Σούδα: Η βάση-κλειδί της Ανατολικής Μεσογείου και η νέα γεωπολιτική εξίσωση γύρω από το Ιράν
Η άφιξη του αμερικανικού αεροπλανοφόρου USS Gerald R. Ford στον κόλπο της Σούδας δεν αποτελεί μια απλή στάση ανεφοδιασμού ή μια ακόμη συνηθισμένη παρουσία του αμερικανικού στόλου στην Ανατολική Μεσόγειο. Αντιθέτως, εντάσσεται σε μια ευρύτερη στρατηγική αναδιάταξη δυνάμεων που εξελίσσεται με φόντο την κλιμακούμενη ένταση με το Ιράν και την αυξανόμενη αστάθεια στη Μέση Ανατολή. Η συγκυρία είναι ιδιαίτερα φορτισμένη: οι Ηνωμένες Πολιτείες μετακινούν σημαντικές ναυτικές και αεροπορικές δυνάμεις στην περιοχή, ενώ διπλωματικές επαφές υψηλού επιπέδου πραγματοποιούνται στην Ουάσιγκτον με έντονη ελληνική παρουσία. Το ερώτημα που προκύπτει είναι αν η Σούδα μετατρέπεται – de facto – στον βασικό κόμβο επιχειρησιακής υποστήριξης μιας πιθανής στρατιωτικής επιχείρησης κατά της Τεχεράνης.
Η Ναυτική Βάση της Σούδας αποτελεί εδώ και δεκαετίες ένα από τα σημαντικότερα στρατηγικά σημεία των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ στην Ευρώπη. Η γεωγραφική της θέση, στο σταυροδρόμι Ευρώπης, Βόρειας Αφρικής και Μέσης Ανατολής, επιτρέπει ταχεία προβολή ισχύος προς πολλαπλές κατευθύνσεις.
Το λιμάνι βαθέων υδάτων, οι αεροπορικές εγκαταστάσεις και οι δυνατότητες logistics καθιστούν τη βάση ιδανική για: 1) ανεφοδιασμό αεροπλανοφόρων 2) υποστήριξη αεροπορικών επιχειρήσεων 3) συντονισμό ναυτικών δυνάμεων 4) επιχειρήσεις επιτήρησης και ηλεκτρονικού πολέμου. Η παρουσία του μεγαλύτερου και τεχνολογικά πιο προηγμένου αεροπλανοφόρου των ΗΠΑ ενισχύει την εκτίμηση ότι η Σούδα λειτουργεί πλέον ως κεντρικός επιχειρησιακός κόμβος και όχι απλώς ως ενδιάμεσος σταθμός.
Ιδιαίτερη σημασία αποκτά η πληροφορία ότι το Ηνωμένο Βασίλειο αρνήθηκε να επιτρέψει τη χρήση βρετανικών βάσεων για ενδεχόμενες επιθέσεις κατά του Ιράν, επικαλούμενο ζητήματα διεθνούς δικαίου και πολιτικού ρίσκου. Η εξέλιξη αυτή φαίνεται να μετατοπίζει το επιχειρησιακό βάρος νοτιότερα και ανατολικότερα, προς εγκαταστάσεις που ήδη χρησιμοποιούνται από τις αμερικανικές δυνάμεις χωρίς αντίστοιχους πολιτικούς περιορισμούς. Σε αυτό το πλαίσιο, η Σούδα αποκτά αναβαθμισμένο ρόλο, καθώς αποτελεί την πιο ασφαλή και πλήρως λειτουργική δυτική βάση κοντά στη ζώνη πιθανών επιχειρήσεων. Η γεωγραφική πραγματικότητα είναι αμείλικτη: μεταξύ Νόρφολκ και Περσικού Κόλπου, λίγα σημεία παρέχουν τις δυνατότητες που διαθέτει η Κρήτη.
Παράλληλα με τις στρατιωτικές κινήσεις, η έντονη παρουσία της ελληνικής κυβέρνησης στην Ουάσιγκτον δημιουργεί πολιτικά ερωτήματα. Οι συνεχείς επαφές υπουργών, ενεργειακές συζητήσεις, αμυντικές συνεργασίες και σχεδιασμοί υποδομών δείχνουν ότι η στρατιωτική διάσταση συνδέεται με ευρύτερες γεωοικονομικές συμφωνίες. Η ενεργειακή «ασφάλεια» της Ευρώπης, οι «νέοι» διάδρομοι φυσικού αερίου, οι ναυπηγικές συνεργασίες και ο ανταγωνισμός με την κινεζική επιρροή, αποτελούν μέρος μιας συνολικής στρατηγικής που υπερβαίνει την άμεση κρίση με το Ιράν. Η Ελλάδα, σε αυτό το περιβάλλον, εμφανίζεται να επιδιώκει αναβάθμιση του γεωπολιτικού της ρόλου ως βασικού συμμάχου των ΗΠΑ στη Νοτιοανατολική Ευρώπη.
Ωστόσο, η αυξημένη στρατιωτική σημασία συνοδεύεται από κινδύνους. Η μετατροπή μιας χώρας σε μια απέραντη βάση στρατιωτικών επιχειρήσεων θα φέρει πιο κοντά σε περιφερειακές αντιπαραθέσεις, ακόμη και χωρίς άμεση συμμετοχή σε πολεμικές επιχειρήσεις.
Η αυξημένη κινητικότητα γύρω από τη Σούδα δεν είναι ένα μεμονωμένο γεγονός. Αντανακλά τη μετάβαση σε μια νέα γεωπολιτική περίοδο όπου η Μεσόγειος επανέρχεται στο επίκεντρο της παγκόσμιας στρατηγικής. Η πιθανότητα κλιμάκωσης με το Ιράν καθιστά το ερώτημα ακόμη πιο κρίσιμο, καθώς οποιαδήποτε σύγκρουση στη Μέση Ανατολή θα επηρεάσει άμεσα την Ανατολική Μεσόγειο. Ειδικά με βάση όλων των προηγούμενων κινήσεων της πολεμοκάπηλης κυβέρνησης Μητσοτάκη (τα νομοσχέδια του Δένδια, τις Φρεγάτες στην Μ. Ανατολή, κ.α.) μετατρέπουν την χώρα με μια γιγάντια βάση των αμερικάνων και τους εργαζόμενους και τα φτωχά λαϊκά στρώματα κρέας για τα κανόνια.