Οι φοιτητές αντιμέτωποι με τις διαγραφές
Αναδημοσίευση Εργατικής Πάλης Φεβρουαρίου
Ο «πόλεμος» στη Δημόσια Παιδεία απαιτεί Ενότητα, Αγώνα, ΟΡΓΑΝΩΣΗ
Η έναρξη της εφαρμογής των διαγραφών δεν αποτελεί απλώς ένα ακόμη επεισόδιο της κυβερνητικής επίθεσης στην εκπαίδευση. Συνιστά μια ποιοτική τομή για το ελληνικό πανεπιστήμιο και το φοιτητικό κίνημα, ανοίγοντας μια νέα φάση ολομέτωπης διάλυσης της Δημόσιας Δωρεάν Παιδείας. Τις τελευταίες μέρες του Δεκέμβρη, ανακοινώθηκαν λίστες με συνολικά 308.605 φοιτητές προς διαγραφή, επιβεβαιώνοντας ότι η κυβέρνηση της ΝΔ περνά πλέον από τις απειλές και τις εξαγγελίες στην πλήρη και ωμή εφαρμογή της πολιτικής της. Οι κινήσεις αυτές αποτελούν μια προσπάθεια φυγής προς τα εμπρός μιας κυβέρνησης βαθιά απονομιμοποιημένης, πολιτικά στριμωγμένης και κοινωνικά απομονωμένης. Για την κλίκα Μητσοτάκη, η επιβολή των διαγραφών και το τσάκισμα της Δημόσιας Δωρεάν Παιδείας δεν είναι απλώς ένας διακαής ιδεολογικός πόθος. Είναι αναγκαιότητα. Η παιδεία μετατρέπεται σε πεδίο λεηλασίας, ώστε να συνεχίσει να ταΐζεται μια στενή οικονομική ελίτ, την ώρα που το κόστος φορτώνεται στη νεολαία και τις εργαζόμενες-λαϊκές οικογένειες.
Πρόκειται επίσης για μια ορισμένη ήττα σε βάρος του φοιτητικού κινήματος. Όχι απλώς για μια αποτυχία αποτροπής ενός μέτρου, αλλά για μια καμπή, που αποτυπώνει τα σημερινά όρια και συσχετισμούς. Η κυβέρνηση επέβαλε –έστω «πιλοτικά»– μια επίθεση που δεν είχε μπορέσει να περάσει για χρόνια, κυρίως επειδή χειροτέρευσε σοβαρά η κατάσταση του ίδιου του φοιτητικού κινήματος. Ταυτόχρονα, οι διαγραφές συνιστούν μια μεγάλης κλίμακας ιδεολογική επίθεση. Η κυβέρνηση προσπαθεί να εδραιώσει τη λογική και την προπαγάνδα της «αξιοκρατίας»: όποιος δεν τελειώνει «στην ώρα του», όποιος δουλεύει, καθυστερεί, αρρωσταίνει ή δεν αντέχει οικονομικά, εμφανίζεται ως ατομικά υπεύθυνος για την αποτυχία του. Έτσι, η κοινωνική πραγματικότητα εξαφανίζεται ως πλαίσιο και αντικαθίσταται από την ατομική ενοχή. Το κράτος αποσύρεται από κάθε ευθύνη για τις συνθήκες σπουδών και την υποχρηματοδότηση των ΑΕΙ, παρουσιάζεται ως «ουδέτερος κριτής» που απλώς εφαρμόζει κανόνες. Με αυτόν τον τρόπο, το δικαίωμα στη μόρφωση απονευρώνεται και μετατρέπεται σε ατομικό επίτευγμα, διαθέσιμο μόνο για όσους αντέχουν και έχουν να πληρώσουν.
Η εικόνα της φετινής χρονιάς επιβεβαιώνει με τον πιο καθαρό τρόπο την παραλυτική κρίση του φοιτητικού κινήματος. Συνελεύσεις που δεν πραγματοποιούνται ούτε σε ημερομηνίες όπως το Πολυτεχνείο και η 6η Δεκέμβρη, χαμηλή και άτονη συμμετοχή στις κινητοποιήσεις, ανησυχητική απουσία των πρωτοετών από τις συλλογικές διαδικασίες. Πάνω απ’ όλα, καμία ενιαία, μαζική, αποφασιστική απάντηση στις διαγραφές, παρά το μέγεθος και τη σφοδρότητα της επίθεσης. Που σημαίνει και ότι οι φοιτητικοί σύλλογοι βρίσκονται σε πορεία παρακμής, οργανωτικά αλλά και πολιτικά.
Καθοριστικό ρόλο γι’ αυτό παίζει η στάση των πολιτικών δυνάμεων. Όργανα και δομές του κινήματος έχουν απενεργοποιηθεί κυρίως από την ΠΚΣ/ΚΝΕ, που λειτουργεί ανασταλτικά σε κάθε σοβαρή προοπτική αγώνα, αλλά και από την κρίση, διάσπαση και πολιτική ατολμία του «χώρου» των άλλοτε ενιαίων ΕΑΑΚ. Το κενό καλύπτεται π.χ. από «αυτόνομους» και «ατομικότητες» που, στο όνομα του δικαιωματισμού και του συνθήματος «έξω τα κόμματα», εχθρεύονται κάθε μορφή συλλογικής οργάνωσης και δέσμευσης, συμβάλλοντας αντικειμενικά στην αποσύνθεση του κινήματος, στην αδυναμία ενότητας και συγκρότησης μαζικού αγώνα.
Ωστόσο, παρά τη σοβαρότητα και το βάθος του χτυπήματος, απέχουμε από μια αποφασιστική ήττα του φοιτητικού κινήματος και της νεολαίας. Αντίθετα, η κυβέρνηση Μητσοτάκη βρίσκεται σε κατάσταση πολιτικής φθοράς και κοινωνικής απονομιμοποίησης. Πρόκειται για μια κυβέρνηση χωρίς κάποια μαζική αποδοχή της πολιτικής της, που κυβερνά στο έδαφος ενός ταξικού πολέμου, με οριακούς συσχετισμούς και με τη στήριξη ενός αυταρχικού κρατικού μηχανισμού. Η εικόνα «σταθερότητας» και «κανονικότητας» που επιχειρεί να επιβάλει είναι εύθραυστη και αντιφατική. Πίσω από αυτήν κρύβεται μια κοινωνία σε ένταση, με βαθιές αντιθέσεις και συσσωρευμένη οργή, ιδιαίτερα σε νεολαία και εργαζόμενους. Αυτή η ρωγμή δεν έχει κλείσει: συνεχίζει να παράγει υπόγειες διεργασίες. Οι αγώνες των εκπαιδευτικών, ναυτεργατών, αγροτών κ.ά. είναι ένδειξη ότι η κοινωνική δυσαρέσκεια δεν έχει εκτονωθεί, ενώ καταγράφουν προχωρήματα στην απόρριψη της κυρίαρχης πολιτικών και των αστικών δυνάμεων. Το πρόβλημα, λοιπόν, δεν είναι μια γενικόλογη «αδιαφορία των μαζών» (συνήθως άλλοθι για κάθε συμβιβαστική και ηττοπαθή πολιτική), αλλά η απουσία ενός αγωνιστικού σχεδίου, που να συνδέει τους επιμέρους αγώνες σε μια ενιαία στόχευση, την ανατροπή της κυβέρνησης .
Σε αυτό το πλαίσιο, υπάρχουν αντικειμενικά δυνατότητες για το φοιτητικό κίνημα – αλλά δε θα αξιοποιηθούν αυτόματα. Ούτε αρκεί μόνη η κοινωνική δυσαρέσκεια και η κυβερνητική φθορά της κυβέρνησης. Απαιτείται πολιτική αφύπνιση, υπέρβαση του κλίματος αδράνειας, ατολμίας και διάλυσης που χαρακτήρισαν την προηγούμενη περίοδο. Τίποτα δεν έχει κριθεί οριστικά.
Η απάντησή μας προϋποθέτει έναν πανελλαδικό, ενωτικό Αγώνα Διαρκείας, που θα συνδέει τα πανεπιστήμια με την κοινωνία και τη νεολαία με τους εργαζόμενους και όσους που πλήττονται από την κυβερνητική πολιτική. Κάθε διαγραφή, πειθαρχικό μέτρο, ιδιωτικοποίηση ή επιβολή διδάκτρων, ποινικοποίηση της συλλογικής δράσης συνιστά ευθεία απειλή όχι μόνο για επιμέρους δικαιώματα, αλλά για την ίδια την ύπαρξη του φοιτητικού κινήματος. Η απάντηση μπορεί να ξεκινάει από «μικρά» πράγματα, αλλά δεν μπορεί παρά να συνδέεται συνολικά και πολιτικά, στην προοπτική σύγκρουσης και ανατροπής. Αυτό προϋποθέτει πάνω από όλα την αλλαγή των συσχετισμών, την ενίσχυση μιας επαναστατικής πολιτικής/αριστεράς στις σχολές, την οργάνωση αγωνιστών φοιτητών: με ένα μαζικό, ενωτικό, αποφασιστικό σχέδιο πάλης, ικανό να ενοποιήσει τις διάσπαρτες αντιστάσεις, να δώσει βάθος στον αγώνα. Το 2μερο της Σοσιαλιστικής Σπουδαστικής Πάλης στις 14-15 Μαρτίου, στο Γεωπονικό Αθήνας είναι ένας τέτοιος σταθμός για να συζητήσουμε, να οργανωθούμε, να αγωνιστούμε!