52 ημέρες μπλόκων: Το αποτύπωμα του αγροτικού κινήματος
Αναδημοσίευση Εργατικής Πάλης Φεβρουαρίου
Η μάχη επιβίωσης των αγροτών αποτελεί ένα αξιοθαύμαστο παράδειγμα μαχητικού και διαρκούς αγώνα και αφήνει ελπιδοφόρες παρακαταθήκες για το μέλλον. Οι παραγωγοί, για 52 ολόκληρες ημέρες, κράτησαν τα μπλόκα τους όρθια, σε συνθήκες πρωτοφανούς πίεσης και κρατικής καταστολής. Παρέμειναν ενωμένοι και όρθωσαν το ανάστημά τους απέναντι στις επιθέσεις των ΜΑΤ, στον οικονομικό στραγγαλισμό από το φιάσκο του ΕΛΓΑ, στην προπαγάνδα και τις «δολοφονίες χαρακτήρων» από τα ΜΜΕξαπάτησης, τις δικογραφίες και τα πρόστιμα της σάπιας δικαστικής εξουσίας.
Παράλληλα, κατόρθωσαν να επιβάλουν ένα κρίσιμο χτύπημα στην κυβέρνηση Μητσοτάκη, καθώς πήραν με το μέρος τους τη συντριπτική πλειοψηφία της κοινωνίας. Ο κοινωνικός αυτοματισμός που επιστράτευσαν οι νεοφιλελεύθεροι κανίβαλοι απέτυχε παταγωδώς. Η εικόνα του «ταλαιπωρημένου πολίτη» που στρέφεται ενάντια στους αγρότες δεν πέρασε. Η κοινωνία αναγνώρισε στο πρόσωπό τους έναν δίκαιο αγώνα, έναν αγώνα επιβίωσης απέναντι στις ίδιες νεοφιλελεύθερες πολιτικές που επιβάλουν με το καθεστώς ακρίβειας, το 13ωρο, την αφαίμαξη του βιοτικού επιπέδου.
Το αγροτικό κίνημα δεν ξεχώρισε μόνο για τη διάρκεια, τη μαζικότητα και τη μαχητικότητά του, αλλά κυρίως για τα ποιοτικά του χαρακτηριστικά. Πρώτον, τα αιτήματα ήταν ξεκάθαρα και δομικά. Δεν αφορούσαν συντεχνιακές βελτιώσεις, αλλά έθεταν ευθέως υπό αμφισβήτηση τον πυρήνα της νεοφιλελεύθερης πολιτικής της ΕΕ, της ΚΑΠ και της «ελεύθερης αγοράς», που καταδικάζει τους παραγωγούς στην εξαθλίωση και τον αφανισμό.
Δεύτερον, η αυτοοργάνωση υπήρξε υποδειγματική. Στα μπλόκα πραγματοποιούνταν τακτικές συνελεύσεις, όπου οι ίδιοι οι αγρότες συζητούσαν, αποφάσιζαν και καθόριζαν τα επόμενα βήματα. Οι αποφάσεις αυτές μεταφέρονταν μέσω εκλεγμένων εκπροσώπων στα πανελλαδικά συντονιστικά και οι αποφάσεις των συντονιστικών επέστρεφαν στις τοπικές συνελεύσεις των μπλόκων. Έτσι διαμορφώθηκε μια αμεσοδημοκρατική δομή, μακριά από τον παραδοσιακό, ελεγχόμενο αγροτοσυνδικαλισμό.
Τρίτον, αναδύθηκε μια νέα γενιά αγωνιστών. Αγρότες που δεν έχουν τις αυταπάτες του παρελθόντος, που έβγαλαν συμπεράσματα μέσα από τον αγώνα, που αντιλήφθηκαν στην πράξη πώς οργανώνεται μια σύγκρουση με την κυβέρνηση και το νεοφιλελεύθερο καθεστώς. Αυτή η εμπειρία δεν χάνεται. Αποτελεί πολύτιμη παρακαταθήκη για τους επόμενους αγώνες που αναπόφευκτα θα έρθουν.
Τα κεκτημένα των αγροτών και οι «ανοιχτές πληγές» μιας κυβέρνησης σε αποσύνθεση
Οι υποτιθέμενες παραχωρήσεις που έδωσε η κυβέρνηση αποτελούν πραγματικά «ψίχουλα», ανίκανα να επιβραδύνουν έστω και προσωρινά την πορεία προς τα βράχια του αγροτικού κόσμου. Όμως αυτή η διαπίστωση, αν μείνει μόνη της, αποκρύπτει κάτι ουσιώδες. Η μερική επιστροφή του ΕΦΚ (Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης) στο αγροτικό πετρέλαιο, οι πρόσκαιρες μειώσεις στο ηλεκτρικό ρεύμα, οι υποσχέσεις για ταχύτερες αποζημιώσεις αποτελούν μέτρα που μέχρι χθες χαρακτηρίζονταν ως αδύνατα. Ο ίδιος ο Μητσοτάκης προσπαθούσε μετά μανίας να παρουσιάσει ένα νεοφιλελεύθερο προσωπείο ενός Βοναπάρτη που, αφενός, χαρίζει τα πάντα στη σάπια ελίτ και το ΝΑΤΟ και, αφετέρου, κουνάει το δάχτυλο στην πλειοψηφία της κοινωνίας επικαλούμενος τα «στενά» δημοσιονομικά περιθώρια.
Η σκληρή συμμορία του Μητσοτάκη, χτισμένη στο νεοφιλελεύθερο δόγμα του «το τσάμπα πέθανε», έφτασε στο σημείο να παρακαλά τους αγρότες για διάλογο «για να τα βρουν», όταν είδαν τα τελωνεία, τους δρόμους, τα λιμάνια να αποκλείονται. Η βαθιά πολιτική και ιδεολογική ήττα είναι πλέον οφθαλμοφανής. Η εικόνα μιας κυβέρνησης σε πανικό, με εσωτερικούς καβγάδες, αντιφατικές δηλώσεις υπουργών, δημοσκοπική φθορά και πλήρη αδυναμία ελέγχου της κατάστασης, αποτελεί μια τεράστια νίκη αυτού του αγώνα. Το «επιτελικό κράτος» εμφανίστηκε ανίκανο να επιβληθεί και η κυβέρνηση, υπό τον φόβο της κλιμάκωσης, πέρασε μέτρα που σε προηγούμενο διάστημα ούτε που θα συζητούσε.
Το χρονικό της αποκλιμάκωσης των αγροτικών κινητοποιήσεων
Το ερώτημα για το αν υπήρχε νόημα να κάτσουν οι αγρότες στο τραπέζι του διαλόγου με την κυβέρνηση απαντήθηκε ξεκάθαρα με το φιάσκο της πρώτης συνάντησης των «πρόθυμων αγροτών» με τον Μητσοτάκη. Με πρόσχημα τη σύνθεση των εκπροσώπων από τα μπλόκα που θα συζητούσαν με τον πρωθυπουργό, η κυβέρνηση «τίναξε στον αέρα» τη συνάντηση και προγραμμάτισε δεύτερη, αποκλειστικά με παραγωγούς (;) που φέρονταν πιο «φιλικά προσκείμενοι» στο Μαξίμου. Μόλις 7 από τα 62 μπλόκα, εκπροσωπούμενα από πρόσωπα με βεβαρημένο παρελθόν, παρόν και… μέλλον με το σάπιο καθεστώς. Ένα σκάνδαλο που ξεσκέπασε το πραγματικό πρόσωπο της κυβέρνησης και αποκάλυψε τι σημαίνει «διάλογος» για αυτούς που κυβερνούν: προσχηματικός και στημένος. Για τη μεγάλη μάζα των αγροτών έγινε πλέον απολύτως σαφές ότι δεν υπάρχει κανένα περιθώριο συνεννόησης με μια χούντα που «συζητά» με μαφιόζικους όρους, αποκλειστικά με τους όμοιούς της.
Προφανώς είναι αντιφατικό το γεγονός ότι, από τη μία, οι αγρότες, εξοργισμένοι, αρνήθηκαν τον διάλογο και, από την άλλη, μετά από μόλις 6 ημέρες, όδευσαν προς το Μαξίμου με τα μπλόκα κλειστά και χωρίς κάλεσμα για συλλαλητήριο. Οποιοσδήποτε προσπαθήσει να λύσει αυτή την αντίφαση θα «σκοντάψει» πάνω στον εγκληματικό ρόλο του ΚΚΕ. Εκεί που η κυβέρνηση δεν μπορούσε να επιβάλει την αποκλιμάκωση, ανέλαβαν οι γραφειοκράτες αγροτοσυνδικαλιστές. Σε ρόλο «πυροσβέστη», εξοπλισμένοι με την ίδια κατάπτυστη ρητορεία που χρησιμοποιούσαν στο φοιτητικό κίνημα του 2023-24 («πάμε για ουσιαστικό διάλογο», «τα μπλόκα δεν τραβάνε άλλο», «συνεχίζουμε τον αγώνα με άλλες μορφές πάλης»), αποπροσανατόλισαν τον αγωνιζόμενο αγροτικό κόσμο και επέβαλαν το κλείσιμο των μπλόκων.
Παράλληλα, δεν μπορεί κανείς να υποτιμήσει την προδοτική στάση των γραφειοκρατών της ΓΣΣΕ. Η σιωπή τους κατά τη διάρκεια των αγροτικών κινητοποιήσεων και η άρνησή τους να κηρύξουν γενική απεργία, ώστε να ενωθεί το εργατικό κίνημα με τους αγρότες, επιβεβαιώνει την άρνησή τους για σύγκρουση με το καθεστώς Μητσοτάκη.
Συμπεράσματα και προοπτικές
Η αποκλιμάκωση των κινητοποιήσεων δεν αναιρεί τα κεκτημένα των αγροτών. Αναδύθηκε πράγματι μια νέα γενιά αγωνιστών που έχει βγάλει τα συμπεράσματά της, γνωρίζει πώς να οργανώνει έναν αγώνα και αντιλήφθηκε (μερικώς) τις απαιτήσεις και τους κινδύνους της περιόδου. Αυτό που ήταν αδύνατο όμως, μέσα σε μόλις 52 ημέρες, ήταν να διαμορφωθεί από την αρχή μια ηγεσία εντός του αγροτικού κινήματος, ικανή να χαράξει ένα διαφορετικό σχέδιο και να ξεπεράσει τον ρεφορμισμό και τη γραφειοκρατία. Ιδίως αν υπολογίσει κανείς ότι αυτή η ηγεσία καλείται να αναδυθεί πάνω στα συντρίμμια των κατεστραμμένων συνεταιρισμών και του παλιού συστημικού αγροτοσυνδικαλισμού, που δεν έχει ξεριζωθεί ακόμη.
Αποδείχθηκε για ακόμη μία φορά ότι οι ηγεσίες στα πολιτικά κινήματα δεν γεννιούνται αυθόρμητα, αλλά έρχονται απ’ έξω. Βασικό συμπέρασμα, λοιπόν, αποτελεί το γεγονός ότι δεν υπάρχει μια ισχυρή επαναστατική δύναμη που θα χάραζε ένα διαφορετικό σχέδιο κλιμάκωσης, θα ακύρωνε τις φανφάρες περί «ουσιαστικού διαλόγου», προτάσσοντας το αίτημα της πτώσης της κυβέρνησης, θα άνοιγε το ζήτημα στους χώρους δουλειάς και θα εξάπλωνε το κίνημα στα αστικά κέντρα για να ανοίξει την προοπτική μιας γενικής απεργίας. Αυτόν τον σκοπό προσπάθησε και προσπαθεί να υπηρετήσει η οργάνωσή μας, η ΟΚΔΕ. Σε κάθε περίπτωση οι αγρότες απέδειξαν πως υπάρχουν τεράστιες δυνατότητες και το μόνο βέβαιο είναι ότι οι αγώνες τους θα ξανά έρθουν στο προσκήνιο, καθώς οι επιθέσεις είναι μονόδρομος για την κυβέρνηση. Ζητούμενο όμως και για τους επόμενους αγώνες είναι το πώς θα εφαρμοστεί αυτό το σχέδιο για να τελειώσουμε επιτέλους με αυτό το μαύρο καθεστώς.