Συνάντηση Τραμπ – Πούτιν
Προδημοσίευση από την Εργατική Πάλη Σεπτέμβρη 2025
Στις 15 Αυγούστου ο Τραμπ και ο Πούτιν συναντήθηκαν στο Άνκορατζ της Αλάσκας. Η συνάντηση αναμφίβολα «ξεπάγωσε» τις σχέσεις ΗΠΑ – Ρωσίας, έβγαλε από την «δυτική» απομόνωση τον Πούτιν, αλλά πέρα από αυτά καθώς και μια ανταλλαγή απόψεων πάνω στο Ουκρανικό ή πιθανώς και σε άλλα ζητήματα, η συνάντηση αυτή δεν αποτέλεσε την αρχή της περιβόητης «ειρήνευσης» στην Ουκρανία.
Οι εξελίξεις στον πόλεμο
Μετά την αποτυχία ανατροπής της κυβέρνησης Ζελένσκι με την στρατιωτική επέμβαση, τον Φεβρουάριο του 2022, και ιδιαίτερα μετά την αποτυχία των διαπραγματεύσεων Ρωσίας και Ουκρανίας στην Κωνσταντινούπολη τον Μάρτιο του 2022, η Ρωσία άλλαξε τη στρατιωτική τακτική της σε έναν «πόλεμο φθοράς», αφού πρώτα εξασφάλισε το σημαντικότερο μέρος των εδαφών στις τέσσερις επαρχίες (Ντονιέσκ, Λουγκάνσκ, Ζαπορίζια, Χερσώνα) καθώς και την πολιτική τους ενσωμάτωση στη Ρωσική Ομοσπονδία. Αυτός ο «πόλεμος φθοράς», μετά από δυόμισι χρόνια περίπου, φαίνεται ότι αποδίδει καρπούς. Οι αυξανόμενες ελλείψεις πυρομαχικών προς την Ουκρανία (παρ’ όλο που ο Τραμπ δεν σταμάτησε ούτε για μια στιγμή τη ροή στρατιωτικής ενίσχυσης), η διαφαινόμενη πτώση του ηθικού του ουκρανικού στρατού, η καταναγκαστική στρατολόγηση εφήβων και εξηντάρηδων, οι λιποταξίες ή η «συγκαλυμμένη» άρνηση να πολεμήσουν, οι 1,7 εκατομμύρια νεκροί Ουκρανοί σε πληθυσμό 25 εκατομμυρίων, η υποστήριξη του 75% του πληθυσμού στον τερματισμό του πολέμου με όποιους όρους (το 2022 το αντίστοιχο ποσοστό ήταν 22%) και κυρίως η καταστροφή των περισσότερων οχυρωμένων γραμμών άμυνας της Ουκρανίας (μένει πλέον η τελευταία γραμμή οχυρώσεων στις τρεις πόλεις του βόρειου Ντονιέσκ, που ήδη έχουν μισοπερικυκλωθεί από τους Ρώσους), η αναδίπλωση των φασιστικών ταγμάτων προς το Κίεβο για να διασφαλίσουν την προστασία του καθεστώτος, κ.ά., πιστοποιούν ότι ο πόλεμος βαδίζει προς τη λήξη του, δηλαδή προς μια ήττα των Ουκρανών που πιθανόν να πάρει χαρακτηριστικά κατάρρευσης του στρατιωτικού και του εσωτερικού μετώπου. Αυτή η κατάσταση δεν μπορεί να αλλάξει ακόμη κι αν αυξηθεί η ποσότητα και ποιότητα (πύραυλοι μεγάλου βεληνεκούς) του στρατιωτικού εξοπλισμού της Ουκρανίας, εκτός εάν αρχίσουν να εμπλέκονται στρατεύματα του ΝΑΤΟ, πράγμα όχι εντελώς απίθανο αλλά εξαιρετικά δύσκολο.
Οι απαιτήσεις του ρώσικου ιμπεριαλισμού στο «Ουκρανικό ζήτημα»
Οι απαιτήσεις της Ρωσίας ξαναδιατυπώθηκαν από τον Πούτιν και στη συνάντηση στην Αλάσκα: α) Η αναγνώριση των τεσσάρων επαρχιών, συν την Κριμαία, ως ρωσικό έδαφος. Ίσως επιδείξει μια ευελιξία στις επαρχίες της Χερσώνας και της Ζαπορίζια, δηλαδή παγώσει τη γραμμή του μετώπου στο 70% που κατέχει αλλά αποκλείεται να τις εγκαταλείψει γιατί αποτελούν κρίσιμης σημασίας «γέφυρα» με την Κριμαία. β) Το αυστηρό καθεστώς ουδετερότητας της Ουκρανίας, πράγμα που σημαίνει τη μείωση του νατοϊκά εκπαιδευμένου στρατού της σε μόνο 50 με 100 χιλιάδες στρατιώτες και τον ουσιαστικό αφοπλισμό του. γ) Οι λεγόμενες εγγυήσεις ασφαλείας της Ουκρανίας, από την οπτική της Ρωσίας, σημαίνουν εγγυήτριες χώρες αλλά χωρίς αυστηρές δεσμεύσεις (όπως το άρθρο 5 του ΝΑΤΟ), με βέτο της Ρωσίας και βέβαια χωρίς να έχουν στρατεύματα στην Ουκρανία ιδιαίτερα αυτές που είναι μέλη του ΝΑΤΟ. Σε αυτές τις απαιτήσεις της η Ρωσία μπορεί να δείξει μια οριακή ευελιξία, ή καλύτερα κάποια προσχήματα που θα τις καμουφλάρουν, αλλά δεν πρόκειται να κάνει πίσω, κάτω από όποιες συνθήκες, γιατί το «Ουκρανικό ζήτημα» είναι για αυτήν «υπαρξιακής σημασίας». Αυτό σημαίνει ότι σε περίπτωση αποτυχίας της διαπραγμάτευσης, η Ρωσία θα συνεχίσει τον πόλεμο προσβλέποντας στην κατάρρευση είτε του ουκρανικού στρατιωτικού μετώπου είτε του ουκρανικού εσωτερικού μετώπου, ελπίζοντας μελλοντικά να ελέγξει την υπόλοιπη Ουκρανία.
Οι επιδιώξεις του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού
Το επιτελείο Τραμπ, μάλλον και ο ίδιος ο Τραμπ, επεδίωκε και επιδιώκει μια «διαφορετική» αντιμετώπιση του ρωσικού ιμπεριαλισμού. Ως γνωστόν η συντριπτική πλειοψηφία των αμερικάνικων πολιτικών, στρατιωτικών, κρατικών κ.ά. επιτελείων, μαζί με τους ευρωπαίους ιμπεριαλιστές, επιδιώκει την πλήρη αποδυνάμωση της Ρωσίας (εξού και ο πόλεμος στην Ουκρανία και η γενικότερη επέκταση του ΝΑΤΟ στις πρώην χώρες της ΕΣΣΔ) ή τον κατακερματισμό της, ώστε να προχωρήσει εν συνεχεία στην γεωστρατηγική περικύκλωση της Κίνας. Ο Τραμπ προσβλέπει, αντίθετα, στην απόσπαση της Ρωσίας από την Κίνα, αντί για την πλήρη αποδυνάμωση ή κατακερματισμό της. Ωστόσο, ακόμη κι αυτή η πολιτική του Τραμπ δεν σημαίνει αντιμετώπιση της Ρωσίας ως ισοδύναμη υπερδύναμη. Ο Τραμπ και όσοι από το επιτελείο του υποστηρίζουν αυτή την εκδοχή, θέλουν να επιδείξουν μια ανοχή απέναντι στη Ρωσία τουλάχιστον σε κάποια θέματα, να απεγκλωβιστούν από το «ουκρανικό μέτωπο» για να στραφούν στην Ν.Α. Ασία αλλά, ταυτόχρονα, θέλουν να την πιέζουν ασφυκτικά ώστε να είναι σίγουροι ότι η Ρωσία θα αποσπαστεί από την Κίνα, και συνολικά από τους BRICS+. Κυρίως ποντάρουν στη ρώσικη αστική τάξη ή στο μεγαλύτερο τμήμα της που εξακολουθεί να είναι φιλοδυτικό καθώς και σε μια «αμφιταλάντευση» του ίδιου του Πούτιν (θεωρείται το πιο μετριοπαθές στοιχείο). Όπως και να ‘χει, αυτή η πολιτική του Τραμπ (αν βέβαια μπορέσει να επιβληθεί μέσα στις ΗΠΑ) θα μπορούσε να εφαρμοστεί ίσως το 2008 (όταν ανακοινώθηκε η συζήτηση για έναρξη της επέκτασης του ΝΑΤΟ σε Ουκρανία και Γεωργία) ή ακόμη και το 2014 με το πραξικόπημα του Μαϊντάν στην Ουκρανία ή πιθανόν και τον Φλεβάρη του 2022 πριν την επέμβαση της Ρωσίας. Σήμερα είναι πλέον αδύνατο να εφαρμοστεί, γιατί μεσολάβησε ο πόλεμος και κυρίως γιατί αποδείχθηκε η δύναμη και η αντοχή των BRICS+ και πολύ περισσότερο της ρωσοκινέζικης συμμαχίας — αυτοί οι παράγοντες έπαιξαν ίσως τον σημαντικότερο ρόλο στην ικανότητα της Ρωσίας να αντιμετωπίσει τον πόλεμο και να είναι ένα βήμα πριν την νίκη στο ουκρανικό μέτωπο.
Το πλήρες αδιέξοδο των διαπραγματεύσεων
Οι δυτικοί ιμπεριαλιστές είναι αδύνατον να αποδεχθούν την ήττα τους στην Ουκρανία — το πολύ που μπορούν να αποδεχθούν είναι μια ισοπαλία, και μάλιστα προσωρινή. Οι Ευρωπαίοι έχουν αναλάβει να ωθούν τον Ζελένσκι να αρνείται κάθε απαίτηση της Ρωσίας: αφενός καμία νομική αναγνώριση των εδαφών που έχει προσαρτήσει η Ρωσία (ακόμη κι αν είναι αδύνατον να τα πάρουν πίσω) και αφετέρου, ακόμη κι αν δεν υπάρξει τυπικά ένταξη της Ουκρανίας στο ΝΑΤΟ, η Ουκρανία να υπερεξοπλιστεί από το ΝΑΤΟ και με στρατεύματα, ώστε στον κατάλληλο χρόνο να ξαναεπιτεθεί στη Ρωσία. Επιπλέον προσβλέπουν σιωπηλά στην χρησιμοποίηση των κατασχεμένων συναλλαγματικών αποθεμάτων της Ρωσίας (περίπου 300-350 δισ. δολάρια) για την ανοικοδόμηση της Ουκρανίας. Με άλλα λόγια, στην πράξη οι Ευρωπαίοι και ο Ζελένσκι, «θεωρούν» ότι νίκησαν στον πόλεμο και θέλουν να επιβληθούν πλήρως!
Ωστόσο να σημειώσουμε ότι γενικά η στάση τους μπορεί να φαίνεται «αυτοκαταστροφική» ή δουλοπρεπής προς τους αμερικάνους αλλά αντιστοιχεί στα βασικά ταξικά τους συμφέροντα: οι ευρωπαϊκές πολυεθνικές γνωρίζουν ότι, παρ’ όλο που θα πληρώσουν βαρύ τίμημα (όπως η ταπεινωτική εμπορική συμφωνία με τις ΗΠΑ), μόνο με τους Αμερικάνους μπορούν να διατηρήσουν τη θέση τους στην κορυφή της ιμπεριαλιστικής πυραμίδας (εκμεταλλευόμενες είτε παραγωγικά είτε χρηματοπιστωτικά τον υπόλοιπο κόσμο). Επιπρόσθετα γνωρίζουν ότι μια αποδοχή της ήττας σημαίνει αφενός ότι τώρα θα είναι η Ρωσία που θα τους αποσπά εδάφη από την ΕΕ και δεύτερον ότι θα οδηγηθούν στον πολιτικό τους αυτοεξευτελισμό και κατάρρευση. Αλλά το ίδιο ισχύει και για τον Τραμπ. Αυτός μπορεί να διαλαλεί ότι «ο πόλεμος δεν είναι δικός του» αλλά επειδή επιδεικνύει μια λυσσασμένη αποφασιστικότητα είναι πολύ πιο επιθετικός από τον Μπάιντεν, και με αυτήν την έννοια ο πόλεμος αυτός είναι «κατά δικός του». Με άλλα λόγια δεν μπορεί να αφήσει τη Ρωσία, δηλαδή την Κίνα και τους BRICS+ να νικήσουν. Και έχουν αρκετά εργαλεία πίεσης στα χέρια τους: α) Τα κατασχεμένα ρωσικά συναλλαγματικά αποθέματα, τις βαριές κυρώσεις και τον αποκλεισμό της Ρωσίας από το διατραπεζικό σύστημα. β) Την αναζωπύρωση άλλων εστιών έντασης («έλεγχοι» στα ρωσικά πλοία που διασχίζουν την Βαλτική, κινήσεις στη Μαύρη Θάλασσα, κ.α.). γ) Τη δημιουργία ενός νέου μετώπου όπως αυτό που διαφαίνεται στο Αζερμπαϊτζάν, και ίσως με την υποστήριξη (;) της Τουρκίας.
Εξού και οι φαινομενικά αλλοπρόσαλλες συμπεριφορές του Τραμπ. Στην Αλάσκα άφηνε να εννοηθεί ότι τα βρήκε με τον Πούτιν ενώ την επόμενη μέρα, μετά τη συνάντηση με τους Ευρωπαίους και τον Ζελένσκι, επανήλθε στην «αδιαλλαξία» δηλαδή όχι «συμφωνία ειρήνης» αλλά «κατάπαυση του πυρός και εκεχειρία», συνάντηση Πούτιν-Ζελένσκι, μαζί βέβαια με μια επαπειλούμενη αποστολή ευρωπαϊκών στρατευμάτων στην Ουκρανία με την επίβλεψη/προστασία των Αμερικανών — για να μην αναφέρουμε το πρόγραμμα 100 δισ. δολαρίων εξοπλισμού της Ουκρανίας με λεφτά των Ευρωπαίων ή την τελική επιβολή δασμών 50% στην Ινδία επειδή εισάγει ρωσικό πετρέλαιο.
Το εργατικό κίνημα απέναντι στον Γ΄ Παγκόσμιο Πόλεμο
Οι αμερικανοί και ευρωπαίοι ιμπεριαλιστές δεν έχουν «παραφρονήσει» με τον πόλεμο. Αντίθετα βρίσκονται σε αδιέξοδο γιατί δεν έχουν πλέον άλλα οικονομικά μέσα για να αντιμετωπίσουν την κρίση και την υποβάθμισή τους. Γι’ αυτό είναι εξαγριωμένοι και λυσσασμένοι. Θα συνεχίσουν αυτόν τον ιδιότυπο Γ΄ Π.Π. με αμείωτη ένταση ακόμη κι αν υποχρεωθούν να αναδιπλωθούν σε ένα σημείο ή να παγώσουν προσωρινά μια σύγκρουση, ώστε να τον συνεχίσουν σε ένα άλλο σημείο. Κι αν αποτύχουν να στριμώξουν τους BRICS+ δεν θα διστάσουν να προχωρήσουν στον κανονικό, δηλαδή πυρηνικό, Γ΄ Π.Π.
Μόνο το εργατικό κίνημα μπορεί να τους σταματήσει καταργώντας τις βασικές αιτίες του πολέμου, δηλαδή το παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα. Και όσο είναι εγκληματικό να μην αναγνωρίζει κανείς τον άμεσο και επιθετικό χαρακτήρα του δυτικού ιμπεριαλισμού, δηλαδή να μην παλεύει για την ήττα του, άλλο τόσο είναι εγκληματικό να εγκαταλείψει την ανεξάρτητη πολιτική δράση και οργάνωση του παγκόσμιου προλεταριάτου στην συστράτευση πίσω από Ρωσία-Κίνα. Εξάλλου η ίδια η συνάντηση Τραμπ και Πούτιν είχε σαν προϋπόθεση μια αναγκαία «κατανόηση» του Πούτιν απέναντι στον Τραμπ: που εκδηλώθηκε αυτή; Στο Ιράν, στην Ουκρανία, στη Συρία, στην Βενεζουέλα ή κάπου αλλού;