Τρομακτικές οι οικονομικές επιπτώσεις του πολέμου
Αναδημοσίευση Εργατικής Πάλης Απριλίου
Καθώς κλείνει η τέταρτη εβδομάδα του πολέμου έχουν αρχίσει να φαίνονται με σαφήνεια οι τρομακτικές οικονομικές επιπτώσεις του πολέμου. Ωστόσο κανείς δεν μπορεί να προβλέψει με ακρίβεια ποιες θα είναι, γιατί το μέγεθός τους θα εξαρτηθεί από τη διάρκεια του πολέμου. Για να το θέσουμε διαφορετικά: αυτός ο πόλεμος είναι αδύνατον να συνεχιστεί για περισσότερο από δύο ή τρεις εβδομάδες για τον απλούστατο λόγο ότι οι επιπτώσεις στην παγκόσμια καπιταλιστική οικονομία θα είναι ασύλληπτες. Από την άλλη, είναι επίσης υπερβολικά δύσκολο, αν όχι αδύνατο, για το επιτελείο Τραμπ και τις ΗΠΑ να φύγουν ηττημένοι — κι αυτό ανεξάρτητα του πώς θα παρουσιάσει αυτή την αποχώρηση ο Τραμπ.
Αυτό που αναφέρεται από τα διεθνή και ελληνικά μέσα ενημέρωσης, ότι δηλαδή το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ περιορίζει κάθετα την εξαγωγή του 20% της παγκόσμιας παραγωγής πετρελαίου και φυσικού αερίου, είναι μόνο η μισή αλήθεια. Στην πραγματικότητα, στις χώρες του περσικού κόλπου παράγεται μεν το 20% της παγκόσμιας παραγωγής πετρελαίου και φυσικού αερίου, αλλά ταυτόχρονα αυτό το μέγεθος καλύπτει το 40% των παγκόσμιων εξαγωγών πετρελαίου και φυσικού αερίου. Με αυτήν την έννοια, οι συνέπειες από το παρατεταμένο κλείσιμο των Στενών θα είναι καταστροφικές για όσες χώρες- πλην Ρωσίας και ΗΠΑ- δεν παράγουν πετρέλαιο και φυσικό αέριο. Κι αυτό δεν είναι ακόμη όλη η αλήθεια. Στις δύο μεγάλες πετρελαϊκές κρίσεις της δεκαετίας του 1970, που πυροδότησαν -αλλά δεν προκάλεσαν- την κρίση του 1973-74 και του 1979, οι τιμές του πετρελαίου είχαν μεν τετραπλασιαστεί αλλά δεν υπήρχε έλλειψη πετρελαίου για όσους ήθελαν να αγοράσουν στις αυξημένες τιμές. Ταυτόχρονα, το κόστος των αυξημένων τιμών του πετρελαίου που επιβάρυνε τους δυτικοϊμπεριαλιστές αλλά και τις υπόλοιπες μη πετρεολαιοπαραγωγές χώρες (εκτίναξη του ελλείμματος του εμπορικού ισοζυγίου) αντισταθμίζονταν από το γεγονός ότι οι χώρες του Κόλπου εξήγαγαν τα τεράστια έσοδα που καρπώνονταν από τις αυξημένες τιμές πίσω στις δυτικοϊμπεριαλιστικές χώρες, αγοράζοντας μετοχές και ομόλογα αυτών.
Στη σημερινή συγκυρία τίποτε από τα παραπάνω δεν ισχύει. Οι μοναρχίες του Κόλπου, όχι μόνο δεν θα εξάγουν κεφάλαια στις ΗΠΑ και Ευρώπη, αλλά πρόκειται να αποσύρουν τα επενδυμένα κεφάλαιά τους σε μετοχές, ομόλογα και ακίνητα. Κι αυτό για να μπορέσουν να αντιμετωπίσουν την έλλειψη χρημάτων, εξαιτίας της παύσης της παραγωγής και εξαγωγής του πετρελαίου τους, και για να μπορέσουν να επιβιώσουν. Υποθέτοντας πάντα μια αργόσυρτη παράταση του πολέμου, χωρίς να εξετάζουμε την περίπτωση μιας απότομης κλιμάκωσης με εκτεταμένες καταστροφές των πετρελαϊκών υποδομών αυτών των χωρών, όπως έχει υποσχεθεί να κάνει το Ιράν. Οι χώρες που δεν παράγουν πετρέλαιο (Νοτιανατολική Ασία, Ευρώπη, Αφρική, Λατινική Αμερική) θα βρεθούν αντιμέτωπες, όχι απλά με μια προσωρινή εκτίναξη της τιμής του πετρελαίου, αλλά με την έλλειψη πετρελαίου. Επομένως οι επιπτώσεις θα είναι καταστροφικές, ειδικά για εκείνες που δεν έχουν καθόλου στρατηγικά αποθέματα πετρελαίου ή έχουν περιορισμένα (εκτός των αναδυόμενων οικονομιών, αυτό ισχύει για τη Νότια Κορέα και δευτερευόντως για την Ιαπωνία και την ΕΕ). Σε διάφορες χώρες (Μαλαισία, Βιετνάμ, Μιανμάρ κ.ά.) έχουν ήδη αρχίσει να εφαρμόζονται μέτρα περιστολής της κατανάλωσης βενζίνης και πετρελαίου (μείωση αεροπορικών πτήσεων, δελτίο στα βενζινάδικα, εφαρμογή «μονών-ζυγών» στην κυκλοφορία αυτοκινήτων κ.ά.). Έτσι, αν υπάρξει παράταση του κλεισίματος των Στενών του Ορμούζ, η παγκόσμια καπιταλιστική οικονομία θα βρεθεί αντιμέτωπη όχι απλώς με έναν στασιμοπληθωρισμό (διαρκή αύξηση των τιμών διαφόρων αγαθών με ταυτόχρονο περιορισμό της παραγωγής και της απασχόλησης) -που είναι ήδη επικίνδυνος λόγω των συσσωρευμένων αντιφάσεων της παγκόσμιας οικονομίας-, αλλά με μια σημαντική και γενικευμένη πτώση της παραγωγής, μεγαλύτερη και από αυτήν που εμφανίστηκε στην πανδημία. Αυτή η επερχόμενη οικονομική καταστροφή κάνει μάλλον απίθανη την παράταση του πολέμου.
Όπως και να ‘χει, οι οικονομικές επιπτώσεις θα είναι σημαντικές, ίσως καταστροφικές, ακόμη κι αν σταματήσει ο πόλεμος. Μέχρι να αποκατασταθεί η παραγωγή πετρελαίου και φυσικού αερίου στον Κόλπο (από τις καταστροφές λόγω του πολέμου) και η παγκόσμια κυκλοφορία τους, οι τιμές του πετρελαίου ανά βαρέλι θα κυμαίνονται γύρω στα 100 δολάρια για το επόμενο εξάμηνο, όταν σε όλο το 2025 κυμαίνονταν γύρω από τα 60 δολάρια, ενώ οι τιμές του φυσικού αερίου θα εξακολουθήσουν να είναι τουλάχιστον διπλάσιες. Αυτή η αύξηση τιμών θα πυροδοτήσει μία αύξηση των λιπασμάτων και του κόστους των γεωργικών προϊόντων και μια γενικότερη αύξηση της τιμής των εμπορευμάτων, δηλαδή έναν πληθωρισμό, έστω και περιορισμένο. Ήδη προβλέπουν ότι ο πληθωρισμός στις ΗΠΑ και την ΕΕ θα αυξηθεί από 2-2,5% στο 3,5-4%. Αυτή η αύξηση των τιμών, ειδικά των τροφίμων, θα έχει καταστροφικές συνέπειες για την επιβίωση εργαζομένων και φτωχών λαϊκών στρωμάτων στις φτωχές χώρες, κάτι που περνάει απαρατήρητο από τον διεθνή τύπο, αλλά θα καθηλώσει επίσης και τα εισοδήματα των εργαζομένων στις δυτικοϊμπεριαλιστικές χώρες. Περιττό να αναφέρουμε ότι η αύξηση των τιμών θα ενισχύεται και από την προσπάθεια των επιχειρήσεων να εκμεταλλευτούν τη συγκυρία και να μεγαλώσουν τα κέρδη τους.
Η αύξηση του πληθωρισμού, έστω και σε αυτά τα επίπεδα που αναφέραμε, θα οδηγήσει τις Κεντρικές Τράπεζες να αυξήσουν τα επιτόκιά τους με αποτέλεσμα από τη μια να αυξηθεί το δημόσιο χρέος και από την άλλη να μειώνονται οι τιμές των ομολόγων (δημόσιων και εταιρικών). Οι καθυστερημένες χώρες θα αντιμετωπίσουν μια φυγή κεφαλαίων και απαγορευτικό κόστος στην αποπληρωμή των χρεών τους και αντίστοιχα αυτό θα συμβεί και για διάφορες εταιρείες στις δυτικοϊμιπεριαλιστικές χώρες που καρκινοβατούν. Σε ένα φόντο έστω και ήπιας μείωσης της παραγωγής, με διάφορες φούσκες που έχουν δημιουργηθεί (Τεχνητή Νοημοσύνη, ακίνητα, Private Equity κ.ά.) και είναι έτοιμες να σκάσουν, δεν αποκλείεται ακόμη και το άμεσο σταμάτημα του πολέμου να προκαλέσει μια βαθιά οικονομική κρίση.
