Ιράν: Σε νέα τροχιά ο πόλεμος μετά την προέλαση των Χούθι

usa-iran-1024x565-1

Αναδημοσίευση Εργατικής Πάλης Οκτωβρίου

Απανωτά χαστούκια δέχεται ο αμερικανο-ισραηλινός άξονας στο μέτωπο του Ιράν σε όλα τα επίπεδα, ιδιαίτερα μετά την κατατρόπωση των σαουδαραβικών δυνάμεων από τους Ανσαραλλάχ της Υεμένης. Οι θεατρινισμοί του Τραμπ, στην προσπάθειά του να ελέγξει ή τουλάχιστον να μεταθέσει τις επιπτώσεις του συνεχιζόμενου πολέμου και να μειώσει το πολιτικό κόστος των επιλογών της αμερικάνικης ελίτ στις επερχόμενες ενδιάμεσες εκλογές, πέφτουν στο κενό, ανοίγοντας όλα τα ενδεχόμενα για επικίνδυνες εξελίξεις σε παγκόσμια κλίμακα.

Πανωλεθρία για τη Σαουδική Αραβία

Η απόπειρα του σαουδαραβικού καθεστώτος να αποδυναμώσει ή και να εξαλείψει την απειλή των Χούθι και του κινήματος Ανσαραλλάχ, που ξεκίνησε τον περασμένο Ιούλιο με τον βομβαρδισμό του αεροδρομίου της Σαναά με στόχο την ηγετική ομάδα των Χούθι που επέστρεφε από την κηδεία του Χαμενεΐ, φτάνει στο τέλος της με την κατάληψη του συνόλου των νοτιοδυτικών ακτών της Υεμένης από τους μαχητές της αντίστασης, τον έλεγχο του περάσματος Μπαμπ αλ Μαντέμπ (που ρυθμίζει την κίνηση στην Ερυθρά θάλασσα), των εκεί νησιών (μεταξύ τους το στρατηγικής σημασίας Περίμ), των κομβικών λιμανιών Μόχα και Γιανμπού, και την επικείμενη κατάληψης της επαρχίας και της ομώνυμης πόλης Ταΐζ, που θα ανοίξει το δρόμο για το Άντεν, βάση της σημερινής επίσημης κυβέρνησης της Υεμένης. Ίσως ακόμα μεγαλύτερης σημασίας επίτευγμα των ανταρτών είναι η αχρήστευση του East-West (Petroline), του αγωγού μήκους 1.200 χιλιομέτρων που διασχίζει την Αραβική χερσόνησο και καταλήγει στην Ερυθρά Θάλασσα, στο λιμάνι Γιανμπού, παρακάμπτοντας τα Στενά του Ορμούζ. Από εκεί διοχέτευαν οι Σαουδάραβες μεγάλο μέρος του πετρελαίου τους μετά τον αποκλεισμό του Περσικού, φτάνοντας μέχρι και τα 7 εκατομμύρια βαρέλια τη μέρα. Για την ήδη εξαιρετικά επιβαρυμένη σαουδαραβική οικονομία που βασίζεται αποκλειστικά στο πετρέλαιο, η καταστροφή είναι συντριπτική, παρά τις διαβεβαιώσεις για γρήγορη επισκευή του αγωγού.

Δώδεκα χρόνια αντίστασης

Το κίνημα Ανσαραλλάχ στο οποίο ανήκουν οι Χούθι ήταν, ακόμα και πριν από τις τελευταίες κατακτήσεις, η ντε φάκτο κυβέρνηση της Υεμένης, έχοντας υπό τον έλεγχό του το 70-80% του πληθυσμού, τις πιο πυκνοκατοικημένες, αστικές περιοχές, που βρίσκονται στο βορειοδυτικό τμήμα της χώρας και την πρωτεύουσα Σαναά. Από την καταστολή της Αραβικής Άνοιξης, το 2015, και την επέμβαση της Σαουδικής Αραβίας στη χώρα, το κίνημα μάχεται ενάντια στην εγκάθετη από τους ιμπεριαλιστές και τους Σαουδάραβες αναγνωρισμένη κυβέρνηση που δημιουργήθηκε από το Αλ Ισλά (παρακλάδι των Αδελφών Μουσουλμάνων), υπολείμματα του προηγούμενου δικτατορικού καθεστώτος Σάλεχ και τις Ταξιαρχίες των Γιγάντων (σαλαφιστές που στηρίζονται από τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα). Η κυβέρνηση, ωστόσο, ελέγχει μικρά τμήματα του πληθυσμού και δεν έχει ιδιαίτερα ερείσματα στην κοινωνία. Το κίνημα Ανσαραλλάχ, αντίθετα, έχει εντάξει στις τάξεις του μεγάλο μέρος των σουνιτών (αποτελούν 55% του πληθυσμού) και τους έχει συμπεριλάβει στις διοικητικές και κυβερνητικές δομές του. 

Από το 2015 η Υεμένη βρίσκεται σε αεροπορικό και ναυτικό αποκλεισμό στραγγαλίζοντας την οικονομία και υποβάλλοντας τον λαό της σε τεράστιες στερήσεις. Και όμως, αυτός ο λαός και το κίνημα αντίστασης, με τα περιορισμένα στρατιωτικά μέσα που μπόρεσε να εξασφαλίσει, είναι που ανάγκασε, το Μάιο του 2025, τον Τραμπ να συνθηκολογήσει μετά από δυο μήνες αποτυχημένων προσπαθειών να το κάμψει. Το ίδιο κίνημα τώρα κατατροπώνει τα σαουδαραβικά στρατεύματα, απαγορεύει τη διέλευση των σαουδαραβικών τάνκερ και απαντάει στους ύπουλους εχθρικούς βομβαρδισμούς (σε άμαχο πληθυσμό) με ψυχραιμία και αυτοσυγκράτηση.

Απέλπιδες απόπειρες ενάντια στον Άξονα της Αντίστασης

Είναι αλήθεια ότι πολλές από τις πολιτικές αποφάσεις του σαουδαραβικού καθεστώτος και του ηγέτη του, πρίγκιπα Μοχάμεντ Μπιν Σαλμάν, είναι τουλάχιστον αμφιλεγόμενες, αν όχι σοβαρά πολιτικά λάθη (δολοφονία του δημοσιογράφου Τζαμάλ Κασόγκι, ομηρία του Λιβανέζου πρωθυπουργού Σαάντ αλ Χαρίρι, πετρελαϊκός πόλεμος με τη Ρωσία το 2020, κ.λπ.). Ωστόσο η πρωτοβουλία τους να στραφούν επιθετικά ενάντια τους Χούθι δημιουργεί πολλά ερωτήματα στη δεδομένη συγκυρία και με τα τεράστια προβλήματα που αντιμετωπίζει το καθεστώς από το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ και τα ιρανικά πλήγματα σε στρατιωτικές, ενεργειακές και λοιπές υποδομές της χώρας. Πολύ περισσότερο, μάλιστα, όταν η πάνοπλη αμερικανική επίθεση στην Ερυθρά Θάλασσα, έναν χρόνο πριν, στέφθηκε με απόλυτη αποτυχία. Δεν αποκλείεται πίσω από την φαινομενικά παράλογη ενέργεια να βρίσκεται η ώθηση/πίεση των αμερικανών «συμμάχων» του Ριάντ να ανοίξουν αυτό το μέτωπο επιδιώκοντας την αποδυνάμωση του Άξονα της Αντίστασης σε περίπτωση που το αμερικάνικο καθεστώς επιχειρήσει κάποιου είδους επέμβαση. Από την άλλη, βέβαια, στις επίμονες εκκλήσεις του Σαλμάν για βοήθεια, μετά την πανωλεθρία, ο Τραμπ έβγαλε την ουρά του απ’ έξω. Το ίδιο έκαναν και οι εταίροι της νεότευκτης Συμφωνίας της Μέκκας (Τουρκία, Πακιστάν), με τη δικαιολογία ότι η συμφωνία δεν έχει περάσει ακόμα από τα κοινοβούλια των χωρών τους, αναδεικνύοντας τις δυσκολίες του εγχειρήματος. 

Η εμπλοκή των ΗΠΑ στο νέο φιάσκο στην Υεμένη, ως μια προσπάθεια να διατηρήσουν τα ερείσματά τους στην περιοχή και να περιορίσουν τις φιλο-ιρανικές δυνάμεις ενισχύεται από το γεγονός ότι στις 30 Σεπτέμβρη είχαμε την αναγκαστική αποχώρηση, μετά από 23 χρόνια, των τελευταίων μάχιμων αμερικανικών στρατιωτικών δυνάμεων (2.500 στρατιώτες) από το Ιράκ (κυρίως το ιρακινό Κουρδιστάν), στα πλαίσια της συμφωνίας που είχε υπογράψει το 2024 ο Μπάιντεν. Πρόκειται για ένα ακόμα πλήγμα στην παρουσία του αμερικανικού ιμπεριαλισμού στην περιοχή, που ήρθε να προστεθεί στην καταστροφή σχεδόν όλων των βάσεών τους στις χώρες του Κόλπου και την αναγκαστική μετακίνηση των υπόλοιπων δυνάμεών τους πιο μακριά από το Ιράν (Ιορδανία, Σαουδική Αραβία). Οι φιλο-ιρανικές ιρακινές πολιτοφυλακές έχουν ήδη αρχίσει να δείχνουν τις δυνατότητες και τις διαθέσεις τους με την καταστροφή του αγωγού East-West καθώς και άλλων σαουδαραβικών στρατιωτικών και ενεργειακών υποδομών. Σειρά έχει το ιρακινό Κουρδιστάν, τελευταίο αμερικανικό προπύργιο στη χώρα.

Αδιέξοδο στις διαπραγματεύσεις – Τρικυμία στην Οικονομία

Στο μέτωπο των διαπραγματεύσεων που έλαβαν χώρα στο περιθώριο της συνόδου του ΟΗΕ, στη Νέα Υόρκη, οι εκπρόσωποι της αμερικανικής ολιγαρχίας βρέθηκαν αντιμέτωποι με μια ιρανική αντιπροσωπία υπό τον υπουργό Εξωτερικών του Ιράν, Αμπάς Αραγτσί, αποφασισμένη και απόλυτη στις απαιτήσεις της ακόμα και για μια ολιγοήμερη εκεχειρία, που διακαώς επιδιώκει ο Τραμπ πριν τις εκλογές του Νοεμβρίου: τερματισμό όλων των εχθροπραξιών όχι μόνο στο Ιράν, αλλά και στα υπόλοιπα μέτωπα (Λίβανο, Γάζα, Υεμένη, Ιράκ), αποδέσμευση όλων των ιρανικών περιουσιακών στοιχειών, τερματισμό των κυρώσεων στο ιρανικό πετρέλαιο και άρση του αμερικανικού αποκλεισμού (σε λιμάνια, πτήσεις). Εφόσον αυτά πραγματοποιηθούν θα ανοίξουν τα Στενά του Ορμούζ και θα αρχίσουν οι διαπραγματεύσεις για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν. Όπως ήταν αναμενόμενο, ο Τραμπ απέρριψε την πρόταση. Η εκτόξευση των τιμών του brent (σταθερά πάνω από 100 δολάρια), αλλά και του αργού πετρελαίου, τον υποχρέωσαν να ανακοινώσει νέες συνομιλίες τις επόμενες μέρες χωρίς, ωστόσο, αποτέλεσμα. Αντίθετα, η ικανότητά του να χειρίζεται την αγορά και να φορτώνει κέρδη τους ενεργειακούς κολοσσούς φαίνεται να εκλείπει, καθώς οι τιμές στα καύσιμα δεν πέφτουν, οι τράπεζες αυξάνουν τα επιτόκια για να συγκρατήσουν την ακρίβεια, και οι αποδόσεις των κρατικών ομολόγων, ανά τον κόσμο, έχουν επίσης πάρει την ανιούσα εξαιτίας της απόσυρσης των επενδυτών.

Το τέλμα για τον αμερικανό πρόεδρο, αλλά και την αμερικανική ελίτ συνολικά, ενισχύθηκε από την επίσκεψη του κινέζου προέδρου Σι Τζιπίνγκ που, ενώ έγινε δεκτός με βασιλικές τιμές και με υποχωρήσεις στο θέμα της Ταϊβάν, αρνήθηκε, ουσιαστικά, να ασκήσει οποιαδήποτε πίεση στο Ιράν και αρκέστηκε στην παράταση των εμπορικών συμφωνιών που είχαν υπογραφεί στο Πεκίνο. Και να σκεφτεί κανείς ότι ο στόχος της αμερικάνικης επίθεσης στο Ιράν ήταν ο περιορισμός και στραγγαλισμός της Κίνας. 

Με το βλέμμα στις εκλογές

Όσο κι αν ο Τραμπ υποβαθμίζει τη σημασία των ενδιάμεσων εκλογών στις συνεντεύξεις του, η αλήθεια είναι ότι σημαίνουν πολλά για το αμερικάνικο βαθύ κράτος. Όχι τόσο για το αν οι Ρεπουμπλικάνοι χάσουν την πλειοψηφία στη Βουλή των Αντιπροσώπων και τη Γερουσία (είναι επουσιώδες), όσο για το τι σηματοδοτούν στην αμερικανική κοινωνία που εμφανίζεται να απορρίπτει τις επιλογές της αμερικανικής ελίτ συνολικά. Ήδη ο Τραμπ από τη μια τάζει χιλιάρικα στους ψηφοφόρους του και από την άλλη απειλεί να στείλει τον ICE αν δεν κερδίσει. Το, δε, αμερικάνικο κατεστημένο, εξετάζει τις επιλογές του που κυμαίνονται από την προσπάθεια διαχείρισης της κατάστασης και της κοινής γνώμης, ίσως με τη εφεύρεση ενός αποδιοπομπαίου τράγου (ακόμα και του ίδιου του Τραμπ), έως την επιβολή μιας πιο ξεκάθαρης κατάστασης έκτακτης ανάγκης.

Στο μέτωπο του πολέμου με το Ιράν, τα αδιέξοδα που έχει δημιουργήσει η υπεροχή της Τεχεράνης και του Άξονα της Αντίστασης συνολικά στους στρατιωτικούς χειρισμούς, η συνοχή και η ανθεκτικότητα του ιρανικού λαού στις επιθέσεις και τους κάθε λογής οικονομικούς αποκλεισμούς και η αναποτελεσματικότητα όποιων χειρισμών (διπλωματικών, στρατιωτικών, οικονομικών) επιχειρήθηκαν από τον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό, του αφήνουν ουσιαστικά δυο επιλογές: την παραδοχή της ήττας και την απόσυρση από την περιοχή (σενάριο που δεν φαίνεται να εξετάζουν ακόμα) ή την αναβάθμιση του πολέμου που, με δεδομένη την έλλειψη στρατιωτικού υλικού και την αδυναμία χερσαίας επέμβασης, δεν αποκλείεται να συμπεριλαμβάνει τη χρήση πυρηνικών.