Η Εξέγερση του Κιλελέρ 1910
Αναδημοσίευση Εργατικής Πάλης Φεβρουαρίου
Τον Μάρτη του 1910, στο Κιλελέρ και σε άλλα χωριά της Θεσσαλίας η σύγκρουση ανάμεσα στους κολίγους και το κράτος πήρε ανοιχτό και αιματηρό χαρακτήρα. Οι πυροβολισμοί του στρατού και της χωροφυλακής ενάντια σε άοπλους αγρότες δεν αποτέλεσαν «υπέρβαση καθήκοντος» ή ένα μεμονωμένο επεισόδιο, αλλά αποκάλυψαν τον πραγματικό ρόλο του αστικού κράτους στην υπεράσπιση της ιδιοκτησίας και της εξουσίας των τσιφλικάδων. Το Κιλελέρ δεν ήταν απλώς ένα αγροτικό ξέσπασμα, ήταν στιγμή όξυνσης της ταξικής πάλης στο εσωτερικό του ελληνικού καπιταλισμού.
Για να κατανοηθεί το Κιλελέρ, πρέπει να δούμε τις οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες που το προετοίμασαν. Η ενσωμάτωση της Θεσσαλίας στο ελληνικό κράτος το 1881 δε σήμανε καμία ουσιαστική αλλαγή για τους αγρότες. Τα μεγάλα τσιφλίκια στην περιοχή, κληρονομιά της οθωμανικής περιόδου, διατηρήθηκαν ακέραια. Οι κολίγοι παρέμειναν χωρίς γη, υποχρεωμένοι σε αγγαρείες και στην απόδοση σημαντικού μέρους της παραγωγής στους γαιοκτήμονες. Η ζωή και η εργασία τους ρυθμίζονταν από σχέσεις καταναγκασμού και εξάρτησης, που δεν είχαν καμία σχέση με την «ελευθερία» της μισθωτής εργασίας.
Το αστικό κράτος όχι μόνο δεν αμφισβήτησε αυτές τις σχέσεις, αλλά τις θωράκισε νομικά και κατασταλτικά. Γενικά, ο αναχρονιστικός χαρακτήρα αυτών των μισοφεουδαρχικών σχέσεων αποτελεί εμπόδιο για την καπιταλιστική ανάπτυξη: οι κολίγοι, «δεμένοι με τη γη», δεν μπορούν να μετατραπούν σε μισθωτούς εργάτες, η φτώχεια τους καθηλώνει την εσωτερική αγορά, ενώ η πρόσοδος των γαιοκτημόνων «συμπιέζει» τα κέρδη των βιομηχάνων. Ωστόσο, η ελληνική αστική τάξη, σε μια χώρα εξαρτημένη και σχετικά καθυστερημένη όπως η Ελλάδα, παρότι είχε αρχίσει να προετοιμάζεται για μια σημαντική ανάπτυξή της, ήταν πολύ συντηρητική για να κλονίσει το θέμα της τσιφλικάδικης ιδιοκτησίας, για να λύσει ριζοσπαστικά το αγροτικό ζήτημα.
Πριν το ξέσπασμα του 1910, πολλές συνθήκες είχαν ωριμάσει. Το αγροτικό ζήτημα άρχισε να πολιτικοποιείται μέσα από τη διάδοση της λεγόμενης «αγροτικής ιδέας», δηλαδή της ανάγκης απαλλοτρίωσης των τσιφλικιών και απόδοσης της γης στους καλλιεργητές. Στη ζύμωση συνέβαλαν πρώιμοι σοσιαλιστές και ριζοσπάστες δημοκράτες, αγωνιστές όπως ο Μαρίνος Αντύπας. Αυτός ανέδειξε τη σύνδεση της αγροτικής εκμετάλλευσης με τη γενικότερη κοινωνική αδικία και πλήρωσε τη στάση του με τη ζωή του. Η δολοφονία του από όργανα των τσιφλικάδων έδειξε τον φόβο κράτους-τσιφλικάδων για μια ριζοσπαστικοποίηση των αγροτών και προκάλεσε έντονη αναταραχή στη Θεσσαλία.
Ταυτόχρονα, η άνοδος του εργατικού κινήματος στα αστικά κέντρα, και ιδιαίτερα στον Βόλο, με τη δράση του Εργατικού Κέντρου και τις σημαντικές απεργιακές κινητοποιήσεις της περιόδου, άσκησε επιρροή και στην ύπαιθρο, μεταφέροντας πολύτιμες εμπειρίες συλλογικής οργάνωσης και αγώνα.
Στις 17 Φλεβάρη 1910, συγκροτήθηκε η Πανθεσσαλική Επιτροπή, με στόχο τον συντονισμό και την οργάνωση μαζικών αγροτικών συλλαλητηρίων σε όλες τις θεσσαλικές πόλεις. Λίγες μέρες αργότερα, το πρώτο μεγάλο συλλαλητήριο στη Λάρισα χτυπήθηκε από τις δυνάμεις καταστολής, οξύνοντας την κατάσταση και επιβεβαιώνοντας την αδιαλλαξία του κράτους απέναντι στα αγροτικά αιτήματα.
Οι εξελίξεις έγιναν γρήγορα γνωστές σε όλη τη χώρα και άρχισε να γίνεται λόγος για «θεσσαλική εξέγερση». Η κυβέρνηση αντέδρασε με πανικό: προχώρησε σε συλλήψεις αγροτών και αγωνιστών, έστειλε τρεις μεραρχίες στρατού στη Θεσσαλία και έδωσε εντολές να επιβληθεί «τάξη πάση θυσία». Μέσα σε αυτό το κλίμα, καλέστηκε νέα παναγροτική κινητοποίηση στη Λάρισα για τις 6 Μάρτη 1910.
Η εξέγερση ξέσπασε το πρωί της ίδιας μέρας, όταν εκατοντάδες αγρότες από χωριά της Θεσσαλίας επιχείρησαν να μεταβούν με τρένο στη Λάρισα για να συμμετάσχουν στο συλλαλητήριο, αρνούμενοι να πληρώσουν εισιτήριο. Η άρνηση των αρχών οδήγησε σε σύγκρουση στον σταθμό του Κιλελέρ, όπου η χωροφυλακή άνοιξε πυρ εναντίον άοπλων αγροτών, σκοτώνοντας δύο και τραυματίζοντας πολλούς. Το τρένο συνέχισε την πορεία του χωρίς να παραλάβει τους τραυματίες και νεκρούς, ενώ οι ειδήσεις προκάλεσαν γενικευμένες συγκρούσεις στη Λάρισα και σε άλλα σημεία της Θεσσαλίας.
Ο χαρακτήρας του Κιλελέρ δεν μπορεί να περιοριστεί σε ένα «αγροτικό αίτημα για γη». Ήταν σύγκρουση ανάμεσα σε εκμεταλλευόμενους και εκμεταλλευτές. Το αίτημα για γη δε σήμαινε απλώς μια διαφορετική κατανομή ιδιοκτησίας, αλλά αμφισβήτηση των ίδιων των σχέσεων καταπίεσης, που στήριζαν την εξουσία των τσιφλικάδων και του κράτους.
Οι συνέπειες που ακολούθησαν ήταν αποκαλυπτικές. Οι απαλλοτριώσεις προχώρησαν αργά, περιορισμένα και με βασικό στόχο την εκτόνωση της κοινωνικής έντασης. Το αγροτικό ζήτημα δε λύθηκε άμεσα. Ωστόσο, το Κιλελέρ είχε ανοίξει έναν δρόμο, που δεν μπορούσε πια να κλείσει. Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή (1922), η ανάγκη εγκατάστασης των προσφύγων επιτάχυνε την ολοκλήρωση, κατά βάση, της αγροτικής μεταρρύθμισης – μια πραγματική, σημαντική κατάκτηση των αγροτικών αγώνων, όχι κάποιας «φωτισμένης» αστικής πολιτικής. Η κατάργηση της κολιγιάς και των μεγάλων τσιφλικιών ήταν ιστορικά αναγκαίο και προοδευτικό βήμα. Σήμανε το τέλος των σχέσεων προσωπικής εξάρτησης και καταναγκασμού, επέτρεψε στους αγρότες να αποκτήσουν γη, βελτίωσε ουσιαστικά τις συνθήκες ζωής στην ύπαιθρο. Για πρώτη φορά, ευρύτερα στρώματα αγροτών απέκτησαν μια σταθερή βάση επιβίωσης – παρά το γεγονός, βέβαια, ότι η ανάπτυξη του ελληνικού καπιταλισμού θα έφερνε και νέες σχέσεις εκμετάλλευσης των ανεξάρτητων μικροϊδιοκτητών γης (μέσω του κατακερματισμού των κλήρων, της εμπορευματικής κυκλοφορίας του αγροτικού προϊόντος στην αγορά, των κρατικών φόρων, των δανείων από τράπεζες και τοκογλύφους, της εξάρτησης από το ιδιωτικό και κρατικό εμπορικό κεφάλαιο κ.ά.).
Το Κιλελέρ ανέδειξε επίσης τα όρια της αυθόρμητης εξέγερσης. Η απουσία ακόμα εκείνη την εποχή ισχυρού οργανωμένου εργατικού κινήματος και ενός επαναστατικού κόμματος, δεν μπορούσε να δώσει ευρύτερη πολιτική προοπτική στον αγώνα. Έτσι, το Κιλελέρ επιβεβαίωσε την ανάγκη ισχυρής ανεξάρτητης πολιτικής και οργάνωσης των εργατών, που θα φέρει μαζί της σε συμμαχία τους αγρότες.
Πάνω από έναν αιώνα μετά, η επικαιρότητα του Κιλελέρ παραμένει. Η συγκέντρωση γης και παραγωγής, η κυριαρχία των μεγάλων αγροτοδιατροφικών επιχειρήσεων, η πολιτική ΚΑΠ/ΕΕ, η κρίση του ελληνικού καπιταλισμού οδηγούν στο ξεκλήρισμα των μικρών αγροτών. Οι σύγχρονοι αγροτικοί αγώνες, όπως τα πρόσφατα μπλόκα, δείχνουν ότι αυτή η ταξική σύγκρουση συνεχίζεται, ενάντια στους σύγχρονους «τσιφλικάδες» της κυβέρνησης, της ΕΕ, των ΟΠΕΚΕΠΕδων. Το Κιλελέρ είναι μια ιστορική εμπειρία, που δείχνει πόσο επίκαιρη είναι σήμερα η κοινή πάλη των αγροτών στο πλευρό των εργαζόμενων – αλλά και την ανάγκη το εργατικό κίνημα να ανασυνταχθεί ώστε να δώσει αποτελεσματική κατεύθυνση πάλης σε ευρύτερα λαϊκά στρώματα.