Επιστροφή Τσίπρα: «Νέα αρχή» με φθαρμένα πρόσωπα και υλικά
Αναδημοσίευση Εργατικής Πάλης Δεκεμβρίου
Με δύο κινήσεις το τελευταίο διάστημα, ο Αλέξης Τσίπρας επιχειρεί να δρομολογήσει την επιστροφή του στο πολιτικό σκηνικό με στόχο να αποτελέσει το «αντίπαλο δέος» στον Μητσοτάκη.
Η μία κίνηση αφορά στην παρουσίαση του Επιστημονικού Συμβουλίου του Ινστιτούτου Τσίπρα, που αποτελείται από 41 μέλη, ανάμεσά τους ο πρώην υπουργός Παιδείας, Γαβρόγλου, πιστός συνοδοιπόρος του και αντικαταστάτης του Φίλη μετά από τη σύγκρουσή του με τον Ιερώνυμο και την εκκλησία για το μάθημα των θρησκευτικών, όπου ο τέως υπουργός σφύριξε άτακτη υποχώρηση. Επίσης: α) ο Δημήτρης Λιάκος, οικονομολόγος, πρώην υφυπουργός παρά τω πρωθυπουργώ από το 2016 έως το 2019. β) Ο Γιώργος Χουλιαράκης, οικονομολόγος αναπληρωτής υπουργός Οικονομικών στην κυβέρνηση Τσίπρα και βασικός διαπραγματευτής στις Βρυξέλλες πριν το δημοψήφισμα του 2015 με τον Ζαν Κλοντ Γιούγκερ για την εξεύρεση λύσης και κατ’ ευθείαν επικοινωνία με τον Προκόπη Παυλόπουλο. γ) ο Φραγκίσκος Κουτεντάκης, οικονομολόγος και επικεφαλής του γραφείου Προϋπολογισμού της Βουλής την περίοδο της κυβέρνησης Τσίπρα. δ) ο Νίκος Μαραντζίδης, ιστορικός κ.ά. Το συμβούλιο αυτό υποτίθεται θα επεξεργαστεί θέσεις πάνω σε θέματα, που ίσως αποτελέσουν το πρόγραμμα για το νέο κόμμα του Τσίπρα.
Η δεύτερη κίνηση είναι η έκδοση του πολυσυζητημένου βιβλίου του στο τέλος του Νοέμβρη και οι συζητήσεις που προκάλεσε το περιεχόμενό του. Είχε προηγηθεί η συνέντευξή του, στις αρχές Οκτώβρη, η πρώτη μετά την παραίτησή του από βουλευτής. Παραίτηση που έτυχε θετικής υποδοχής από συγκεκριμένα ΜΜΕ και με την οποία επιχείρησε να εμφανιστεί ως μεσσίας, όσο κι αν το αρνείται, που θα επανακτήσει τις σχέσεις με τον λαό.
Στον πρόλογο του, ο Τσίπρας πραγματικά με λόγια του αέρα επιχειρεί να παρουσιάσει τα κίνητρα για τη συγγραφή του βιβλίου ως διάθεση για αυτοκριτική και διεκδίκηση της αλήθειας: «Και αν δεν διεκδικήσεις την αλήθεια, αν δεν καταθέσεις τη δική σου μαρτυρία, τότε εγκαταλείπεις αμαχητί όχι μόνο το χθες αλλά και το σήμερα και το αύριο. Κι αυτό το αύριο της πατρίδας μας, αλλά και των συλλογικών αγώνων για μια δίκαιη κοινωνία δεν είμαι διατεθειμένος να το εγκαταλείψω, όχι τουλάχιστον αμαχητί».
Επιπλέον μιλά για μια «αμείλικτη πραγματικότητα» το 2015 που αυτός όμως δεν απέφυγε «να πάρει την ευθύνη» και «δε δείλιασε»(!), ενώ υπηρέτησε, όπως λέει, όχι αυτό που τον συνέφερε «αλλά αυτό που θεώρησε σωστό».
Ποια σχέση μπορεί να έχουν τα παραπάνω με την αυτοκριτική και την αλήθεια, είναι μάλλον ακατανόητο. Ο Τσίπρας είπε ψέματα στους εργαζόμενους και τη νεολαία ότι θα σκίσει τα μνημόνια, ότι έχει πρόγραμμα για την απάλυνση έστω, των τεράστιων κοινωνικών προβλημάτων, με την εξάπλωση της φτώχειας, μάλιστα της ακραίας φτώχειας, την απότομη πτώση του βιοτικού επιπέδου, με την εκτίναξη της ανεργίας, την καταστροφή του παραγωγικού ιστού και την καταβαράθρωση της οικονομίας από την κρίση και χρεοκοπία του ελληνικού καπιταλισμού. Επιπλέον έφερε το 3ο και χειρότερο μνημόνιο, μετέτρεψε τη χώρα σε αποικία χρέους. Όχι μόνο δε βγήκε η χώρα από τα μνημόνια το 2018, αλλά μετατράπηκε σε χώρα μνημονιακής διαρκείας, ό,τι δηλαδή εφαρμόζει και η κυβέρνηση Μητσοτάκη. Είναι μάλλον ο πλέον απίθανος διεκδικητής της αλήθειας ο Τσίπρας.
Σε σχέση με την αυτοκριτική, αυτή πράγματι είναι ανύπαρκτη ή προσχηματική. Όταν όλοι περίπου οι συνεργάτες υπουργοί, που σε τελική ανάλυση αυτός επέλεξε, ήταν το λιγότερο ανίκανοι! Ισχυρίζεται ότι δεν μπορούσε να τους επιβληθεί και να δείξει την ίδια αποφασιστικότητα που έδειξε στις διαπραγματεύσεις… Και τους χαρακτηρίζει ματαιόδοξους (Βαρουφάκης), νάρκισσους (Κασσελάκης), ισχυρίζεται ότι ο στενός του συνεργάτης Νίκος Παππάς «έδειξε απαράδεκτη επιπολαιότητα» στην υπόθεση των τηλεοπτικών αδειών, ο Πολάκης με τη στάση του στη διάρκεια της πανδημίας για τα εμβόλια έκανε κακό στο κόμμα, ότι ακολούθησαν προσωπικές φιλοδοξίες και έσπασαν την συνοχή του κόμματος. Άρα για τον Τσίπρα ούτε λίγο, ούτε πολύ για τη βαθιά κρίση του ΣΥΡΙΖΑ, μετά την βαριά ήττα στις εκλογές του 2019, δεν έφταιγε η μετάλλαξη σε αστικό μνημονιακό κόμμα και ο πρωταγωνιστικός ρόλος του ίδιου σε αυτό, που διέψευσε με όλους τους τρόπους τις προσδοκίες των εργαζομένων και των λαϊκών μαζών και έβγαλε τη ΝΔ του Μητσοτάκη από το περιθώριο, αλλά οι συνεργάτες του. Αυτό δεν είναι αυτοκριτική. Αντίθετα, αποτελεί προσπάθεια αποποίησης των βαριών ευθυνών του από τη μια, ενώ θέλει να δώσει διαπιστευτήρια στους ισχυρούς που βρίσκονται πίσω από την επιστροφή του στο πολιτικό σκηνικό και διεκδίκηση, από μεριάς του, του ρόλου του αντιπάλου του Μητσοτάκη από την άλλη.
Σε σχέση με τους ισχυρισμούς του ότι δεν «ήταν διαχειριστής της κρίσης» και ότι εφάρμοσε «ένα πρόγραμμα κοινωνικής προστασίας», το μόνο που έκανε είναι να μοιράζει πενιχρά επιδόματα στους πλέον περιθωριοποιημένους εργαζόμενους και φτωχούς, θύματα των μνημονίων που συνέχισε να εφαρμόζει. Άλλωστε το ίδιο κάνει και ο Μητσοτάκης με τα ψίχουλα που δίνει, όπως με το επίδομα ενοικίου ή τα 250 ευρώ στους συνταξιούχους.
Η επιστροφή του Τσίπρα και του «νέου κόμματός» του, τα νήματα της οποίας κινούν κάποια ΜΜΕ, επιχειρηματίες και εφοπλιστές έχουν σκοπό να απαντήσουν στη βαθιά πολιτική κρίση του αστικού πολιτικού συστήματος με την απουσία αντιπάλου της ΝΔ. Αυτή η τελευταία βρίσκεται απομονωμένη από τους εργαζόμενους, τη νεολαία και τα φτωχά λαϊκά στρώματα. Έχει επιβάλει τα σκάνδαλα σαν μια κανονικότητα και κυβερνά μόνο με την καταστολή. Η αηδία και η αγανάκτηση των εργαζομένων και των φτωχών λαϊκών στρωμάτων είναι τεράστια. Οι εκβιασμοί του Μητσοτάκη «ΝΔ ή χάος» δεν πιάνουν πλέον στους ψηφοφόρους. Η κυβέρνηση πολύ δύσκολα θα επιβιώσει, όσες «επανεκκινήσεις» κι αν εφεύρει ο Μητσοτάκης.
Από την άλλη η αντιπολίτευση (ΠΑΣΟΚ, Πλεύση Ελευθερίας, Νέα Αριστερά, ΣΥΡΙΖΑ) είναι πολυθρυμματισμένη και δεν μπορεί να αποτελέσει τον δεύτερο πόλο ενός δικομματικού συστήματος. Αυτό το ζήτημα έρχεται να λύσει η επάνοδος του Τσίπρα ως αντίπαλο δέος στον Μητσοτάκη. Αν αυτό επιτευχθεί, πράγμα μάλλον δύσκολο, θα πρόκειται για έναν Τσίπρα, όχι μόνο πλήρως ενσωματωμένο στο σύστημα και πιστό στις άγριες νεοφιλελεύθερες επιθέσεις στα δικαιώματα των εργαζομένων και της νεολαίας, αλλά έναν Τσίπρα αυτονομημένο από την κοινωνία και τις ανάγκες της, όπως είναι και ο Μητσοτάκης. Είναι τουλάχιστον αναίδεια και ύβρις προς τους εργαζόμενους και τη νεολαία, αυτούς δηλαδή που ο Τσίπρας απογοήτευσε σε τέτοιο βαθμό με τη διακυβέρνησή του, που τους επέβαλε το «δεν υπάρχει εναλλακτική» απέναντι στα μνημόνια και τις άγριες νεοφιλελεύθερες επιθέσεις, να ζητά τώρα εκ νέου να τους «σώσει» από τον Μητσοτάκη.