Η απεργία πείνας των κρατουμένων της Palestine Action

97624d20-d5ee-11f0-ab62-eb598af64ced

Η απεργία πείνας των κρατουμένων που συνδέθηκαν με την οργάνωση Palestine Action αποτέλεσε μία από τις πιο μακροχρόνιες απεργίες πείνας στη σύγχρονη ιστορία του Ηνωμένου Βασιλείου. Ο αγώνας αυτός δεν υπήρξε ούτε συμβολικός ούτε αποσπασματικός. Αντίθετα, αποτέλεσε προϊόν μιας συνειδητής κρατικής στρατηγικής ποινικοποίησης της πολιτικής δράσης και, ταυτόχρονα, μιας συνειδητής επιλογής των κρατουμένων να μετατρέψουν το ίδιο τους το σώμα σε πεδίο πολιτικής σύγκρουσης.

Η Χέμπα Μουράισι έφτασε και ξεπέρασε τις 66 ημέρες απεργίας πείνας, ξεπερνώντας χρονικά ακόμη και την απεργία πείνας του Μπόμπι Σαντς το 1981. Δεν επρόκειτο απλώς για έναν αριθμό ημερών, αλλά για την απόδειξη ότι, σαράντα και πλέον χρόνια μετά τις απεργίες πείνας του ΙΡΑ, το βρετανικό κράτος εξακολουθούσε να επιλέγει την αδιαλλαξία, ακόμη και μπροστά στον άμεσο κίνδυνο θανάτου κρατουμένων που δεν είχαν καταδικαστεί για κανένα αδίκημα.

Οι απεργοί πείνας Χέμπα Μουράισι, Καμράν Άχμεντ και Λιούι Κιαραμέλο κρατούνταν σε καθεστώς προφυλάκισης με κατηγορίες που σχετίζονταν με τη δράση της Palestine Action, χωρίς να έχει εκδοθεί καμία καταδικαστική απόφαση. Παρά το γεγονός ότι η ίδια η βρετανική νομοθεσία ορίζει ανώτατο όριο έξι μηνών προφυλάκισης, οι συγκεκριμένοι κρατούμενοι αντιμετώπιζαν περιόδους κράτησης που έφταναν τους 18 έως και 20 μήνες. Η παρατεταμένη αυτή προφυλάκιση δεν αποτέλεσε νομική εξαίρεση, αλλά συνειδητό εργαλείο πίεσης και εξόντωσης.

Οι συνθήκες κράτησης επιβλήθηκαν στο πλαίσιο «τρομοκρατικών καθεστώτων». Οι κρατούμενοι στερήθηκαν βασικά δικαιώματα: περιορισμένες ή ανύπαρκτες επικοινωνίες, απαγόρευση επισκέψεων, αποκοπή από τις νομικές τους ομάδες, απαγόρευση πρόσβασης σε βιβλία και βιβλιοθήκη, καθώς και επιβολή διαταγών μη συναναστροφής. Η αιφνίδια μεταγωγή της Μουράισι στη φυλακή Νιου Χολ στο Γιορκσάιρ, μακριά από την οικογένειά της και την άρρωστη μητέρα της, αποτέλεσε χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της στρατηγικής απομόνωσης.

Η απαγόρευση της Palestine Action τον Ιούλιο του 2025, βάσει του νόμου περί τρομοκρατίας του 2000, σηματοδότησε μια νέα φάση κρατικής καταστολής. Χιλιάδες συλλήψεις ακολούθησαν, πολλές από αυτές στο πλαίσιο ειρηνικών καθιστικών διαμαρτυριών σε κεντρικά σημεία του Λονδίνου. Οι συγκεντρώσεις αλληλεγγύης μετατράπηκαν σε λόγο δίωξης.

Σε αυτό το πλαίσιο, η απεργία πείνας δεν υπήρξε απλώς μια κραυγή απόγνωσης, αλλά μια πολιτική καταγγελία απέναντι στην κρατική καταστολή. Ακόμη και χωρίς καταδίκη, οι κρατούμενοι τιμωρούνταν μέσω της αβεβαιότητας, της απομόνωσης και της φυσικής εξάντλησης. Οι απεργοί υπέστησαν σοβαρές σωματικές βλάβες, όπως αναπνευστικές δυσκολίες, ανεξέλεγκτους μυϊκούς σπασμούς και αυξημένους νευρολογικούς κινδύνους, επιβεβαιώνοντας ότι η κατάσταση είχε φτάσει σε οριακό σημείο, με πραγματικό ενδεχόμενο απώλειας ανθρώπινων ζωών.

Ο αγώνας αυτός, ωστόσο, δεν έμεινε περιορισμένος εντός των φυλακών. Αντίθετα, προκάλεσε ένα εκτεταμένο κύμα διεθνούς αλληλεγγύης. Κινητοποιήσεις οργανώθηκαν σε πολλές χώρες, μετατρέποντας την απεργία πείνας σε διεθνές πολιτικό γεγονός. Στην Ελλάδα πραγματοποιήθηκαν παρεμβάσεις και δράσεις αλληλεγγύης, εντάσσοντας την υπόθεση των απεργών πείνας στον ευρύτερο αγώνα ενάντια στην καταστολή και υπέρ της Παλαιστίνης. Η διεθνής πίεση λειτούργησε ως κρίσιμος παράγοντας: το βρετανικό κράτος δεν μπόρεσε να διαχειριστεί σιωπηλά την υπόθεση, ούτε να απομονώσει πολιτικά τους απεργούς.

Η λήξη της απεργίας πείνας δεν ισοδυναμούσε με πλήρη νίκη. Πολλά αιτήματα παρέμειναν ανεκπλήρωτα. Ωστόσο, η απόσυρση σημαντικού στρατιωτικού συμβολαίου με την Έλμπιτ Σίστεμς αποτέλεσε μια ουσιαστική πολιτική υποχώρηση και επιβεβαίωσε ότι ο αγώνας είχε απτά αποτελέσματα.