30 χρόνια μετά τα γεγονότα των Ιμίων ο κίνδυνος πολέμου παραμένει και εντείνεται
Αναδημοσίευση Εργατικής Πάλης Φεβρουαρίου
Στα τέλη Ιανουαρίου έκλεισαν 30 χρόνια από την κρίση στα Ίμια που έφερε πολύ κοντά σε μία στρατιωτική σύγκρουση τον ελληνικό και τον τουρκικό καπιταλισμό. Αν και έχει περάσει τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα, η αποτίμηση αυτών των γεγονότων διατηρεί τη σημασία της ώστε να μπορούν αυτά να ερμηνευθούν με αντικειμενικό τρόπο και να πάρουν τη θέση τους στην εξέλιξη του ελληνοτουρκικού ανταγωνισμού. Όχι για την ενίσχυση της ακροδεξιάς ρητορικής του μίσους ή την επιβεβαίωση της επιπόλαιας προσέγγισης περί μονόπλευρης τουρκικής επιθετικότητας που υποστηρίζουν αστοί και σταλινικοί, αλλά σαν συμβολή στη διαμόρφωση από τους εργαζόμενους μίας ανεξάρτητης ταξικής απάντησης στην απειλή του πολέμου την εποχή του ιμπεριαλισμού. Ιδιαίτερα σήμερα που ο τυχοδιωκτισμός της ελληνικής αστικής τάξης μάς εμπλέκει όλο και βαθύτερα στα φιλοπόλεμα σχέδια των ιμπεριαλιστών που απειλούν να βάλουν φωτιά στη Μέση Ανατολή και την Ανατολική Μεσόγειο.
Τα γεγονότα…
Στο τέλος Δεκεμβρίου 1995 ένα τουρκικό φορτηγό πλοίο προσάραξε σε μία από τις δύο ακατοίκητες βραχονησίδες του συμπλέγματος των Ιμίων που βρίσκονται ανατολικά της Καλύμνου, κοντά στα τουρκικά παράλια. Παρότι το πλοίο απομακρύνθηκε τελικά με τη συνδρομή ελληνικών ρυμουλκών, το γεγονός αυτό χρησιμοποιήθηκε από την Τουρκία για να επαναφέρει, μετά από δεκαετίες, τον ισχυρισμό ότι η περιοχή αυτή είναι τουρκικό έδαφος. Σύμφωνα με τη Συνθήκη Ειρήνης των Παρισίων του 1947 τα Δωδεκάνησα, που περιλαμβάνουν και αυτές τις βραχονησίδες, μεταβιβάστηκαν από την Ιταλία στην Ελλάδα. Η κρίση κλιμακώθηκε στο τέλος Ιανουαρίου 1996 όταν σε διαδοχικές προσεγγίσεις ελλήνων και τούρκων (δημάρχων, παπάδων, δημοσιογράφων) στα νησάκια αυτά τοποθετούνταν πότε η ελληνική και πότε η τουρκική σημαία σαν «απόδειξη» της κυριαρχίας τους σε αυτά. Η κορύφωση ήρθε γρήγορα, με την κινητοποίηση του στρατού, την αποβίβαση σε Ανατολικά και Δυτικά Ίμια στρατιωτών από τις δύο χώρες και την πτώση ενός ελικοπτέρου του ελληνικού Πολεμικού Ναυτικού που είχε ως αποτέλεσμα το θάνατο τριών αξιωματικών. Και ενώ βρισκόμασταν ένα βήμα πριν την στρατιωτική σύγκρουση, οι ΗΠΑ μέσω του υπουργού εξωτερικών Χόλμπρουκ παρενέβησαν και με το τρίπτυχο «όχι πλοία, όχι στρατιώτες, όχι σημαίες» επέβαλαν σε Ελλάδα και Τουρκία να αποσύρουν τα στρατεύματά τους και να αποχωρήσουν. Την ίδια στιγμή η Ευρωπαϊκή Ένωση, παρά τις εκκλήσεις της ελληνικής κυβέρνησης, αδιαφορούσε. Η σύγκρουση τελικά αποφεύχθηκε. Ακολούθησε την 1η Φεβρουαρίου 1996 το ταπεινωτικό «Θέλω να ευχαριστήσω την κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών για την πρωτοβουλία και τη βοήθειά τους» από τον πρωθυπουργό Σημίτη κατά την ομιλία του στη Βουλή και το κλείσιμο του επεισοδίου με μία ξεκάθαρη υποχώρηση του ελληνικού καπιταλισμού έναντι του τούρκικου που επέβαλε με την ανοχή των ιμπεριαλιστών την πολιτική των «γκρίζων ζωνών» στο Αιγαίο. Και ταυτόχρονα, ενισχύθηκε η πολιτική επιρροή των Αμερικάνων στην περιοχή.
…και η ερμηνεία τους
Πολλά έχουν γραφτεί, ιδιαίτερα στα αστικά ΜΜΕ, για την εξέλιξη των γεγονότων δίνοντας έμφαση στους χειρισμούς της ελληνικής πλευράς που, εάν ήταν διαφορετικοί, υποτίθεται πως θα αποσοβούσαν την κρίση. Γραφικές περιγραφές για την ασυνεννοησία των ελληνικών δυνάμεων και την ανυπαρξία σχεδίου απάντησης, τον Σημίτη που έχασε την «παροιμιώδη» ψυχραιμία του όταν πληροφορήθηκε την κατάληψη των Δυτικών Ιμίων από τους Τούρκους ή τον Αρχηγό ΓΕΕΘΑ Λυμπέρη που πρότεινε τον βομβαρδισμό τους…
Όμως, οι πιθανότητες μιας άλλης έκβασης της κρίσης ήταν μάλλον ανύπαρκτες. Όλες οι παραπάνω λεπτομέρειες αποκτούν το πραγματικό τους νόημα όχι σαν δείγματα προσωπικών συμπεριφορών αλλά εντασσόμενες στο πλαίσιο του ελληνοτουρκικού ανταγωνισμού και των επιλογών της ελληνικής μπουρζουαζίας μέσα σε ένα διεθνές περιβάλλον που άλλαξε ραγδαία ιδίως μετά το 1990 και την κατάρρευση του «Υπαρκτού Σοσιαλισμού». Οι αντικειμενικές εξελίξεις και η επιδίωξη των ιμπεριαλιστών να απομονώσουν και να κομματιάσουν τη Ρωσία τότε, ενίσχυσαν τη γεωστρατηγική σημασία της Τουρκίας και υποβάθμισαν την αντίστοιχη της Ελλάδας. Η τούρκικη αστική τάξη ανταποκρίθηκε στις νέες ανάγκες και σταδιακά ισχυροποίησε τη θέση της παγκόσμια. Αντίθετα, η ελληνική αστική τάξη χωρίς στρατηγικό προσανατολισμό και σχέδιο σύρθηκε πίσω από τις εξελίξεις. Το καλύτερο που μπόρεσε να κάνει ήταν στο εξωτερικό να προσαρμοστεί σε μια πολιτική ακολουθητισμού των ιμπεριαλιστών για την εξυπηρέτηση, όσο γινόταν, των συμφερόντων της στο πλαίσιο της Νέας Τάξης Πραγμάτων και στο εσωτερικό να επιτεθεί με βάρβαρο τρόπο στους εργαζόμενους υιοθετώντας τα νεοφιλελεύθερα δόγματα και ενισχύοντας τον παρασιτισμό και την κερδοσκοπία του κεφαλαίου.
Τα αποτελέσματα σε βάθος χρόνου φάνηκαν στην οικονομία και την κοινωνία με τη χρεοκοπία, τα μνημόνια, τη διαρκή φτωχοποίηση των εργαζομένων και την αντιδημοκρατική αναδίπλωση. Τελευταίο αλλά που δεν υπολείπεται σε σπουδαιότητα, η κρίση αναπαραγωγής της εργατικής τάξης αλλά της κοινωνίας γενικά που βρίσκεται σε φθίνουσα πορεία και συρρικνώνεται λόγω της υπογεννητικότητας. Η σύγκριση με τις επιδόσεις του τουρκικού καπιταλισμού είναι καταθλιπτική: από το 2000 έως το 2016 υπερτριπλασίασε το ΑΕΠ του και μπήκε στις 20 πλουσιότερες χώρες του κόσμου καταλαμβάνοντας την 18η θέση, ενώ η Ελλάδα εν μέσω κρίσης απώλεσε το 25% του ΑΕΠ της και καταλαμβάνει την 48η θέση. Το 1980, η Τουρκία είχε ΑΕΠ περί τα 68,7 δισ. δολάρια και η Ελλάδα περί τα 56,8 δισ. Το 2018, η Τουρκία είχε περί τα 800 δισ. και η Ελλάδα 200 δισ. Το 1960, η Τουρκία είχε πληθυσμό 27 εκατ. έναντι 8,3 εκατ. της Ελλάδας, ενώ το 2020 έχει 83 εκατ. έναντι μόλις 10 της Ελλάδας.
Αναγκαστικά, η πολιτική της ελληνικής αστικής τάξης στον ανταγωνισμό της με την τούρκικη προσαρμόστηκε στα νέα δεδομένα της κρίσης και της σύμπλευσης με τους ιμπεριαλιστές. Η παλιά επεκτατική πολιτική σε βάρος της Τουρκίας ήταν πια μακρινό παρελθόν τη δεκαετία του 1990. Τότε αναδύθηκε η πολιτική της «βήμα προς βήμα¬ προσέγγισης με την Τουρκία από τους «εκσυγχρονιστές» του Σημίτη που επιδίωκε να προσαρμοστεί στο σχεδιασμό των ιμπεριαλιστών για την περιοχή, δηλαδή την υποβάθμιση του ελληνικού καπιταλισμού και την υπαγωγή του στον τούρκικο. Σε αυτό το πλαίσιο δεν νοούνταν ο έλεγχος του Αιγαίου να ασκείται αποκλειστικά από τον ελληνικό καπιταλισμό αλλά έπρεπε να μοιραστεί ανάμεσα σε Ελλάδα και Τουρκία. Αυτός ο σχεδιασμός σήμαινε, είτε μια ιστορική υποβάθμιση του ελληνικού καπιταλισμού και τη δορυφοροποίησή γύρω από τον τούρκικο, είτε στρατιωτική σύγκρουση που πιθανόν να κατέληγε σε ήττα.
Αν και ο σχεδιασμός των ιμπεριαλιστών δεν ολοκληρώθηκε, δεν εγκαταλείφθηκε πλήρως. Η ελληνική μπουρζουαζία συνεχίζει και σήμερα να αμφιταλαντεύεται ανάμεσα στις δύο επιλογές. Η πολιτική των «ήρεμων νερών στο Αιγαίο» του Μητσοτάκη είναι κατά κάποιο τρόπο η συνέχιση της «βήμα το βήμα προσέγγισης» του Σημίτη που σημαίνει την προσπάθεια η υποχώρηση του ελληνικού καπιταλισμού στις απαιτήσεις του τούρκικου (συνεκμετάλλευση του Αιγαίου, υφαλοκρηπίδα, ΑΟΖ) να είναι όσο πιο ομαλή γίνεται. Που συνδυάζεται όμως με τη συμμετοχή στον αντιδραστικό άξονα Ελλάδας – Κύπρου – Ισραήλ με τη συνδρομή των ΗΠΑ που στοχοποιεί και απειλεί την Τουρκία, το βάθεμα της επίθεσης στους εργαζόμενους παράλληλα με θηριώδεις εξοπλισμούς και την εμπλοκή στα πολεμικά μέτωπα στην Ουκρανία και τη Μέση Ανατολή. Σε κάθε περίπτωση όμως, ο ελληνικός καπιταλισμός βρίσκεται σε πολύ πιο μειονεκτική θέση στον ανταγωνισμό του με τον τούρκικο απ’ ότι το 1996. Πρώτα απ’ όλα, έχει γνωρίσει μία σημαντική οικονομική υποβάθμιση, έως περιθωριοποίηση, στον διεθνή καταμερισμό εργασίας λόγω της οικονομικής κρίσης και των διαλυτικών επιπτώσεων των νεοφιλελεύθερων πολιτικών στην οικονομία. Πολιτικά, η σύμπλευση με τους ιμπεριαλιστές των ΗΠΑ – ΕΕ και τους σιωνιστές τού στέρησε παραδοσιακές συμμαχίες και τον υποβίβασε σε χώρο στρατηγικού βάθους του Ισραήλ και το πολιτικό προσωπικό του σε «πρόθυμους» του Τραμπ και του Νετανιάχου. Αντιθέτως, ο τούρκικος καπιταλισμός έχει αναβαθμιστεί σε ισχυρή περιφερειακή δύναμη με επιρροή από την Αφρική έως την Κεντρική Ασία, έναν υποϊμπεριαλισμό με ισχυρή ανάπτυξη, με τον δεύτερο μεγαλύτερο στρατό στο ΝΑΤΟ μετά τις ΗΠΑ, εγχώρια εξοπλιστική βιομηχανία και στρατιωτικές βάσεις σε κρίσιμα σημεία του πλανήτη, που διεκδικεί τον ζωτικό του χώρο απέναντι σε δυνάμεις που παρακμάζουν και τον δικό του, ανεξάρτητο ρόλο παγκόσμια.
Τα χρονικά περιθώρια για μια σημαντική υποχώρηση από την πλευρά της ελληνικής μπουρζουαζίας στενεύουν ενόψει και της προγραμματισμένης συνάντησης Ερντογάν – Μητσοτάκη και των απαιτήσεων που ήδη προβάλει η Τουρκία. Οι εξελίξεις δεν μπορούν να προβλεφθούν επακριβώς, μπορούν όμως να προβλεφθούν οι πολεμικοί κίνδυνοι για τους λαούς της Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής, από την Ελλάδα μέχρι το Ιράν. Αυτοί οι κίνδυνοι θα μεγαλώνουν όσο μεγαλώνει η ιμπεριαλιστική και σιωνιστική επιθετικότητα και όσο οι «πρόθυμοι» του ελληνικού καπιταλισμού συντάσσονται μαζί τους και εντείνουν τις πολεμικές δαπάνες.
Τα όπλα δεν μπορούν να αγοράζονται και να συσσωρεύονται εσαεί, πρέπει κάποια στιγμή να χρησιμοποιηθούν. Όσο η τυχοδιωκτική και πολεμοκάπηλη κλίκα του Μητσοτάκη μένει στη θέση της, οι έλληνες εργαζόμενοι και η νεολαία κινδυνεύουν θανάσιμα. Πρέπει να φύγουν, πρέπει να τους διώξουμε. Το αντιπολεμικό κίνημα πρέπει να αναπτυχθεί μέσα στα σωματεία, μαζί με τους αγώνες των εργαζομένων ενάντια στη φτώχεια και τις αντεργατικές νεοφιλελεύθερες πολιτικές.