Κρίση ομολόγων – Δολάριο – Τεχνητή Νοημοσύνη

texniti-noimosini-ai

Στην κόψη του ξυραφιού η παγκόσμια οικονομία

Από τα μέσα Αυγούστου, έχει εξαπλωθεί η διεθνής ανησυχία για την κρίση στις αγορές κρατικών ομολόγων (δημόσιου χρέους), ιδιαίτερα των αμερικανικών εξαιτίας της αποφασιστικής θέσης της οικονομίας των ΗΠΑ. Πρόκειται για μια αγορά τεράστιου μεγέθους και σημασίας: ξεπερνάει τα 30 τρισ. δολάρια, ποσό που αντιστοιχεί στο 25-30% του παγκόσμιου ΑΕΠ. Με πολλούς ειδικούς να προειδοποιούν για Αρμαγεδδώνα, δεν είναι καθόλου βέβαιο αν αυτή η κρίση θα μπορέσει να ελεγχθεί ή αν θα εξελιχτεί σε γενικό κραχ.

Στις αρχές Οκτωβρίου, τα επιτόκια των δυο πιο μακροπρόθεσμων ομολόγων του αμερικανικού δημοσίου (10ετές και 30ετές) έφτασαν σε επίπεδα ρεκόρ ξεπερνώντας το 5,3% και 5,5% αντίστοιχα. Δηλαδή όσο είχαν βρεθεί στη μεγάλη κρίση-ορόσημο του 2007-2008, που εγκαινίασε έκτοτε μια «Μεγάλη Ύφεση», μια περίοδο στασιμότητας και κάμψης της παγκόσμιας οικονομίας (ιδιαίτερα των Δυτικών ιμπεριαλιστών). Με απλά λόγια, αυτό σημαίνει ραγδαία υπονόμευση της εμπιστοσύνης των καπιταλιστών «επενδυτών» στις προοπτικές της οικονομίας των ΗΠΑ, οπότε το αμερικανικό κράτος υποχρεώνεται να δανείζεται όλο και πιο ακριβά – ακόμα και από την ίδια τη «δική του» μπουρζουαζία.

Ανάλογη είναι η εξέλιξη στα επιτόκια των άλλων βασικών δυτικών ιμπεριαλιστικών οικονομιών. Π.χ. στο 10ετές ομόλογο της Ιαπωνίας (που πρωταγωνιστεί μαζί με τις ΗΠΑ σε αυτή την κρίση) και της Βρετανίας έφτασε στο υψηλότερο σημείο εδώ και 30 χρόνια. Αυτό της Γερμανίας αυξάνεται επίσης, προσεγγίζοντας το 4% (επίπεδο της κρίσης του 2007-2008), το οποίο έχει ξεπεράσει και αυτό της Ιταλίας.

Στη Γαλλία, η αγωνιστική έκρηξη και ανάταση με μπροστάρη τη νεολαία υπογραμμίζει τις κοινωνικές και πολιτικές επιπτώσεις της πορείας του γαλλικού ιμπεριαλισμού προς μια ανοιχτή χρεοκοπία – μάρτυρας της συνολικής υποβάθμισής του. Το χρέος βρίσκεται σχεδόν εκτός ελέγχου, έφτασε στο 120% του ΑΕΠ (με αυτό το ποσοστό είχε μπει στα Μνημόνια ο ελληνικός καπιταλισμός το 2010), οι δαπάνες εξυπηρέτησής του έχουν αυξηθεί αλματωδώς μόνο τον τελευταίο χρόνο. Ενώ έχει εκτιναχτεί το επιτόκιο των γαλλικών ομολόγων (επίσης περίπου στο 5%), καθώς και το spread τους (διαφορά επιτοκίου από το αντίστοιχο π.χ. γερμανικό, ένας δείκτης του κόστους δανεισμού).

Υποβάθμιση, Ανταγωνισμοί, Ήττες… Ακήρυχτη Χρεοκοπία

Η βασική άμεση αιτία για την άνοδο των επιτοκίων των αμερικανικών ομολόγων είναι η συσσώρευση των χρεών και ελλειμμάτων του αμερικανικού ιμπεριαλισμού. Το δημόσιο χρέος των ΗΠΑ ανεβαίνει «στρατοσφαιρικά», ξεπέρασε τα 40 τρισ. δολάρια, σχεδόν το 125% του ΑΕΠ – για μια σύγκριση της χειροτέρευσης της κατάστασης, ήταν περίπου στο 65% το 2007. Αυτό το χρέος (χωρίς να λογίζεται καν ο ωκεανός του ιδιωτικού χρέους και των «κρυφών» χρεών) αντιστοιχεί σε 200.000 δολ. ανά φορολογούμενο και 300.000 δολ. ανά άτομο στις ΗΠΑ. Η εξυπηρέτηση μόνο των τόκων του καταβροχθίζει πάνω το 3% του ΑΕΠ. Εύκολα καταλαβαίνει κανείς το σισύφειο βάρος, που πέφτει πάνω στις κοινωνικές δαπάνες και στο βιοτικό επίπεδο των εργαζόμενων και των φτωχών λαϊκών στρωμάτων στις ΗΠΑ. Ένα τέτοιο χρέος απλά δεν μπορεί να αποπληρωθεί σε «κανονικές» συνθήκες είτε εκμετάλλευσης των εργαζόμενων είτε λεηλασίας του υπόλοιπου κόσμου.

Ακόμα χειρότερα, αυτό το χρέος μεγαλώνει με αυξανόμενο ρυθμό, τρεφόμενο από: 1. Τα ελλείμματα του κρατικού προϋπολογισμού των ΗΠΑ (κοντά στο 6% του ΑΕΠ). 2. Τις αστρονομικές εξοπλιστικές και πολεμικές δαπάνες. Π.χ. μόνο το άμεσο καταγραμμένο οικονομικό κόστος του πολέμου με το Ιράν από τα τέλη Φεβρουαρίου έχει φτάσει τα 45-50 δισ. 3. Τον ταξικό πόλεμο, που διεξάγει υπέρ του μεγάλου κεφαλαίου και των (υπερ)πλουσίων η κυβέρνηση Τραμπ, με θηριώδεις φοροαπαλλαγές.

Με τη σειρά της αυτή η συσσώρευση χρεών και ελλειμμάτων των ΗΠΑ έχει ακόμα πιο βαθιές, θεμελιώδεις αιτίες. Συνοπτικά:

α) Έναν μακροπρόθεσμο, δομικό παράγοντα, την παραγωγική υποβάθμισή τους έναντι της Κίνας και μιας ευρύτερης σειράς «αναδυόμενων» χωρών (BRICS+ κ.λπ.). «Στη διάρκεια του μακρού κύματος κάμψης [από τις αρχές της δεκαετίας του 1970] συνέβη μια ασύλληπτη, σε μέγεθος και ταχύτητα, αναδιάρθρωση της παγκόσμιας παραγωγικής βάσης σε βάρος των Δυτικών ιμπεριαλιστών, που αποτυπώνεται ανάγλυφα σε μια σειρά δείκτες: α) Το 1950, το ΑΕΠ των ΗΠΑ ισούταν σχεδόν με το ΑΕΠ όλων των υπόλοιπων τότε ιμπεριαλιστικών χωρών και της τότε ΕΣΣΔ. Σήμερα η βιομηχανική παραγωγή της Κίνας ξεπερνά τη βιομηχανική παραγωγή όλων των Δυτικοϊμπεριαλιστικών χωρών. β) Συρρίκνωση του μεριδίου των Δυτικοϊμπεριαλιστών στο παγκόσμιο ΑΕΠ… γ) Περίπου τα 2/3 των βιομηχανικών εμπορευμάτων παράγονται πλέον εκτός των Δυτικοϊμπεριαλιστικών χωρών» (25η Συνδιάσκεψη ΟΚΔΕ, 18-19 Απριλίου 2026, Πολιτική Απόφαση, okde.gr).

β) Τις άμεσες επιπτώσεις από την πρώτη ήττα του αμερικανικού ιμπεριαλισμού στο Ιράν – και, πιο συνολικά, από τα πλήγματα και τις υποχωρήσεις που έχουν συσσωρευτεί σε πολλά μέτωπα για τους Δυτικούς ιμπεριαλιστές.

Όσο ο αμερικανικός ιμπεριαλισμός παραπατάει ή αποτυγχάνει στον ρόλο του «παγκόσμιου χωροφύλακα», που έχει μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, τίθεται υπό σοβαρή αμφισβήτηση η διεθνής ροή κεφαλαίων προς την οικονομία των ΗΠΑ, ακόμα και η στήριξη από τα «εγχώρια» κεφάλαια. Είτε για να αγοράσουν μαζικά τα αμερικανικά ομόλογα (οπότε και να μειωθεί το κόστος δανεισμού / το επιτόκιο) είτε για να ρίξουν κι άλλο χρήμα στην «ανάπτυξη» (αγορά μετοχών και διατήρηση των υψηλών τιμών τους, ακίνητα, επενδύσεις όπως στην Τεχνητή Νοημοσύνη, βλ. παρακάτω).

Τα ίδια ισχύουν για τη δυνατότητα των ευρωπαϊκών ιμπεριαλιστικών οικονομιών να χρηματοδοτούνται ανακυκλώνοντας σχετικά φτηνά το χρέος τους, όσο π.χ. οδηγούνται σε αδιέξοδο και ήττα στην Ουκρανία ή συνθλίβονται ανάμεσα στον ανταγωνισμό των «γιγάντων» ΗΠΑ-Κίνας-Ρωσίας.

Η πολιτική του «Πρώτα και Μόνο η Αμερική» του αμερικανικού ιμπεριαλισμού υπό τον Τραμπ, δηλαδή η «μονομερής» προσπάθεια να φορτώσει όλη την κρίση σε ανταγωνιστές και «συμμάχους» (δασμοί, απόπειρες εμπορικού πολέμου με την Κίνα, επιθέσεις στην ΕΕ για τη Γροιλανδία κ.ά., στον Καναδά με εκβιασμούς και απειλές κ.ο.κ.), συμπληρώνει τα «καθαρά οικονομικά» στοιχεία της κρίσης με μια γενική αστάθεια, με μια χαοτική «μη διαχείριση».

Είναι επόμενο σε αυτές τις συνθήκες ανταγωνιστές και «σύμμαχοι» να απομακρύνονται από την αγορά των αμερικανικών ομολόγων, να μην ανανεώνουν την αγορά τους ή να τα ξεπουλάνε (με αποτέλεσμα η ονομαστική τιμή τους να πέφτει και αντίστροφα το επιτόκιό τους να ανεβαίνει) – είτε ως μακροπρόθεσμη στρατηγική είτε ως προσπάθεια αντίστασης στους εκβιασμούς των ΗΠΑ. Μερικά ενδεικτικά παράδειγμα: α) Μετά το 2010 (όταν η απόπειρα αναχαίτισης της κρίσης του 2007-2008 είχε σημάνει το απόγειο μιας «κοινής πλεύσης» των Δυτικών ιμπεριαλιστών ή/και της Κίνας) και μέχρι σήμερα, η Κίνα έχει μειώσει τις δηλωμένες κατοχές αμερικανικών κρατικών ομολόγων κατά περίπου 45% ή 700 δισ. δολ. Αυτή η «αποσύνδεση» αντιστοιχεί στο βάθεμα του στρατηγικού ανταγωνισμού με τις ΗΠΑ (αντιμετώπιση του εμπορικού πολέμου κ.λπ.). β) Για την ώρα, η απώλεια για τις ΗΠΑ καλύπτεται από άλλες πλευρές, κυρίως τη Βρετανία και την Ιαπωνία, οι οποίες συνεχίζουν να αγοράζουν αμερικανικά ομόλογα. Ωστόσο, αυτό είναι επισφαλές και δεν μπορεί να δώσει λύση στο πρόβλημα. Αφενός γιατί, σε συνθήκες ανόδου των επιτοκίων και κρίσης χρέους, θα πρέπει να δουν πως θα στηρίξουν τα δικά τους ομόλογα. Αφετέρου γιατί μια απόσυρσή τους από τα αμερικανικά ομόλογα, έστω και μερική, είναι γι’ αυτές ένα κάποιο μέσο άμυνας στους πολλαπλούς εκβιασμούς των ΗΠΑ. Έτσι π.χ. μέσα σε έναν χρόνο (από το καλοκαίρι του 2025), η Ιαπωνία μείωσε τις δηλωμένες τοποθετήσεις της σε αμερικανικά κρατικά ομόλογα κατά 51,5 δισ. δολάρια – μια μικρή ποσοστιαία μεταβολή (περίπου 4,5%), ένδειξη ωστόσο του τι θα μπορούσε να ακολουθήσει.

Το ερώτημα έχει αρχίσει να τίθεται επιτακτικά και για τις ζάπλουτες ελίτ των καθεστώτων του Κόλπου (Σαουδική Αραβία, Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα κ.ά.), παραδοσιακά δημιουργήματα, υποχείρια και «πελάτες» των ΗΠΑ, που ανακύκλωναν τα «πετροδολάρια» και τις αμύθητες περιουσίες τους στην χρηματοδότηση της αμερικανικής οικονομίας. Τώρα καλούνται να συνεχίσουν να το κάνουν αδιαμαρτύρητα, παρότι ο αμερικανικός ιμπεριαλισμός πλέον αδυνατεί να τους προστατεύσει και αντίθετα τους οδηγεί στο να ρισκάρουν τα πάντα (πλήγματα από το Ιράν, τους Χούθι κ.λπ.).

Η κρίση του καλοκαιριού – Απώλεια ελέγχου

Σε αυτές τις συνθήκες, χάνουν την αποτελεσματικότητά τους οι κινήσεις που, παλιότερα, οι ΗΠΑ είχαν το προνόμιο να χρησιμοποιούν για να ελέγχουν την κρίση προς την κατεύθυνση που επιθυμούν. Με άλλα λόγια, αδυνατίζει ή χάνεται ο έλεγχός τους πάνω στην παγκόσμια αγορά / οικονομία.

Αυτό που συνέβη το καλοκαίρι ήταν χαρακτηριστικό. Στα τέλη Ιουλίου, οι ΗΠΑ από κοινού με την Ιαπωνία αγόρασαν γεν και πούλησαν ευρώ από τα συναλλαγματικά τους αποθέματα, με στόχο να ανακοπεί η μεγάλη υποτίμηση του γεν έναντι του δολαρίου (είχε φτάσει περίπου στην πιο χαμηλή ισοτιμία 40 ετών). Ο βασικός λόγος γι’ αυτό ήταν να προστατευθούν οι ΗΠΑ: να αποφευχθεί ο κίνδυνος τα ιαπωνικά κεφάλαια να προστρέξουν να στηρίξουν το γεν, αγοράζοντας μαζικά ιαπωνικά ομόλογα και αντίστοιχα πουλώντας αμερικανικά (οπότε η τιμή των τελευταίων θα έπεφτε και το επιτόκιό τους θα ανέβαινε). Ακολούθησε τον Σεπτέμβριο μια ευθεία, μαζική παρέμβαση του αμερικανικού υπουργείου Οικονομικών, ανακοινώνοντας τον τριπλασιασμό της επαναγοράς αμερικανικών ομολόγων (ύψους από 2 σε 6 τρισ.), με τον ίδιο στόχο. Ωστόσο αυτές οι ηχηρές «κανονιές» απέτυχαν και έγινε αυτό που το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών πάσχιζε να αποφύγει: τα ιαπωνικά κεφάλαια «επαναπατρίστηκαν», ξεπουλώντας αμερικανικά ομόλογα και αγοράζοντας ιαπωνικά – ανανεώνοντας το πρόβλημα για τις ΗΠΑ.

Οι αποτυχίες έχουν φέρει διαιρέσεις και αμφισβήτηση του υπ. Οικονομικών των ΗΠΑ Σκοτ Μπένσεντ για τις επιλογές του. Πρόκειται, ωστόσο, για ένα πρόβλημα άλυτο συνολικά: από τη μια, ανάγκη μαζικής παρέμβασης με κρατικό χρήμα, στηρίζοντας τα αμερικανικά ομόλογα, για να μην «ξεφύγει» περαιτέρω το επιτόκιό τους και φτάσουν οι ΗΠΑ σε στάση πληρωμών – από την άλλη, η ανάγκη να αναχαιτιστεί ο πληθωρισμός (που η αύξηση του συμβαδίζει με την αύξηση των επιτοκίων). Όλο και λιγότερο ο αμερικανικός ιμπεριαλισμός μπορεί πλέον να παρεμβαίνει αυθαίρετα προς τη μια ή την άλλη απ’ αυτές τις πλευρές.

Ο Γόρδιος Δεσμός του Δολαρίου

Η κρίση των αμερικανικών ομολόγων, φέρνοντας ξανά στην επιφάνεια την ακήρυχτη χρεοκοπία της οικονομίας των ΗΠΑ, υπενθυμίζει και το πρόβλημα του δολαρίου. Όταν μια οικονομία έχει τέτοια χρέη και ελλείμματα, το νόμισμά της πιέζεται αφόρητα να υποτιμηθεί. Αν μπορεί να χρηματοδοτείται σταθερά από το εξωτερικό, αυτή η υποτίμηση μπορεί να αποφευχθεί – όπως είδαμε, όμως, αυτή η χρηματοδότηση, εμφανίζεται σήμερα πιο επισφαλής από ποτέ. Αν «τυπώσει χρήμα» (πλημμύρισμα της αγοράς με δολάρια, για να πληρωθούν αυτά τα χρέη), τότε αυτό το νόμισμα απαξιώνεται και κανείς δε θα το εμπιστεύεται.

Έρχεται έτσι ξανά στην επιφάνεια η μεγάλη αντίφαση του δολαρίου: Πως μπορεί να συνεχίσει να λειτουργεί ως «παγκόσμιο χρήμα» (μέσο αποθεματικό, αποτίμησης και κυκλοφορίας των εμπορευμάτων κ.λπ.), σε συνθήκες αγιάτρευτης παραγωγικής υποβάθμισης του αμερικανικού ιμπεριαλισμού αλλά και, πλέον, αμφισβήτησης του ρόλου του «παγκόσμιου χωροφύλακα»;

Με το τέλος του Β΄ Παγκόσμιου, όταν το δολάριο εδραιώθηκε ως «παγκόσμιο χρήμα» (σύστημα συμφωνιών Μπρέτον Γουντς, δημιουργία ΔΝΤ και Παγκόσμιας Τράπεζας κ.λπ.), οι ΗΠΑ κατείχαν το 50% της παγκόσμιας βιομηχανικής παραγωγής. Σήμερα έχουν πέσει στο 15%, δεύτερες μετά το σχεδόν 32% της Κίνας.

Εδώ το παράδοξο λάμπει: την ίδια στιγμή που ισχύουν τα παραπάνω, το παγκόσμιο μερίδιο του δολαρίου στις εμπορικές, τραπεζικές κ.ά. συναλλαγές έχει μειωθεί «μόνο» στο 60%. Μια πτώση αισθητή μεν (όπως και οι αντίστοιχες κινήσεις από τις χώρες των BRICS+ για το προχώρημα της «αποδολαριοποίησης», π.χ. συμβόλαια μεταξύ διάφορων χωρών στα εθνικά νομίσματά τους), που ωστόσο απέχει παρασάγγας από την αποτύπωση της συνολικής αλλαγής των συσχετισμών.

Ο αμερικανικός ιμπεριαλισμός, έχοντας επίγνωση αυτού του προβλήματος, κινείται μεταξύ διάφορων «λύσεων» (ανάμεσά τους και ο πόλεμος), που όλες από προβληματικές έως «αδύνατες».

Πρώτον, η προσπάθεια να συνεχίσει τον εκβιασμό όλου του κόσμου, για να συνεχίσει να τον χρηματοδοτεί – με όλο και πιο αμφίβολα αποτελέσματα.

Δεύτερο, να προχωρήσει σε μια ελεγχόμενη υποτίμηση του δολαρίου, ώστε να ενισχύσει τις εξαγωγές του, χωρίς να χάσει την αξιοπιστία του. Το πρόβλημα με αυτό είναι ότι προϋποθέτει μια δυνατότητα ενίσχυσης / ανόρθωσης της παραγωγικής βάσης των ΗΠΑ, η οποία είναι παραπάνω από δύσκολη σε έναν κόσμο που έχει πλημμυρίσει από ανταγωνιστές.

Τρίτο, να «υποκαταστήσει» τον παγκόσμιο ρόλο του δολαρίου με ένα σύστημα που βασίζεται στα κρυπτονομίσματα, διατηρώντας έμμεσα την κυριαρχία μέσω των εταιριών υψηλής τεχνολογίας που διαθέτει (κυρίως οι λεγόμενες M7 / Magnificent 7: Tesla, Apple, Μeta, Amazon, Αlphabet, Google, Nvidia) – σχέδια με τα οποία φαίνεται να φλερτάρει ιδιαίτερα η διακυβέρνηση Τραμπ. Και σε αυτή την περίπτωση, ωστόσο, ένας βασικός οικονομικός νόμος θα παραμείνει σε ισχύ: η σταθερότητα και επομένως η αποδοχή ενός νομίσματος εξαρτάται από την αξιοπιστία αυτού που το εκδίδει, επομένως εν τέλει από την παραγωγική ισχύ του εκάστοτε κράτους και καπιταλισμού. Το πρόβλημα αυτό ιστορικά ποτέ δεν μπόρεσε να λυθεί μεταθέτοντάς το σε ιδιωτικά κεφάλαια, ας πρόκειται και για μεγαθήρια.

Υψηλή τεχνολογία – Tεχνητή Νοημοσύνη: κέρδη και φούσκα

Ο λαβύρινθος προβλημάτων που αντιμετωπίζει η αμερικανική και η παγκόσμια οικονομία, τα σύννεφα που έχουν πυκνώσει και βαρύνει, επιχειρείται συχνά να διασκεδαστούν με αναφορές στην «ανάπτυξη» και στα κέρδη.

Πράγματι, ο ταξικός πόλεμος ενάντια στους εργαζόμενους (με βασική αιχμή την ακρίβεια / πληθωρισμό, δηλαδή την πτώση των πραγματικών μισθών) έχει οδηγήσει σε μια έκρηξη κερδών στις ΗΠΑ: το β΄ εξάμηνο του 2026, τα συνολικά επιχειρηματικά κέρδη έφτασαν το ιστορικό ρεκόρ των 4,3 τρισ. δολ., αυξημένα κατά σχεδόν 23% σε ετήσια βάση. Μόνο από τις πρόσφατες φοροαπαλλαγές του Τραμπ, τα κέρδη μετά φόρων των 100 μεγαλύτερων αμερικανικών επιχειρήσεων αυξήθηκαν κατά 50 δισ., ενώ π.χ. εταιρίες ηλεκτρονικού εξοπλισμού και μικροεπεξεργαστών (αυτές που «πουλάνε» το προϊόν της Τεχνητής Νοημοσύνης) γνώρισαν μια εκρηκτική αύξηση των εσόδων τους κατά 65%. Την ίδια στιγμή, ενώ τα κέρδη προ φόρων έφταναν στο 18% του εθνικού εισοδήματος, το μεγαλύτερο ποσοστό από το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, το αντίστοιχο μερίδιο των εργαζόμενων έπεφτε στο 60%, το χαμηλότερο από το 1950…

 Ωστόσο, δύσκολα μπορεί να κρυφτεί το γεγονός ότι δεν πρόκειται για ανάπτυξη, έστω ταξική και άδικη. Καταρχάς, το μεγαλύτερο μέρος δε διαχέεται στο σύνολο της οικονομίας αλλά πολώνεται εξωφρενικά υπέρ των M7: αυτές είχαν π.χ. σχεδόν τα 2/3 των κερδών από την αύξηση της τιμής των μετοχών στη Γουόλ Στριτ. Επιπλέον, ένα μεγάλο μέρος αυτών των κερδών φαίνεται ότι είναι λογιστικό, δηλαδή βασίζεται σε «ύποπτες» καταγραφές ή και απάτες, π.χ. όχι στα πραγματικά έσοδα αλλά στην πρόβλεψη / εκτίμηση εντελώς αμφίβολων μελλοντικών εσόδων και κερδών από τοποθετήσεις κεφαλαίων στην Τεχνητή Νοημοσύνη ή άλλες εταιρίες υψηλής τεχνολογίας.

Μια άλλη σχετική «κομπίνα» είναι η «κυκλική χρηματοδότηση» πολλών τέτοιων εταιριών και των επενδύσεών τους. Για παράδειγμα, η Meta υποτίθεται ότι χρηματοδότησε ένα νέο κέντρο δεδομένων (data center) χωρίς να καταφύγει σε δανεισμό – στην πραγματικότητα, θα το «δανείσει» στον εαυτό της, κάνοντας να εξαφανιστεί από τους ισολογισμούς της ένα χρέος ύψους 24 δισ. δολ.

Πολλά ακόμα τέτοια «κρυφά» χρέη και μελλοντικές υποχρεώσεις κρύβονται πίσω από την κερδοφορία των εταιριών που σχετίζονται με την Τεχνητή Νοημοσύνη. Στο μεταξύ, αυτές συσσωρεύουν χρέος: από 217 δισ. δολ. πέρσι αυτό έφτασε στα 600 δισ. – ποσό που ισοδυναμεί με τον αθροιστικό προϋπολογισμό των υπουργείων Δικαιοσύνης, Μεταφορών και Εκπαίδευσης των ΗΠΑ!

Η διακυβέρνηση Τραμπ είναι δεσμευμένη με λύσσα στη σωτηρία και στο τάισμα αυτών των κεφαλαίων, όπου άλλωστε επενδύει μαζικά το στενό περιβάλλον του ίδιου του Τραμπ και η οικογένειά του. Γι’ αυτό και κάνει διαρκώς βήματα να «απελευθερώσει» πλήρως τη δράση αυτών των μεγιστάνων. Τέτοια ήταν και η πρόσφατη διακήρυξη για τον δήθεν «έλεγχο» της Τεχνητής Νοημοσύνης, τον οποίο συμφώνησαν – με τους τελευταίους να αποκτούν υπερεξουσίες και να μην αναλαμβάνουν καμία ουσιαστική υποχρέωση ή λογοδοσία.

Όμως το σκάσιμο της «φούσκας» (δηλαδή η απαξίωση ενός μέρους τέτοιων πλασματικών κεφαλαίων) πολύ δύσκολα θα αποφευχθεί. Το μέγεθός της φαίνεται και μόνο π.χ. από το εξής: για να αποσβέσουν τις δαπάνες παγίου κεφαλαίου (εξοπλισμού κ.λπ.) έστω και μόνο ενός έτους, οι εταιρίες Τεχνητής Νοημοσύνης θα πρέπει να «γεννήσουν» έσοδα 10 τρισ. δολάρια ετησίως – ποσό ίσο με την ετήσια παγκόσμια δαπάνη για τρόφιμα ή υγεία! Μάλιστα, αυτό θα πρέπει να γίνει σε συνθήκες όπου ένα μέρος των υπηρεσιών Τεχνητής Νοημοσύνης δεν παράγει έσοδα (δε χρεώνεται για το κοινό), ενώ οι τιμές πιέζονται προς τα κάτω από τον ανταγωνισμό των (εν πολλοίς ανώτερων) κινέζικων μοντέλων.

Παγκόσμιος κίνδυνος

Τα σημάδια για το ανοιχτό ξέσπασμα μιας νέας μεγάλης κρίσης έχουν χτυπήσει «κόκκινο» – και είναι φανερό, αλλά και πανθομολογούμενο, ότι αυτή θα είναι πολύ χειρότερη από αυτή του 2007-2008. Ο κίνδυνος είναι τεράστιους για τους εργαζόμενους και τα φτωχά λαϊκά στρώματα όλου του κόσμου, που στο μεταξύ στενάζουν από την ακρίβεια και την πτώση των μισθών που φέρνει ο πληθωρισμός (το γενικό παγκόσμιο επίπεδό του πλησιάζει το 5% από «μόλις» 3,5% στις αρχές του 2026), η έκρηξη του οποίου πάει χέρι-χέρι με την έκρηξη του χρέους και την άνοδο των επιτοκίων.

Σε αυτά προστίθεται η αυξανόμενη απόγνωση της αμερικανικής μπουρζουαζίας, που βλέπει ότι χάνει όχι μόνο αποφασιστικές μάχες (Ιράν κ.λπ.) αλλά και τον έλεγχο της οικονομικής κατάστασης. Απαιτώντας έτσι να προχωρήσει μέχρι τέλους ο άγριος ταξικός πόλεμος ενάντια στους εργαζόμενους αλλά και ανοίγοντας την πόρτα στα πιο εφιαλτικά σενάρια της «φυγής» προς τη γενίκευση και εξάπλωση του πολέμου.