Αυξήσεις στο νερό Aντιλαϊκό χαράτσι, προάγγελος ιδιωτικοποίησης
Αναδημοσίευση Εργατικής Πάλης Ιανουαρίου
Οι αυξήσεις στα τιμολόγια του νερού, που ανακοινώθηκαν πρόσφατα και τις οποίες είχε προαναγγείλει ο Μητσοτάκης, δεν είναι προσωρινό μέτρο ή τεχνική αναγκαιότητα. Αποτελούν μέρος μιας συνολικής πολιτικής, που φορτώνει διαρκώς την κρίση στην εργατική τάξη και τα λαϊκά στρώματα. Ενώ το λαϊκό εισόδημα συνθλίβεται από την ακρίβεια, το νερό μετατρέπεται σε ακόμα ένα πεδίο αφαίμαξης, σύμφωνα με την πολιτική των Μνημόνιων και της ιδιωτικοποίησης.
Τι αλλάζει στα τιμολόγια
Οι αυξήσεις εμφανίζονται με διάφορες μορφές: αναπροσαρμογές τιμών, αύξηση παγίων, «ρήτρες κόστους», περιβαλλοντικά τέλη. Η Ρυθμιστική Αρχή Αποβλήτων, Ενέργειας και Υδάτων (ΡΑΑΕΥ) ενέκρινε πριν λίγες μέρες την εισήγηση της ΕΥΔΑΠ για αλλαγές στα τιμολόγια: 1. Αύξηση των πάγιων χρεώσεων κατά περίπου 1 ευρώ τον μήνα στους λογαριασμούς των νοικοκυριών. 2. Εισάγεται νέο πάγιο για την αποχέτευση, περίπου 1 ευρώ τον μήνα (πλέον ΦΠΑ). Συνολικά, αυτό σημαίνει περίπου 7-8 ευρώ επιπλέον στους οικογενειακούς λογαριασμούς, ακόμα κι αν η κατανάλωση παραμένει ίδια. Οι αυξήσεις ισχύουν από 1/1/2026 και θα διαρκέσουν μέχρι το 2029, ως μέρος του νέου «ρυθμιστικού πλαισίου».
Οι αυξήσεις παρουσιάζονται ως αναγκαίες για τη «βιωσιμότητα» των εταιρειών ύδρευσης, όμως μετακυλούν το κόστος απευθείας στους καταναλωτές. Τα μέτρα πλήττουν δυσανάλογα τα εργατικά και λαϊκά νοικοκυριά, άνεργους, συνταξιούχους και φτωχές οικογένειες, που καταναλώνουν νερό για βασικές ανάγκες. Την ίδια στιγμή, το επιχείρημα της «εξοικονόμησης» χρησιμοποιείται προσχηματικά. Η πραγματική σπατάλη δεν προέρχεται από τα λαϊκά νοικοκυριά, αλλά από τον μαζικό τουρισμό (που εκθειάζεται ως «νέο παραγωγικό μοντέλο»), την πολυτελή και προκλητική διαβίωση της πλούσιας ελίτ, που ανεξέλεγκτα σπαταλά τεράστιες ποσότητες. Έτσι, το νερό μετατρέπεται σε εμπόρευμα: όποιος δεν έχει να πληρώσει, το στερείται. Πρόκειται για καθαρά ταξική πολιτική επιλογή, που βαθαίνει τις κοινωνικές ανισότητες και υπονομεύει στοιχειώδη δικαιώματα.
Οι αυξήσεις αποτελούν άμεση εφαρμογή κατευθύνσεων της ΕΕ. Η αρχή της «ανάκτησης κόστους», η εμπορευματοποίηση των φυσικών πόρων και η λειτουργία των δημόσιων επιχειρήσεων με ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια είναι βασικοί πυλώνες της «ευρωπαϊκής πολιτικής» εδώ και δεκαετίες. Όλες οι αστικές και μνημονιακές κυβερνήσεις, ανεξαρτήτως κομματικής απόχρωσης, υλοποιούν αυτήν τη στρατηγική. Οι σημερινές αυξήσεις αποτελούν συνέχεια των μνημονιακών δεσμεύσεων και των αντιδραστικών «μεταρρυθμίσεων», που τις συνοδεύουν. Με τον ίδιο τρόπο που π.χ. η λεγόμενη «πράσινη μετάβαση» λειτουργεί ως επιπλέον μοχλός ιδιωτικοποίησης, επιδότησης του κεφαλαίου με κρατικό χρήμα και υπέρογκου κόστους της ενέργειας για τον λαό.
Ιδιωτικοποίηση από την πίσω πόρτα: ΕΥΔΑΠ, ΕΥΑΘ και εργολάβοι
Παρότι τυπικά δημόσιες, ΕΥΔΑΠ και ΕΥΑΘ λειτουργούν ολοένα και περισσότερο με κριτήρια ιδιωτικοοικονομικά, δηλ. για το κέρδος. Εργολαβίες και ΣΔΙΤ αποτελούν βασικά εργαλεία, ακολουθώντας το μοντέλο που εφαρμόστηκε και στη ΔΕΗ, με εκτόξευση τιμών και υποβάθμιση υπηρεσιών. Η ένταξη του νερού στο Υπερταμείο είναι στο επίκεντρο της μνημονιακής επιτήρησης: το κράτος δεσμεύεται να διαχειρίζεται το νερό με τέτοιο τρόπο, ώστε να ανοίξει ο δρόμος της πλήρους ιδιωτικοποίησης και εμπορευματοποίησης.
Οι εργαζόμενοι στις εταιρείες ύδρευσης πλήττονται ταυτόχρονα με τους καταναλωτές, ενώ η ιδιωτικοποίηση του νερού ανοίγει τον δρόμο για τη γενικευμένη λεηλασία και καταστροφή του περιβάλλοντος. Ταυτόχρονα, η εμπειρία από τις χώρες της Ευρώπης, όπου το νερό παραδόθηκε στην «ελεύθερη αγορά», είναι ότι αυξήθηκαν οι τιμές και υποβαθμίστηκε η ποιότητα. Στην Γαλλία, οι τιμές αυξήθηκαν από 1,5 έως 3,5 ευρώ μηνιαίως, ενώ η συντήρηση των υποδομών υποβαθμίστηκε, με αποτέλεσμα διαρροή και απώλεια αποθεμάτων.
Η περιβαλλοντική κρίση αξιοποιείται ως πρόσχημα και «ευκαιρία» για να επιβληθούν οι νέες αυξήσεις και να προωθηθεί η ιδιωτικοποίηση. Οι μεγάλες επιχειρήσεις συνεχίζουν ανενόχλητες να εκμεταλλεύονται και να εξαντλούν τους φυσικούς πόρους, με όλο και πιο μηδαμινούς περιβαλλοντικούς περιορισμούς, ενώ τα λαϊκά στρώματα πληρώνουν «πράσινα» χαράτσια. Δεν υπάρχουν ουσιαστικές επενδύσεις στα δίκτυα, στη μείωση των διαρροών και στις δημόσιες υποδομές. Παράλληλα, το πρόβλημα της λειψυδρίας προβάλλεται σήμερα από την κυβέρνηση ως νέο εργαλείο τρομοκράτησης και νομιμοποίησης αυτής της αντιλαϊκής πολιτικής. Πρόκειται όμως για ένα πρόβλημα που δεν «έπεσε από τον ουρανό», αλλά είναι αποτέλεσμα της διαχρονικής εγκατάλειψης των δημόσιων υποδομών, της απουσίας έργων διαχείρισης υδάτων, της παράδοσης του νερού σε επιχειρηματικά συμφέροντα – και βέβαια της καλπάζουσας περιβαλλοντικής καταστροφής από τον παροξυσμό της κρίσης του συστήματος και τις ακραίες νεοφιλελεύθερες πολιτικές. Αντί να επενδύσουν σε δίκτυα, φράγματα, μείωση των τεράστιων απωλειών, έργα προστασίας από τα «ακραία» καιρικά φαινόμενα κ.λπ., οι κυβερνήσεις επικαλούνται τη λειψυδρία για να επιβάλουν αυξήσεις, περιορισμούς στη λαϊκή κατανάλωση και ιδιωτικοποίηση, δήθεν γιατί τα επιπλέον έσοδα θα οδηγήσουν σε επενδύσεις και αντιμετώπιση του προβλήματος. Στην πραγματικότητα, αυτά τα ποσά θα συσσωρεύονται από τους ιδιώτες «παρόχους», όπως και με το Χρηματιστήριο Ενέργειας, μετατρέποντας το νερό και το περιβάλλον σε πεδίο κερδοσκοπίας.
Είναι κοινωνικό αγαθό, όχι εμπόρευμα!
Το ποιοτικό, προσιτό, φτηνό νερό είναι βασικό στήριγμα ενός αξιοπρεπούς βιοτικούς επιπέδου, όρος επιβίωσης της εργατικής τάξης και της κοινωνίας με σύγχρονους όρους. Η υπεράσπιση του δημόσιου και κοινωνικού χαρακτήρα του νερού συνδέεται άμεσα με τη συνολική πάλη ενάντια σε ακρίβεια, φτώχεια, Μνημόνια, ενάντια σε μια γενικευμένη οπισθοδρόμηση.
Το εργατικό κίνημα πρέπει να απαντήσει με ένα Πρόγραμμα Σωτηρίας, που ξεκινά από τις άμεσες ανάγκες. Απαιτούνται μαζικοί, ενωτικοί, μαχητικοί αγώνες με ξεκάθαρα αιτήματα: ΣΤΟΠ στις αυξήσεις – Καμία ιδιωτικοποίηση. Φτηνά τιμολόγια, ποιοτική ύδρευση για τις κοινωνικές ανάγκες. Οι αναγκαίες επενδύσεις να χρηματοδοτηθούν με έκτακτη, βαριά φορολογία σε κεφάλαιο και πλούσιους και με δραστικά μέτρα απαγόρευσης της πολυτελούς σπατάλης τους. Να βγάλουμε τις εταιρίες ύδρευσης από το Υπερταμείο – το νερό να κηρυχθεί αναπαλλοτρίωτη εθνικοποιημένη ιδιοκτησία, με έναν ενιαίο, δημόσιο φορέα ύδρευσης, κάτω από εργατικό και κοινωνικό έλεγχο. Η κινητοποίηση και δράση των εργαζομένων και της νεολαίας σε αυτή την κατεύθυνση πρέπει να είναι ένα ακόμα από τα κανάλια αντίστασης, που θα ενωθούν σε έναν χείμαρρο για την ανατροπή της επικίνδυνης κυβέρνησης Μητσοτάκη.