυτόματα και εύρεση ή άντληση κοιτασμάτων: σε πρώτη φάση, θα γίνουν σεισμικές έρευνες, με ορίζοντα 5ετίας για την ανίχνευση γεωλογικών «στόχων», που αργότερα θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε δοκιμαστικές γεωτρήσεις. Η «βιωσιμότητα» τέτοιων έργων, δηλαδή αν η εξόρυξη συμφέρει οικονομικά, συχνά δεν είναι εγγυημένη. Πολλά μπορούν να συμβούν μέχρι τότε και, γενικά, η πορεία τέτοιων έργων εξαρτάται πάρα πολύ από τις πολιτικές συνθήκες στην ευρύτερη περιοχή και τους ανταγωνισμούς των ιμπεριαλιστών. Έτσι π.χ. το 2021 είχε αποχωρήσει από τέτοιες συμβάσεις η ισπανική Repsol από το Ιόνιο και την Αιτωλοακαρνανία, ενώ το 2022 η γαλλική Total από τα νοτιοδυτικά της Κρήτης. Οι συμβάσεις είχαν καθυστερήσει, πιθανόν τα οικονομικά μεγέθη δεν αποδείχτηκαν πρόσφορα, αλλά επίσης είναι πολύ πιθανό ότι το «βραχυκύκλωμα» οφείλεται στην αυξανόμενη επιθετικότητα των ΗΠΑ ενάντια στους Ευρωπαίους ιμπεριαλιστές.
Ο ελληνικός καπιταλισμός, λίγο μετά το 2010, σχεδόν παράλληλα με την είσοδο στη μεγάλη μνημονιακή χρεοκοπία και κρίση και στη διεθνή υποβάθμισή του, δήλωσε υποψήφιος στο νέο «παιχνίδι» που άνοιγε στην ευρύτερη περιοχή της ΝΑ Μεσογείου για τα ενεργειακά κοιτάσματα (τότε ένας σχετικά νέος παράγοντας). Aν και είχε χτυπηθεί σοβαρά από την κρίση, είδε μια ευκαιρία να βρει διέξοδο σε ό,τι περισσότερο μπορούσε να κατοχυρώσει σε ΑΟΖ και «οικόπεδα». Γι’ αυτό επαίρεται σήμερα το ΠΑΣΟΚ, ότι αυτή η πολιτική ξεκίνησε με την κυβέρνησή του το 2011, με τότε υπουργό τον προβεβλημένο σήμερα Γ. Μανιάτη (ν. 4001 για τους υδρογονάνθρακες). Συνεχίστηκε από τις μνημονιακές κυβερνήσεις των Σαμαρά-Βενιζέλου (ΝΔ-ΠΑΣΟΚ) και του Τσίπρα (ΣΥΡΙΖΑ), που την εμβάθυναν σε «αναβάθμιση της στρατηγικής σχέσης με τις ΗΠΑ» και σε οικοδόμηση του αντιδραστικού «άξονα» με το σιωνιστικό κράτος-δολοφόνο του Ισραήλ. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη, αφού για ένα διάστημα πρόταξε υποκριτικά τη λεγόμενη «πράσινη μετάβαση» (ώστε να ολοκληρώσει την ιδιωτικοποίηση της ΔΕΗ και να ταΐσει την κερδοσκοπία των καπιταλιστών του ενεργειακού τομέα, που σήμερα βλέπουν τα τιμολόγια ρεύματος ως «χρυσοφόρο όρνιθα»), έφτασε να δηλώνει ότι το φυσικό α έριο ανήκει στον περασμένο αιώνα – αλλά σήμερα έχει γίνει ντελάλης και πελάτης των αμερικανικών πολυεθνικών και του LNG τους, κάτω από το «σιδερένιο τακούνι» της νέας πρέσβειρας (ας είναι και αστραφτερό κιτς, τέτοια αθλιότητα…).
Από αυτήν την πολιτική, όπως και από τη μεγαλόσχημη «μετατροπή της Ελλάδας σε ενεργειακό κόμβο» για την προώθηση αμερικανικού υγροποιημένου φυσικού αερίου LNG (πανάκριβο σε σύγκριση με το «απαγορευμένο» ρωσικό φυσικό αέριο), μια ελίτ καπιταλιστών και εφοπλιστών, πλουσίων και σύγχρονων «μαυραγοριτών» πλουτίζει, συνεργαζόμενη άμεσα με τον αμερικανικό ιμπεριαλισμό. Αυτό βέβαια δεν έχει καμία σχέση με τη διαφημιζόμενη «αναβάθμιση» της χώρας και πολύ περισσότερο με μια ανακούφιση για τους εργαζόμενους και τα λαϊκά στρώματα. Στο ελληνικό Δημόσιο μένουν τα ψίχουλα – αντίθετα, δίνονται τεράστιες εγγυήσεις για τα ρίσκα ή τις ζημιές της κοινοπραξίας. Αλλά και αυτά τα ψίχουλα δεν προορίζονται για καμία ενίσχυση της παραγωγής και των επενδύσεων: είναι ήδη δεσμευμένα στα «πρωτογενή πλεονάσματα» (φοροληστεία, μείωση κοινωνικών δαπανών), στην αρπακτική ενίσχυση του κεφαλαίου (αποπληρωμή του χρέους, επιδοτήσεις και ενισχύσεις κάθε είδους), στους θηριώδεις εξοπλισμούς.
Τέλος, όλο το «κύκλωμα» των αποφάσεων βρίσκεται με αποφασιστικό τρόπο κάτω από την κηδεμονία της Chevron και των στρατηγικών συμφερόντων των ΗΠΑ – δεν υπάρχει κανένας «εθνικός» έλεγχος.
Η κυβέρνηση Μητσοτάκη κομπάζει ότι με τη συμφωνία ασκεί στη πράξη τα «κυριαρχικά δικαιώματα χώρας» στην ΑΟΖ, πιέζει την Τουρκία κ.λπ. Αλλά αυτό μάλλον αποτελεί ανέξοδο, πολιτικάντικο τρικ σε βάρος όσων την αμφισβητούν από τον χώρο της Δεξιάς (π.χ. Σαμαράς). Η συμφωνία προβλέπει ρητά ότι οι συντεταγμένες των «οικοπέδων» δεν ορίζονται με βάση ό,τι θέλει να θεωρεί ως «δική του» ΑΟΖ ο ελληνικός καπιταλισμός. Εκθέτοντας έτσι τις φλυαρίες ότι μια ιμπεριαλιστική πολυεθνική θα ρισκάρει τις σχέσεις της με άλλες ισχυρές δυνάμεις της περιοχής, προς χάριν όσων θέλει να θεωρεί «κυριαρχικό δικαίωμά» του ο ελληνικός καπιταλισμός.
Ακόμα πιο επικίνδυνα είναι τα μεγάλα θέματα, που έρχονται «πακέτο» με αυτές τις συμφωνίες: α) Οι εξορύξεις συνοδεύονται από μεγάλους κινδύνους για περιβαλλοντικές καταστροφές. Δυστυχώς υπάρχουν άπειρα παραδείγματα. β) Ενώ υπάρχει επείγουσα ανάγκη (και τεχνικές δυνατότητες) για μια σχεδιασμένη κατάργηση των ορυκτών καυσίμων, σε ένα πλαίσιο διεθνούς συνεργασίας, η κρίση του συστήματος και οι ανταγωνισμοί έχουν ακυρώσει ακόμα και τους πιο μετριοπαθείς «πράσινους» στόχους, απογειώνοντας ξανά τις πιο ρυπογόνες πηγές ενέργειας – με αποτέλεσμα τον παροξυσμό της περιβαλλοντικής κρίσης και καταστροφής. γ) Το μοντέλο μιας καπιταλιστικής οικονομίας/χώρας, που θέλει να «ζει» από τέτοιες συμβάσεις (αυτό που ορισμένοι ονομάζουν «εξορυκτικός καπιταλισμός»), είναι βαθιά αντιδραστικό και αδιέξοδο. Σημαίνει ότι δε θα υπάρχει καμία φροντίδα για τις υποδομές, την παραγωγή κ.λπ. αλλά ότι μετατρεπόμαστε σε μια «μονοκαλλιέργεια» φτηνής παροχής και τράνζιτ μεταφοράς μιας πρώτης ύλης. Παλιότερα τέτοιες χώρες τις έλεγαν νέτα σκέτα προτεκτοράτα – σε κάθε περίπτωση, έχουμε και από αυτήν την άποψη την παραπέρα υποβάθμιση του ελληνικού καπιταλισμού σε μια περιθωριακή ή ασήμαντη θέση στον διεθνή καταμερισμό εργασίας.
Τέλος, και ίσως το πιο σημαντικό και πιο επικίνδυνο; Πρόκειται για μια τυχοδιωκτική κατεύθυνση του ελληνικού καπιταλισμού, που σαν την ύαινα δείχνει διατεθιμένος να ρισκάρει στα χειρότερα σχέδια των ΗΠΑ-Ισραήλ, μήπως βρει ένα «αντίβαρο» στην τεράστια κρίση και διεθνή υποβάθμισή του. Μάλιστα, δείχνει να «τρώγεται» να συμμετάσχει σε απόπειρες περικύκλωσης ή διαμελισμού του ισχυρού τουρκικού καπιταλισμού (που είναι πλέον ένας υποϊμπεριαλισμός, με τις όποιες αντιφάσεις ή αστάθειές του), αν αυτό αποφασίσει ο αμερικανικός ιμπεριαλισμός και οι σιωνιστές. Στη σύγχρονη ελληνική ιστορία, μια προηγούμενη τέτοια μεγαλοϊδεάτικη εξόρμηση κατέληξε στη Μικρασιατική Καταστροφή του 1922…
