Εκλογή Μαμντάνι
Αναδημοσίευση Εργατικής Πάλης Δεκεμβρίου
Ανάχωμα στον Τραμπισμό ή ξανά ένας αποπροσανατολισμός;
Στις 4 Νοεμβρίου, ο Ζόχραν Μαμντάνι εκλέχθηκε δήμαρχος της Νέας Υόρκης με το 50,4% των ψήφων έναντι 41,6% του «ανεξάρτητου» Δημοκρατικού Άντριου Κουόμο, στηριζόμενου από τον ίδιο τον Τραμπ, και 7,1% του Ρεπουμπλικάνου υποψηφίου. Κεντρικό αίτημα της προεκλογικής του καμπάνιας ήταν να κάνει την πόλη «πιο προσιτή για τους πολλούς» όσο και η αυτοπροβολή. Όντας μουσουλμάνος μετανάστης, προσπάθησε με τακτικές μάρκετινγκ να «ταυτιστεί» με τα πιο αδύναμα και φτωχά λαϊκά στρώματα, που αντιμετωπίζουν την καταστροφή των κοινωνικών δαπανών, την καταρράκωση του βιοτικού τους επιπέδου.
Το κόστος ζωής και τα ενοίκια έχουν εκτιναχθεί, πληθαίνουν όσοι ζουν με λιγότερα από 1.500 δολάρια τον μήνα, ενώ σημαντικό κομμάτι στηριζόταν στα συσσίτια που πρόσφατα περιέκοψε ο Τραμπ. 40% των Νεοϋορκέζων έχουν γεννηθεί στο εξωτερικό και περίπου το 20% ζει κάτω από το όριο φτώχειας, κυρίως σε περιοχές όπως το Μπρονξ και το Μπρούκλιν. Η ψαλίδα με τις πλουσιότερες συνοικίες, όπως το Μανχάταν, όπου βρίσκεται μεγάλο μέρος των υπερ-πλούσιων, ανοίγει οδυνηρά. Το πρόγραμμα του Μαμντάνι αφορά πάγωμα των ενοικίων, δωρεάν ιατροφαρμακευτική περίθαλψη για όλα τα παιδιά και δωρεάν συγκοινωνίες, κοινωνικά παντοπωλεία με μειωμένες τιμές τροφίμων, δωρεάν βρεφονηπιακούς και παιδικούς σταθμούς, κατασκευή 200.000 νέων οικονομικά προσιτών κατοικιών, κατώτατο μισθό 30 δολάρια/ ώρα ως το 2030. Δηλώνει ότι θα χρηματοδοτήσει το κόστος των μέτρων με αύξηση της φορολογίας σε όσους βγάζουν πάνω από 1 εκ. δολάρια ετησίως.
Παρά τα παχιά λόγια, η υλοποίηση τέτοιων εξαγγελιών είναι εξαιρετικά επισφαλής. Πολλά θα εξαρτηθούν από τον «ρεαλισμό» του δημοτικού προϋπολογισμού. Συν τοις άλλοις, η αρμοδιότητα του δημάρχου να παρεμβαίνει στις τιμές των ενοικίων είναι περιορισμένη. Το πάγωμα των ενοικίων για τέσσερα χρόνια θα αφορά ένα μικρό ποσοστό διαμερισμάτων, που βρίσκονται κάτω από συγκεκριμένο καθεστώς, οι αυξήσεις ή μειώσεις ορίζονται από τη νομοθεσία, χωρίς δυνατότητες μεγάλης παρέμβασης. Η χρηματοδότηση τέτοιων μέτρων μέσω μιας προοδευτικής φορολογίας των πλουσίων απαιτεί πρώτα σοβαρές ρήξεις. Κατά δεύτερον, ο δήμαρχος μπορεί να προτείνει δημοτικά τέλη, αλλά δεν μπορεί να επιβάλει φόρους σε ομοσπονδιακό επίπεδο.
Πολύ περισσότερο, ο Μαμντάνι, όποια «ταμπέλα» και αν του αποδίδεται ή δίνει ο ίδιος στον εαυτό του (ενός «σοσιαλιστή», «φιλοπαλαιστίνιου», με τη μεριά των «από κάτω» κ.λπ.) και παρότι μπορεί να μην ήταν η πρώτη επιλογή των πιο «σκληρών» κομματιών των ελίτ, δεν παύει να έχει στενές σχέσεις με αυτές και πάντως δε βρίσκεται σε κάποιο αγεφύρωτο χάσμα μαζί τους. Αυτό φαίνεται και από το επιτελείο, που πλαισιώνει τη νέα δημοτική αρχή. Επικεφαλής του Αστυνομικού Τμήματος της Νέας Υόρκης παραμένει η Τζέσικα Τις, γόνος μια από τις πλουσιότερες οικογένειες της πόλης και μέλος της Εβραϊκής Ένωσης Κατά της Δυσφήμησης, μιας σιωνιστικής οργάνωσης που ευθύνεται για τις διώξεις πολλών αγωνιστών του κινήματος αλληλεγγύης στην Παλαιστίνη με την κατηγορία του αντισημιτισμού. Στο πλευρό του Mαμντάνι βρίσκεται και ο Πάτρικ Γκάσπαρντ, πρώην πρόεδρος του Ιδρύματος Ανοιχτής Κοινωνίας του δισεκατομμυριούχου και αρχικερδοσκόπου Τζορτζ Σόρος, που βρίσκεται στον σκληρό πυρήνα του Δημοκρατικού Κόμματος.
Η νίκη Μαμντάνι σίγουρα δε συνιστά «κόκκινη απειλή», όπως παρουσιάζεται στα πρωτοσέλιδα των New York Times. Αποτελεί κομμάτι της ευρύτερης δυσπιστίας και οργής για τον Τραμπισμό, για μια οικονομική και κοινωνική κατάσταση όλο και πιο αφόρητη. Το προηγούμενο διάστημα, η ομπρέλα οργανώσεων και συλλογικοτήτων No Kings οργάνωσε στις 18 Οκτωβρίου μια από τις μεγαλύτερες πανεθνικές διαδηλώσεις των τελευταίων δεκαετιών, µε 7-8 εκ. διαδηλωτές σε 2.700 πόλεις και κωμοπόλεις σε όλη τη χώρα. Οι μαζικές διαδηλώσεις έχουν ήδη φθείρει την κυβέρνηση Τραμπ, αποσπώντας ψηφοφόρους από αυτόν. Ενδεικτικές είναι και οι μαζικές συγκεντρώσεις της λεγόμενης «Αριστεράς» των Δημοκρατικών (Σάντερς, Ορτέζ, κ.α.) τους προηγούμενους μήνες, με μερικές να φτάνουν ακόμα τις 30.000 κόσμου. Το κίνημα όμως υστερεί σοβαρά σε πολιτικό πρόγραμμα, κινδυνεύοντας να εγκλωβιστεί στο «μικρότερο κακό» των Δημοκρατικών (που κάθε φορά είναι ένα όλο και μεγαλύτερο κακό). Αν αυτό συμβεί ξανά, θα ήταν μοιραίο και εδώ γίνεται επικίνδυνος και ο ρόλος ενός προσώπου όπως ο Μαμντάνι.
Βαφτίζοντας τον Μαμντάνι «κομμουνιστή», ο Τραμπ στοχευμένα δημιουργεί εντάσεις, πολώνει το εσωτερικό των ΗΠΑ, για να εδραιώσει ένα σιδηρόφρακτο καθεστώς. Επιχειρεί την ευθυγράμμιση του κρατικού μηχανισμού μέσα από το ξερίζωμα κάθε «αριστερού» αξιωματούχου από τα τμήματα της ομοσπονδιακής κυβέρνησης. Τα νταηλίκια αυτά αξιοποιούνται συστηματικά από διάφορους «προοδευτικούς», που θεμελιώνουν την επικινδυνότητα του Τραμπ στις επιθέσεις του στη λεγόμενη «ΛΟΑΤΚΙ ατζέντα». Αυτή είναι μια παγίδα των Δημοκρατικών στους εργαζόμενους και τη νεολαία –συμπληρωματική στις άλλες «προοδευτικές» αυταπάτες που καλλιεργούν– μέσω της ανορθολογικής προπαγάνδας του αστικού «δικαιωματισμού».
Η εκλογή Μαμντάνι αντικειμενικά δείχνει την κοινωνική και πολιτική πόλωση στο εσωτερικό των ΗΠΑ – εξίσου όμως μπορεί να αποδειχτεί ένας ελιγμός των ελίτ, ώστε να αποπροσανατολίσει την αυξανόμενη οργή των φτωχών λαϊκών στρωμάτων ενάντια στις πολιτικές ενός άγριου ταξικού πολέμου. Γι’ αυτό και είναι επικίνδυνη η προβολή του και από διάφορους «προοδευτικούς» στην Ευρώπη ή και στην Ελλάδα. Το αμερικάνικο εργατικό κίνημα θα πρέπει να ξεκόψει πλήρως από το Δημοκρατικό Κόμμα, να σταματήσει να γίνεται «ουρά» τέτοιων προσώπων – και να δημιουργήσει μια γενιά πρωτοπόρων αγωνιστών και ένα επαναστατικό κόμμα χωρίς τέτοιες αυταπάτες. Είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την ανακοπή της λυσσαλέας επίθεσης του Νο1 ιμπεριαλισμού.