Η πολιτική κρίση οξύνεται: Η ΝΔ σε αποδρομή – Πολυκερματισμός στην αντιπολίτευση
Αναδημοσίευση Εργατικής Πάλης Ιανουαρίου
Όλο και περισσότερο αναδεικνύεται και αποτελεί μόνιμο χαρακτηριστικό των αστικών κομμάτων η βαθιά και εκτεταμένη κρίση εμπιστοσύνης σε αυτά από τις εργαζόμενες μάζες και τα φτωχά λαϊκά στρώματα. Ακόμη και οι δημοσκοπήσεις εδώ και καιρό καταγράφουν την καθήλωση σε ποσοστά του κυβερνώντος κόμματος, κάτω από το 30% (με πολύ μικρότερο ποσοστό αν κατεβούν ο Τσίπρας και ο Σαμαράς με νέα κόμματα στις εκλογές) και το ποσοστό του Μητσοτάκη σαν καταλληλότερος πρωθυπουργός να είναι περίπου ίσο με το ποσοστό της απάντησης «κανένας». Τελευταία το κυβερνών κόμμα εμφανίζει νέα φθορά στα ποσοστά του κάτω και από την επήρεια των αγροτικών κινητοποιήσεων. Η αντιπολίτευση, πολυθρυμματισμένη δεν κερδίζει τίποτα, ενώ ειδικά για τον ΣΥΡΙΖΑ η εικόνα είναι ιδιαίτερα ανησυχητική, μόλις στο 3%.
Μεγάλο είναι και το ποσοστό των αναποφάσιστων (21%), αλλά και το 30,8% που δηλώνει ότι δεν εμπιστεύεται κανέναν πολιτικό αρχηγό. Η Μαρία Καρυστιανού ξεπερνά τον πρωθυπουργό και τους πολιτικούς αρχηγούς με υψηλότερο ποσοστό αναγνώρισης (24,3%) και ανάμεσα στα νέα πολιτικά σχήματα και στο ερώτημα ποιο θα έχει καλύτερη εκλογική πορεία το πιθανό κόμμα Καρυστιανού προηγείται με ποσοστό 53%, ενώ του Τσίπρα με 23%. Γι’ αυτόν τον τελευταίο είναι χαρακτηριστικό ότι το 80% των ερωτηθέντων πιστεύει ότι δεν φέρνει τίποτα νέο στην πολιτική. Η μεγάλη απήχηση της Μαρίας Καρυστιανού δεν οφείλεται βέβαια στο πρόγραμμά της, άλλωστε ακόμη δεν έχει ξεκαθαρίσει αν θα κάνει κόμμα, με ποιους θα το κάνει κ.λπ., αλλά κυρίως στην απέχθεια προς τα υπάρχοντα πολιτικά πρόσωπα και την πλήρη ανικανότητά τους να επιλύσουν και το παραμικρό πρόβλημα της κοινωνίας, την τεράστια αυτονόμησή τους από την ίδια την κοινωνία και τις ανάγκες της. Επιπλέον τα ζητήματα της διαφθοράς των πολιτικών προσώπων, των τεραστίων ψεμάτων που είπαν και συνεχίζουν να λένε, της χλευαστικής στάσης τους απέναντι στην κοινωνία, του αυταρχισμού της κυβέρνησης σαν μόνο μέσο για να μείνει στην εξουσία, της μαφιόζικης συμπεριφοράς και διακυβέρνησης, οδηγούν στην απόρριψη του υπάρχοντος πολιτικού προσωπικού της αστικής τάξης και στην αναζήτηση νέων διαφορετικών προσώπων που θα επιδείξουν ήθος και εντιμότητα.
Όλοι οι εκβιασμοί της κυβέρνησης ότι δηλαδή είναι η νικήτρια των προηγούμενων εκλογών με 41% και άρα νομιμοποιείται να «εφαρμόζει το πρόγραμμά της», ότι «ΝΔ ή χάος», ότι η πολιτική της είναι η μόνη υπεύθυνη και ρεαλιστική, έχουν πέσει στο κενό. Αντιστοίχως, και όλες οι άθλιες προσπάθειές της κυρίως απέναντι στις αγροτικές κινητοποιήσεις να ενεργοποιήσει τον «κοινωνικό αυτοματισμό», να διασπάσει τα μπλόκα ώστε να υποχωρήσουν στον «διάλογο», να σπιλώσει αγροτοσυνδικαλιστές κ.ά. έχουν πέσει κι αυτές στο κενό. Η συντριπτική πλειοψηφία της κοινωνίας απορρίπτει την κυβερνητική πολιτική και την όποια προσπάθειά της να παραμένει στην εξουσία, καθώς το αίτημα για πρόωρες εκλογές συγκεντρώνει ποσοστό 56%, ενώ το 61% δηλώνει ότι οι «παροχές» της ΔΕΘ δεν βοήθησαν καθόλου στην ακρίβεια που παραμένει πρώτη στην ιεράρχηση των προβλημάτων των ερωτηθέντων.
Η εικόνα των δημοσκοπήσεων είναι αποτέλεσμα των τελευταίων κινητοποιήσεων και κυρίως της 28ης Φλεβάρη του 2024 για το έγκλημα των Τεμπών. Είναι επίσης φανερό ότι μετά από αυτές οι κινητοποιήσεις η κυβέρνηση δεν μπορεί να ανακάμψει. Αντίθετα βρέθηκε αντιμέτωπη με το τεράστιο σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ και παρά τα πραξικοπήματά της στη βουλή και στην επιτροπή, παρά τη διάχυση ευθυνών σε όλα τα κόμματα και διαχρονικά, ώστε να παρουσιάζεται η ΝΔ σαν αυτή που θα «εξυγιάνει» τον ΟΠΕΚΕΠΕ(!), δεν έπεισε κανέναν — το 69% δεν πιστεύει ότι θα τιμωρηθούν τα τρωκτικά των επιδοτήσεων, υπουργοί και βουλευτές, υπεύθυνοι για το σκάνδαλο. Επιπλέον οι προσωπικότητες του «Φραπέ», της κυρίας με τη Φερράρι, του Μαγειρία κ.ά. που παρελαύνουν στην επιτροπή προκαλούν αηδία στους εργαζόμενους και τη νεολαία. Πριν καλά καλά «διαχειριστεί» το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ, η κυβέρνηση βρίσκεται αντιμέτωπη με τις αγροτικές κινητοποιήσεις, από τις μεγαλύτερες ιστορικά. Μέχρι τώρα πέφτουν στο κενό όλες οι προσπάθειές της να στρέψει τους εργαζόμενους και τη νεολαία ενάντια στους αγρότες, αντίθετα το 78% βρίσκει δικαιολογημένες τις κινητοποιήσεις. Η διαφθορά, η αυτονόμηση από την κοινωνία, ο χλευασμός, η εξόντωση όποιου αντιδρά στην πολιτική της κυβέρνησης και η καταστολή αποτελούν τα μοναδικά χαρακτηριστικά της διακυβέρνησης από τη ΝΔ. Και γίνονται αντιληπτά από τους εργαζόμενους και τα φτωχά λαϊκά στρώματα εκτοξεύοντας την αγανάκτηση και την οργή τους.
Η ΝΔ δεν μπορεί να αντιστρέψει τη συνεχόμενη φθορά της, όσο κι αν προσπαθεί να τη συσκοτίσει με το γεγονός ότι είναι πρώτο κόμμα με διαφορά από το δεύτερο. Αυτό βέβαια δεν μπορεί να τη σώσει από το τι θα μείνει από τη ΝΔ του Μητσοτάκη σαν παραδοσιακά καθαρόαιμο κόμμα της αστικής τάξης. Και αν βγήκε από το καλάθι των αχρήστων της ιστορίας που την έστειλαν οι εργαζόμενες μάζες με το κίνημα του 2010-12, λόγω της μετάλλαξης του Τσίπρα –ΣΥΡΙΖΑ, δεν είναι καθόλου σίγουρο ότι αυτό μπορεί να συμβεί και στο μέλλον.
Τα κόμματα της αντιπολίτευσης εξαντλούνται σε αντιμητσοτακικές-αντιδεξιές κορώνες. Σε ό,τι αφορά το ΠΑΣΟΚ αυτό δεν μπορεί να ξεφύγει από το μεγάλο αμάρτημα της εισόδου της χώρας στα μνημόνια, της συγκυβέρνησης Σαμαρά -Βενιζέλου. Με αναφορές στην λειτουργία «των ελληνικών και ευρωπαϊκών θεσμών» δεν μπορεί να πείσει ότι έχει διαφορετικό πρόγραμμα από τη ΝΔ, ενώ πολλά στελέχη του ΠΑΣΟΚ κατέχουν υπουργικές θέσεις στην κυβέρνηση Μητσοτάκη. Μάλλον θα ταλανίζεται ανάμεσα σε μια συγκυβέρνηση με τη ΝΔ αν βγει δεύτερο κόμμα και σε μια συμμετοχή στον διάλογο με την «κεντροαριστερά», όπως προτείνει ο Δούκας, που δηλώνει ανοιχτός στο διάλογο με τον Τσίπρα ή και την Καρυστιανού.
Σε ό,τι αφορά τα κόμματα-θραύσματα του ΣΥΡΙΖΑ (ΣΥΡΙΖΑ, Νέα Αριστερά, ΜέΡΑ25) δεν έχει ξεπεραστεί η κρίση των συνεχών διασπάσεών τους. Μάλλον είναι έτοιμα μεγάλα τμήματά τους να αλωθούν από τον Τσίπρα. Η Πλεύση Ελευθερίας, αν και ενισχυμένη σε σχέση με τις εκλογές του 2023, με το βάρος που δίνει στη λειτουργία των αστικών θεσμών, μόνο ψηφοθηρία μπορεί να κάνει. Την ώρα μάλιστα που οι αστικοί θεσμοί, όχι μόνο ελέγχονται από την κυβέρνηση, αλλά και διαρκώς αποδεικνύονται απόλυτα και προκλητικά ταξικοί υπέρ του κεφαλαίου και του πολιτικού προσωπικού της αστικής τάξης. Γι’ αυτούς όλες οι μαφιόζικες πράξεις επιτρέπονται και δεν τιμωρούνται. Γι’ αυτό οι εργαζόμενοι και η νεολαία δεν εμπιστεύονται σε μαζικό επίπεδο αυτούς τους θεσμούς, κυρίως τη δικαιοσύνη.
Νέα κόμματα προβάλλονται και ενδέχεται να εμφανιστούν στις ερχόμενες εκλογές. Τα δύο κατ’ αρχήν έρχονται από παλιά, αυτά του Τσίπρα και του Σαμαρά. Ο πρώτος επανέρχεται σαν αρχηγός και μεσσίας, επιχειρεί να φορτώσει την αποτυχία της κυβέρνησής του στους συνεργάτες του, να δικαιολογήσει, αλλά και να δικαιώσει τις αποφάσεις του για το τρίτο και χειρότερο μνημόνιο. Μέχρι σήμερα δεν έχει καταφέρει να συγκεντρώσει ένα ποσοστό στις δημοσκοπήσεις για να παρουσιαστεί ως αντίπαλο δέος στον Μητσοτάκη. Ο Σαμαράς αρχηγικός και αυτός προβάλει τον γνήσιο «πατριωτισμό» του σαν τη διαφωνία του με την υποχωρητική εξωτερική πολιτική της ΝΔ του Μητσοτάκη. Η «πατριωτική» θέση του Σαμαρά είναι τυχοδιωκτική, αφού ο κίνδυνος να χάσει ο ελληνικός καπιταλισμός το στρατηγικό του βάθος στο Αιγαίο και στη ΝΑ. Μεσόγειο είναι υπαρκτός και αντανακλά την δραματική αλλαγή του συσχετισμού δύναμης μεταξύ ελληνικού και τουρκικού καπιταλισμού, υπέρ του δεύτερου.
Τέλος για τη Μαρία Καρυστιανού και το ενδεχόμενο να δημιουργήσει κόμμα πρέπει να τονιστεί ότι ο αγώνας της ως πρόεδρος του Συλλόγου Συγγενών είναι δίκαιος και αξιοθαύμαστος, όπως και όλων των συγγενών. Αλλά η είσοδος στην πολιτική με βάση την προσωπική απήχηση και αναγνωρισιμότητα, οι σχέσεις της που είδαν το φως της δημοσιότητας με Καραχάλιο (σύμβουλος του Κ. Καραμανλή) ή η δικηγόρος-εκπρόσωπός της Μ. Γρατσία (υποψήφια με το κόμμα Νίκη), οι αναφορές της στο «κράτος δικαίου» και τους «ευρωπαϊκούς θεσμούς» που πρέπει να λειτουργήσουν, η συγκρότηση μια επιτροπής «σοφών» που θα αποτελείται από «ανθρώπους της αγοράς» θα έχουν «εμπειρία από τη δουλειά τους», αλλά και «γνώσεις και γνωστικό υπόβαθρο» και θα αναλάβουν «να βρουν λύσεις στα προβλήματα της χώρας» το λιγότερο αποτελούν κοινοβουλευτικές αυταπάτες για αναζήτηση λύσεων μέσα στο πολιτικό σύστημα, που κατά τα άλλα σύμφωνα με τη Μ. Καρυστιανού «δεν μπορεί να επιδιορθωθεί», και βέβαια συγκροτούν μία πολιτική κίνηση για δημιουργία κόμματος από τα πάνω, που καμιά σχέση δεν έχει με τα κινήματα των εργαζομένων και της νεολαίας.