Εκλογές Χιλή 2025: Αποτυχία της Αριστεράς – Επανάκαμψη της Δεξιάς
Αναδημοσίευση Εργατικής Πάλης Δεκεμβρίου
Η εικόνα του πρώτου γύρου (16 Νοεμβρίου 2025, συμμετοχή ~85%) αποτυπώνει μια συντριπτική δεξιά μετατόπιση και όλα δείχνουν ότι η Χιλή θα κυβερνηθεί τα επόμενα τέσσερα χρόνια από έναν συνασπισμό δεξιών κομμάτων, με επικεφαλής μία από τις πιο ακραίες του φράξιες, υπό τον Χοσέ Αντόνιο Καστ. Αυτή η δεξιά —ο Πινοσετισμός— υπάρχει εδώ και δεκαετίες στη χώρα, αλλά για πρώτη φορά θα φτάσει στην κυβέρνηση μέσω εκλογών, με στήριξη από λαϊκά στρώματα και σε ένα διεθνές πλαίσιο που χαρακτηρίζεται από την παγκόσμια άνοδο δυνάμεων της ακροδεξιάς.
Τα εκλογικά αποτελέσματα της Κυριακής 16 Νοεμβρίου δείχνουν με σαφήνεια το μέγεθος της νίκης της δεξιάς. Στις προεδρικές εκλογές, η συμμαχία συγκεντρώνει 50,3% των ψήφων, κατανεμημένων μεταξύ Χοσέ Αντόνιο Καστ (23,9%, Ρεπουμπλικανικό Κόμμα), Γιοχάνες Κάισερ (13,9%, Εθνικό Λιμπερταριανό Κόμμα) και Έβελιν Ματτέι (12,5%, Chile Vamos). Ταυτόχρονα, η δεξιά πτέρυγα εδραιώνει την πλειοψηφία της και στο Κογκρέσο. Από τις 155 έδρες στη Βουλή των Αντιπροσώπων, ο τομέας που έχει ήδη ευθυγραμμιστεί με τον Καστ κατέχει 76, σε σύγκριση με τις 64 που κατέχουν μαζί η αριστερά και η κεντροαριστερά. Στη Γερουσία, η δεξιά πτέρυγα κατέχει τις μισές έδρες.
Αν λάβουμε υπόψη ότι το Λαϊκό Κόμμα (PDG) κέρδισε 14 έδρες στη Βουλή, όλα δείχνουν ότι η δεξιά πτέρυγα στην κυβέρνηση θα είναι σε θέση να σχηματίσει κοινοβουλευτική πλειοψηφία ικανή να φτάσει ακόμη και την πλειοψηφία των 4/7 που απαιτείται για την ψήφιση συνταγματικών μεταρρυθμίσεων. Σε αυτό το πλαίσιο, η παραδοσιακή δεξιά πτέρυγα – η Ανεξάρτητη Δημοκρατική Ένωση, η Εθνική Ανανέωση και η Εβοπόλι, που ομαδοποιούνται στον συνασπισμό Chile Vamos – κατέληξε να ευθυγραμμιστεί με τον Καστ.. Η εκπροσώπηση του μπλοκ στη Γερουσία μειώθηκε από 12 σε 5 έδρες και στη Βουλή των Αντιπροσώπων από 52 σε 23, με ένα από τα κόμματα του συνασπισμού να διαλύεται.
Η κυβερνητική υποψήφια Ζανέτ Χάρα (πρώην Υπουργός Εργασίας) —του Κομμουνιστικού Κόμματος και υποψήφια από τον συνασπισμό «Ενότητα για τη Χιλή»— παρά το γεγονός ότι ήταν η μόνη «προοδευτική» υποψήφια δεν διεξήγαγε μια αριστερή εκλογική καμπάνια και μόλις μπόρεσε να κερδίσει με οριακή διαφορά. Το 26,7% που έλαβε ήταν κατώτερο των προσδοκιών και ακόμη χαμηλότερο από το 38% που υποστήριξε την πρόταση για το Σύνταγμα του 2022.
Πρόκειται για μια παταγώδη αποτυχία της κυβέρνησης Μπόριτς να αντιμετωπίσει την ακροδεξιά ενώ σε θέματα όπως η μετανάστευση και η ασφάλεια μάλιστα οικειοποιήθηκε μέρος της πλατφόρμας των αντιπάλων τους. Η υποψηφιότητα της Χάρα δεν επιδίωξε ούτε να διαφοροποιηθεί από την νεοφιλελεύθερη ατζέντα που έχουν ασπαστεί όλες οι δυνάμεις από την ήττα της συνταγματικής πρότασης τον Οκτώβριο του 2022, ξεκινώντας από την ίδια την κυβέρνηση του Μπόριτς και αυτό δεν μπορούσε παρά να ωφελήσει την ακροδεξιά που πείθει το εκλογικό σώμα και καταφέρνει επίσης να επιβάλει την πολιτική της ατζέντα.
Η έκπληξη του πρώτου γύρου των προεδρικών εκλογών ήταν το 19,7% που έλαβε ο Φράνκο Παρίσι υποψήφιος του PDG, ενός κόμματος μικροαστικής απεύθυνσης με ρητορική κατά της διαφθοράς και των προνομίων της οικονομικής ελίτ. Στην τρίτη προεδρική του υποψηφιότητα, ο Παρίσι τριπλασίασε τις ψήφους του από το 2021.
Οι αρχικές αναλύσεις δείχνουν μια έντονη εδαφική διαίρεση της ψήφου. Μια έκθεση του think tank Faro δείχνει ότι ο Παρίσι θριάμβευσε στον πλούσιο σε ορυχεία βορρά (περιοχές Αρίκα, Ταραπακά, Αντοφαγάστα), η Χάρα κέρδισε την πλειοψηφία στην κεντρική-μητροπολιτική Χιλή (μητροπολιτικές περιοχές και περιοχές Βαλπαραΐσο, καθώς και το νότιο άκρο του Αϊσέν και του Μαγαγιάνες), και ο Καστ κυριάρχησε στον αγροτικό νότο (Αραουκανία, Λος Ρίος, Λος Λάγος).
Η εξουσία πέφτει όπως φαίνεται ως ώριμο φρούτο στα χέρια της ακροδεξιάς μιας και η κυβέρνηση Μπόριτς (ο λατινοαμερικάνος Τσίπρας αν μπορεί να υπάρξει τέτοια σύγκριση) απέτυχε να μετατρέψει την ελπίδα της εξέγερσης του 2019 σε χειροπιαστές κοινωνικές κατακτήσεις για την συντριπτική πλειοψηφία των εργαζομένων και της νεολαίας που θυσιάστηκαν κατά δεκάδες και απέτυχε να ολοκληρώσει την αντικατάσταση του Συντάγματος του Πινοσέτ. Δύο διαδοχικές συνταγματικές διαδικασίες κατέρρευσαν, αφήνοντας τη χώρα χωρίς νέο Σύνταγμα και ενισχύοντας την αίσθηση ότι το πολιτικό σύστημα είναι ανίκανο να αλλάξει πραγματικά. Η οικονομία παρέμεινε στάσιμη για τους πολλούς, η ανισότητα δεν μειώθηκε, η ασφάλεια κυριάρχησε ως θέμα και η κοινωνική κόπωση μετατράπηκε σε δυσπιστία απέναντι στην Αριστερά. Μέσα σε αυτό το κενό θεσμικής και κοινωνικής αποτελεσματικότητας, η Δεξιά επανήλθε πιο ενωμένη και ο νεοφασίστας Καστ μπόρεσε να προβάλλει ότι «μόνο αυτός μπορεί να επιβάλει τάξη» — αξιοποιώντας την αποτυχία της συνταγματικής μεταρρύθμισης ως απόδειξη της κυβερνητικής ανικανότητας.
Μια ενδεχόμενη νίκη Καστ ανοίγει τον δρόμο για μια βαθιά αντιδραστική στροφή, με τρεις άμεσους κινδύνους για την εργατική τάξη: α)την απορρύθμιση της εργασίας μέσω τηε εξάπλωσης των ευέλικτων συμβάσεων, του περιορισμού συνδικαλιστικής δράσης και ενίσχυσης της εργοδοτικής ασυδοσίας· β) την ακόμη πιο άγρια «ανάκαμψη» του νεοφιλελεύθερου μοντέλου σε ασφάλιση, υγεία και παιδεία, που θα φορτώσει το κόστος ζωής στις εργατικές και φτωχές λαϊκές μάζες ενώ θα περιορίσει την πρόσβαση σε βασικές υπηρεσίες· γ) θα ενισχύσει τους παραδοσιακά σκληρούς και απάνθρωπους κατασταλτικούς μηχανισμούς στην Χιλή που αναζητούν μια ρεβάνς ενάντια σε όλους όσους αγωνίζονται για κοινωνικές διεκδικήσεις, κάτι που πρακτικά θα έχει συνέπειες για όλες τις κοινωνικές και πολιτικές οργανώσεις της εργατικής τάξης και της νεολαίας.