Γαλλία: Δημοτικές Εκλογές

medias-3-768x512

Αναδημοσίευση Εργατικής Πάλης Μαΐου

Την Κυριακή 22 Μαρτίου, έλαβε χώρα ο δεύτερος γύρος των δημοτικών εκλογών στην Γαλλία, τα αποτελέσματα του οποίου προσφέρουν μια πρώτη ματιά στις τάσεις που θα καθορίσουν τις προεδρικές εκλογές του επόμενου έτους (2027). Οι εκλογές αυτές διεξήχθησαν μέσα σε ένα κλίμα γενικευμένης κοινωνικής και πολιτικής αστάθειας, με φόντο την παρατεταμένη οικονομική κρίση, τη συνεχιζόμενη ακρίβεια, τις επιθέσεις στα κοινωνικά και εργασιακά δικαιώματα, αλλά και την αυξανόμενη εμπλοκή της Γαλλίας στους ιμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς και πολέμους.

Ένα στοιχείο που πρέπει να υπογραμμιστεί σε αυτές τις εκλογές είναι η αποχή, η οποία έφτασε περίπου το 40%, και αποτυπώνει την βαθιά πολιτική κρίση – και κρίση εκπροσώπησης – που επικρατεί στη Γαλλία. Η δυσαρέσκεια απέναντι στις πολιτικές των Σοσιαλιστών, της παραδοσιακής δεξιάς των Ρεπουμπλικάνων αλλά και η κοινωνική αγανάκτηση απέναντι στη διακυβέρνηση Μακρόν τροφοδοτούν κυρίως την άκρα δεξιά. Από την άλλη, η αποστροφή απέναντι στις σκοταδιστικές θέσεις της άκρας δεξιάς εξακολουθεί να συσπειρώνει διάφορα «δημοκρατικά» μέτωπα. Ωστόσο, η κατάσταση οξύνεται ακόμη περισσότερο από το γεγονός ότι σχεδόν όλες οι κυρίαρχες πολιτικές δυνάμεις, παρά τις επιμέρους «διαφορές» τους, συγκλίνουν σε μια κοινή στρατηγική: εφαρμογή αντεργατικών πολιτικών, προσήλωση στον νεοφιλελευθερισμό, συμμόρφωση με τις κατευθύνσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης και εξυπηρέτηση των συμφερόντων του μεγάλου κεφαλαίου. Οι περισσότερες πολιτικές δυνάμεις δεν ενισχύονται κυρίως μέσα από το δικό τους πολιτικό έργο ή πρόταση, αλλά μέσα από την απογοήτευση, την οργή και την αποστροφή που προκαλούν οι αντίπαλοί τους, που έχουν ήδη ασκήσει την εξουσία.

Συγκεκριμένα, το κόμμα του Μακρόν, «Δημοκρατία εν Κινήσει» (République en Marche) που κατεβαίνει για δεύτερη φορά σε δημοτικές εκλογές, κατάφερε να αρπάξει δύο βασικές πόλεις από τους οικολόγους. Στο Μπορντό, ο πρώην υπουργός Προϋπολογισμού Thomas Cazenave νίκησε οριακά τον Pierre Hurmic, ενώ ο πρώην υπουργός Οικονομίας Antoine Armand κέρδισε συντριπτικά το Annecy, όπου ο απερχόμενος δήμαρχος δεν ήταν υποψήφιος. Είναι η πρώτη φορά που πόλεις με περισσότερους από 100.000 κατοίκους θα διοικούνται από δημάρχους του κόμματος Μακρόν. Ωστόσο, συνολικά απέτυχε να καθιερωθεί σε τοπικό επίπεδο, πληρώνοντας σε κάποιο βαθμό την αντιλαϊκή πολιτική που έχει εφαρμόσει.

Το κόμμα του Μελανσόν, La France Insoumise (LFI – Ανυπότακτη Γαλλία), εμφάνισε άνοδο σε κάποιες πόλεις, Saint-Denis (50.8%) από τον πρώτο γύρο, Roubaix (53.2%) από το δεύτερο. Η άνοδος αυτή, ήρθε κυρίως μέσω της συνεργασίας με το Σοσιαλιστικό Κόμμα και τους Οικολόγους και την μετακίνηση ψηφοφόρων που επέλεξαν το «μικρότερο κακό» απέναντι στην ακροδεξιά. Η άνοδος του Μελανσόν δεν συνιστά κανένα ελπιδοφόρο γεγονός για τους εργαζόμενους και τη νεολαία. Παρά το δήθεν «αριστερό» και «προοδευτικό» προσωπείο του, το πολιτικό του σχήμα αποτελεί μια καθαρά εκλογική συγκόλληση. Η ίδια η σύνθεσή του —που περιλαμβάνει πρόσωπα με ξεκάθαρη νεοφιλελεύθερη πορεία, πρώην συνεργάτες και υπουργούς του Μακρόν— αποκαλύπτει τον βαθιά αντεργατικό χαρακτήρα του. Η ιστορική εμπειρία δείχνει πως κάθε φορά που οι εργαζόμενοι, τα φτωχά λαϊκά στρώματα και η νεολαία εναποθέτουν τις ελπίδες τους σε τέτοιου τύπου κεντροαριστερές συμμαχίες ή «Λαϊκά Μέτωπα», το αποτέλεσμα είναι η απογοήτευση και η προδοσία.

Το κόμμα της Μαρίν Λεπέν, Εθνική Συσπείρωση (Rassemblement National), απέσπασε αυξημένα ποσοστά σε αρκετές σημαντικές πόλεις, ιδίως στη Μασσαλία (35%) και κυρίως στη νοτιοανατολική Γαλλία. Στην Τουλόν έρχεται καθαρά πρώτη με 42,05%. Στη Νίκαια, ο Éric Ciotti (UDR, σύμμαχος του RN) συγκεντρώνει 43,43% των ψήφων. Βέβαια δεν κατάφερε κάποια επιτυχία, μαζί με κάποιους ακροδεξιούς σχηματισμούς συγκέντρωσε 5% πανεθνικά (αύξηση ~2 μονάδων από τις εκλογές του 2020), βγαίνοντας πρώτο σε 55 δήμους, βέβαια στην μεγάλη τους πλειοψηφία μικρά χωριά ή κωμοπόλεις κάτω των 50.000 κατοίκων.

Τα αποτελέσματα της άκρας αριστεράς

Η άκρα αριστερά σε τροχιά διάλυσης και σκιά του παλιού της εαυτού μόλις μετά βίας κατάφερε να συγκεντρώσει λίγο πάνω από 117.000 ψήφους, ποσοστό πολύ μικρότερο από την εκλογική επιρροή που είχε παλιότερα:

Το NPA- L’Anticapitaliste, διαλυμένο πλέον ως ένα απλό συμπλήρωμα και εξωκοινοβουλευτικό δεκανίκι του Μελανσόν συμμετείχε σε περίπου σαράντα εκλογικές λίστες, εκλέγοντας μόλις 11 δημοτικούς σύμβουλους σε ολόκληρη την Γαλλία. – Να θυμίσουμε μόνο πως το 2008 η LCR στις τελευταίες δημοτικές εκλογές πριν την αυτοδιάλυση της για την δημιουργία του ΝΑΚ συμμετείχε σε 186 λίστες εκλέγοντας συμβούλους σε 79 διαμερίσματα σε όλη την Γαλλία (2%) ενώ στις προεδρικές εκλογές του 2002 είχε πάρει 4,3% (1.2 εκατ ψήφους) και το 2007 4,1% (1.5 εκατ ψήφους). – Κάθε υποψηφιότητα παρουσίασε ξεχωριστό πρόγραμμα, διαφορετικά συνθήματα, ιδιαίτερη σύνθεση και διαφορετικές πολιτικές συμμαχίες. Ενδεικτική της κατάστασης είναι η επιλογή σημαντικού τμήματος του NPA να συνεργαστεί – όπως το ίδιο διακηρύσσει – σε «διαφορετικές ενωτικές διαμορφώσεις ανάλογα με την πόλη, με ή χωρίς τη Ανυπότακτη Γαλλία αλλά πάντα με στόχο τη συσπείρωση ενάντια στην άκρα δεξιά». Στο όνομα μιας γενικής και αόριστης «ενότητας» ενάντια στην ακροδεξιά, δεν δίστασαν να συγκροτήσουν κοινές λίστες με την κυβερνητική «αριστερά», όπως το Σοσιαλιστικό Κόμμα και τους Πράσινους (Europe Écologie Les Verts). .Πρόκειται για κόμματα που είναι μέρος του αστικού, νεοφιλελεύθερου σκηνικού που καθημερινά καταδικάζει την εργατική τάξη στην φτωχοποίηση, εξαθλίωση και στον πόλεμο. Εδώ αναδεικνύεται μια κραυγαλέα αντίφαση: οι ίδιες οι δυνάμεις με τις οποίες το NPA επιδιώκει «συμμαχία» ενάντια στην ακροδεξιά είναι εκείνες που, με τη μακρόχρονη εφαρμογή νεοφιλελεύθερων πολιτικών λιτότητας και καταστολής, έχουν θρέψει την απογοήτευση, την αποπολιτικοποίηση και, τελικά, την ίδια την άνοδο της ακροδεξιάς στη Γαλλία.

Σημαντικότερα, η Lutte Ouvrière (LO – Εργατική Πάλη), είχε λίστες σε 240 δήμους δείχνοντας την πανεθνική της εμβέλεια, όπου και συγκέντρωσε 74.500 ψήφους και 24 εκλεγμένους. Κάτι που συνιστά ένα όχι αμελητέο κατόρθωμα και που οφείλεται κυρίως στην ιστορική της αναγνωσιμότητα, αλλά και στα πολιτικά συνθήματά της και στην ανεξαρτησία της από την επίσημη αριστερά.

Την συνολική εικόνα συμπληρώνουν τα ισχνά αποτελέσματα του NPA- Révolutionnaires (διάσπαση του ΝΑΚ) και της Révolution Permanente (Διαρκής Επανάσταση – προερχόμενοι από το ΝΑΚ και συνδεδεμένοι με το αργεντίνικο PTS) όπου οι μεν πρώτοι κατέβασαν λίστες σε 22 δήμους και συγκέντρωσαν συνολικά 18.500 ψήφους στον πρώτο γύρο των δημοτικών εκλογών ενώ οι δεύτεροι κατέβασαν 9 λίστες και συγκέντρωσαν περισσότερες από 11.000 ψήφους και εξέλεξαν δύο δημοτικούς συμβούλους.

 Παρά το εκλογικό αποτέλεσμα, οι κάλπες δεν αποτύπωσαν πλήρως τις βαθιές κοινωνικές και πολιτικές αλλαγές που εξελίσσονται τα τελευταία χρόνια στη γαλλική κοινωνία. Μέσα σε αυτό το κλίμα αβεβαιότητας και αποσύνθεσης του αστικού πολιτικού συστήματος, το εργατικό κίνημα καλείται να αξιοποιήσει την κατάσταση, όχι μόνο για να υπερασπιστεί τις θέσεις εργασίας που απειλούνται από ένα νέο κύμα λουκέτων και μαζικών απολύσεων, αλλά και για να αντισταθεί στην ολοένα και πιο άμεση εμπλοκή της Γαλλίας στους πολέμους στην Ουκρανία και στη Μέση Ανατολή.

Βασικό και άμεσο καθήκον είναι η οργάνωση και η προετοιμασία των αγώνων των εργαζομένων ενόψει των κρίσιμων συγκρούσεων της επόμενης περιόδου, στις οποίες εντάσσονται και οι προεδρικές εκλογές του 2027. Στόχος πρέπει να είναι όχι μόνο η ήττα της ακροδεξιάς, που σήμερα αποτελεί κεντρική πολιτική δύναμη στην Ευρώπη, αλλά και η αμφισβήτηση όλων εκείνων των πολιτικών δυνάμεων που συνέβαλαν στην άνοδό της τα τελευταία σαράντα χρόνια, παραχωρώντας κοινωνικά και εργασιακά δικαιώματα προς όφελος του μεγάλου κεφαλαίου και των ιμπεριαλιστικών συμφερόντων.

Απέναντι σε αυτήν την πορεία, οι ίδιοι οι εργαζόμενοι οφείλουν να πάρουν την κατάσταση στα χέρια τους, απορρίπτοντας τις ρεφορμιστικές λογικές και στηριζόμενοι στις δικές τους μορφές συλλογικής οργάνωσης και δράσης. Με τη συνέχιση των απεργιακών κινητοποιήσεων και την ανασυγκρότηση των τροτσκιστικών επαναστατικών δυνάμεων μπορούν να ανατρέψουν αυτήν τη διαρκή πορεία υποβάθμισης. Μόνο έτσι μπορεί να ανοίξει ο δρόμος για ουσιαστικές πολιτικές αλλαγές, όχι μόνο στη Γαλλία αλλά και συνολικά στην Ευρώπη, με προοπτική μια Ευρώπη των εργαζομένων, Σοσιαλιστική.