Συμφωνία ΕΕ – Mercosur: Ο θάνατος του αγρότη

eprs-briefing-640138-eu-mercosur-association-agreement-final

Αναδημοσίευση Εργατικής Πάλης Φεβρουαρίου

Η εμπορική συμφωνία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) με τη Mercosur («Κοινή Αγορά του Νότου» της Λατινικής Αμερικής – Βραζιλία, Αργεντινή, Παραγουάη, Ουρουγουάη), ψηφίστηκε από την ελληνική κυβέρνηση στις Βρυξέλλες στα μουλωχτά εν μέσω των μεγαλύτερων αγροτικών κινητοποιήσεων στην ιστορία της χώρας. Κι αυτό, χωρίς να δώσει την παραμικρή εξήγηση, παρά το γεγονός πως όλα τα στοιχεία δείχνουν ότι φέρνει μια δραματική υποβάθμιση γεωργίας και κτηνοτροφίας, αφήνοντας εκτεθειμένους στον διεθνή ανταγωνισμό μικρούς και μεσαίους αγρότες, μελισσοκόμους και κτηνοτρόφους που ήδη παλεύουν για την επιβίωσή τους.

Η Ελλάδα συμμετέχει ελάχιστα στο διμερές εμπόριο ΕΕ-Mercosur (μόλις 0,007% του συνολικού όγκου), ενώ οι εισαγωγές προς αυτή υπερτερούν κατά πολύ των εξαγωγών. Τα στοιχεία είναι αποκαλυπτικά: Από τα 770 εκατ. ευρώ συνολικού εμπορίου με τις δύο μεγαλύτερες χώρες της Mercosur (Βραζιλία, Αργεντινή), η Ελλάδα εξάγει μόλις 124 εκατ. ευρώ, ενώ εισάγει 639 εκατ. ευρώ. Μάλιστα, μόλις 34 εκατ. ευρώ από τις εξαγωγές αφορούν αγροτικά προϊόντα. Αυτό μεταφράζεται σε εμπορικό έλλειμμα που τροφοδοτείται κατά βάση από προϊόντα όπως καφές, ζωοτροφές, καλαμπόκι, ζάχαρη και άλλα βασικά είδη, τα οποία πλέον θα εισέρχονται στην ευρωπαϊκή αγορά με πλήρη κατάργηση δασμών ανοίγοντας την πόρτα σε προϊόντα που η Ελλάδα παράγει επαρκώς όπως: α) πουλερικά – η Ελλάδα έχει σχεδόν πλήρη αυτάρκεια με 250.000 τόνους ετήσια παραγωγή, αλλά θα εκτεθεί σε 180.000 τόνους αδασμολόγητων εισαγωγών από την Mercosur, β) καλαμπόκι -1,3 εκατ. τόνοι εγχώριας παραγωγής έναντι 1 εκατ. τόνων αδασμολόγητων εισαγωγών, γ) μέλι – η Ελλάδα παράγει 25.000 τόνους που αντιστοιχούν σε 10% της ΕΕ· όμως πλέον θα αντιμετωπίσει 45.000 τόνους εισαγόμενου μελιού χωρίς δασμούς, δ) ρύζι – με 160.000 τόνους ετήσιας παραγωγής, εκ των οποίων μπορεί να εξάγει 100.000· αντικαθίσταται σταδιακά από 60.000 τόνους από την Mercosur σε βάθος 5ετίας.

Πίσω από την μαύρη προπαγάνδα της κυβέρνησης Μητσοτάκη περί νέων «ευκαιριών» για τα ελληνικά προϊόντα, κρύβεται η ουσία της νέας Κοινής Αγροτικής Πολιτικής (ΚΑΠ) μέσω της οποίας καταστρέφεται η αγροτική παραγωγή προς όφελος των μεγάλων ευρωπαϊκών βιομηχανικών ομίλων οι οποίοι προσπαθούν να επιβιώσουν στον διεθνή ανταγωνισμό και ήδη εξάγουν πάνω από 55 δισ. ευρώ αγαθών ετησίως προς τη Mercosur: Μηχανήματα και βιομηχανικός εξοπλισμός (28% των ευρωπαϊκών εξαγωγών). Χημικά και φαρμακευτικά προϊόντα (25% των ευρωπαϊκών εξαγωγών). Μεταφορικός εξοπλισμός όπως αυτοκίνητα και ανταλλακτικά (12% των ευρωπαϊκών εξαγωγών). Οι τομείς αυτοί και χώρες όπως η Γερμανία είναι οι μεγάλοι κερδισμένοι με εξοικονόμηση περίπου 4 δισ. ευρώ ετησίως σε δασμούς που θα αρθούν, συμπεριλαμβανομένων δασμών έως 35% για αυτοκίνητα μηχανήματα και φάρμακα. Επιπλέον, με το άνοιγμα των δημοσίων συμβάσεων στα κράτη της Mercosur, μεγάλοι ευρωπαϊκοί όμιλοι ετοιμάζονται να διεκδικήσουν έργα και συμβάσεις αξίας πολλών δισεκατομμυρίων.

Υπό το καθεστώς της συμφωνίας, τα ελληνικά προϊόντα θα χάσουν ανταγωνιστικό έδαφος όχι μόνο στην ελληνική αγορά αλλά και στην ευρύτερη ευρωπαϊκή αγορά, όπου πλέον η παραγωγική αξία τους συγκρίνεται άμεσα με όγκους και τιμές που συμβατικά κυριαρχούν στις χώρες της Mercosur. Τα λεγόμενα ΠΟΠ προϊόντα αποτελούν μεν εμπορική προστασία ονομασίας αλλά όχι μηχανισμό διασφάλισης εισοδήματος για τον παραγωγό. Η υπεραξία υπερσυγκεντρώνεται σε μεταποιητές και εμπορικά δίκτυα και όχι στην πρωτογενή παραγωγή, οι απαιτήσεις πιστοποίησης, ελέγχων και τυποποίησης ευνοούν τις μεγάλες επιχειρήσεις που έχουν προνομιακή πρόσβαση στην πίστωση και τις αγορές, ενώ οι μικροί παραγωγοί βρίσκονται εκτεθειμένοι στην αγριότητα της αγοράς χωρίς την παραμικρή προστασία. 

Η ελληνική αγροτική παραγωγή βασίζεται σε μεγάλο βαθμό σε μικρές και μεσαίες οικογενειακές εκμεταλλεύσεις (περίπου 700.000 γεωργικές εκμεταλλεύσεις, 61% της χρησιμοποιούμενης γεωργικής γης και 78% του αγροτικού εργατικού δυναμικού). Με μέγεθος μόλις 7 στρέμματα, πολύ μικρό σε σχέση με άλλες χώρες της ΕΕ και δείγμα της μικρής κλίμακας παραγωγής και, με το δεδομένο πως υποφέρει από συνεχή μείωση της παραγωγικότητας της εργασίας (στοιχεία της Eurostat δείχνουν ότι η Ελλάδα κατέγραψε μείωση της παραγωγικότητας της γεωργικής εργασίας κατά 8,8 % το 2025, σε αντίθεση με αύξηση 9,2 % στην ΕΕ), είναι σίγουρο πως αγρότες και κτηνοτρόφοι δεν μπορούν να απορροφήσουν τα διαδοχικά «σοκ» τιμών που ήδη έχουν αρχίσει με συμφωνίες της ΕΕ με την Ουκρανία και χώρες της Ασίας. Η συμφωνία ΕΕ-Ινδία προβλέπει μηδενισμό δασμών στο 96,6% των εξαγωγών της ΕΕ, ταυτόχρονη απελευθέρωση του 99,5% των δασμολογικών γραμμών για ινδικά προϊόντα, συμπεριλαμβανομένου αγροτικών προϊόντων. Παρόμοιες συμφωνίες με το Βιετνάμ και τη Νότια Κορέα οδηγούν σε εκτεταμένη κατάργηση δασμών στα περισσότερα αγροτικά προϊόντα. 

Παρά το γεγονός πως η ύπαιθρος συνεχώς ερημοποιείται και ο αγροτικός τομέας συρρικνώνεται (γεωργία, κτηνοτροφία, αλιεία συνεισφέρουν περίπου 3,2-3,3% του ΑΕΠ το 2024 από 6,87% το 1995), παραμένει περίπου τριπλάσιος από τον μέσο όρο της ΕΕ, όπου η γεωργία αντιστοιχεί περίπου σε 1,2%. Στην ΕΕ η γεωργία/κτηνοτροφία αντιστοιχούν στο 3,9% του εργατικού δυναμικού ενώ η βιομηχανία στο 24,25%. Στην Ελλάδα παρά το γεγονός πως οι υπηρεσίες σχεδόν μονοπωλούν το ΑΕΠ με περίπου 68% το 2024, η απασχόληση στη γεωργία παραμένει σημαντική με 9% του συνολικού εργατικού δυναμικού να απασχολείται στον πρωτογενή τομέα (ποσοστό που παραμένει υψηλότερο από τον παγκόσμιο μέσο όρο και δείχνει πόσες θέσεις εργασίας εξαρτώνται από τον αγροτοδιατροφικό τομέα). Είναι χαρακτηριστικό επίσης πως σημαντικό μέρος της ελληνικής βιομηχανίας (15,36% του ΑΕΠ το 2024, κάτω από τον παγκόσμιο μέσο 26%) είναι έντονα συνδεδεμένη με τα τρόφιμα. Σύμφωνα με έρευνα του ΙΟΒΕ για το 2024 το 37,3% των εργαζομένων στην ελληνική βιομηχανία απασχολείται σε αυτή των τροφίμων και ποτών. 

Οι μαχητικές αγροτικές κινητοποιήσεις, παρά τη λοιδορία, τη λάσπη και τον εμπαιγμό της κυβέρνησης Μητσοτάκη, έτυχαν μιας τεράστιας και παλλαϊκής στήριξης. Μέσα από έναν μακρόχρονο και υποδειγματικό αγώνα ανέδειξαν με αδιάσειστα οικονομικά στοιχεία και την δική τους πικρή πείρα το χυδαίο φαγοπότι των α(χ)ρίστων της ΝΔ μέσω του ΟΠΕΚΕΠΕ, την τρομακτική καταστροφή που έχει συντελεστεί στην αγροτική παραγωγή αλλά και στο σύνολο της οικονομίας από τα Μνημόνια και τους νεοφιλελεύθερους κανίβαλους.