22o Συνέδριο ΚΚΕ – Θέσεις KE «Επαναστατικά» λόγια, προσαρμογή στο καθεστώς

1096372e1fde5d97f5db64357ecdb08d_XL

Αναδημοσίευση Εργατικής Πάλης Δεκεμβρίου

β΄ μέρος

Οι οπορτουνιστικές θέσεις του ΚΚΕ, το διαζύγιό του με την επαναστατική πολιτική αποτυπώνονται και στην ανάλυσή του για το αστικό πολιτικό σκηνικό, στην αποτίμηση των διεργασιών στο εργατικό κίνημα και τη συνείδηση των εργαζομένων. Προβάλλει καθαρά η αντίφαση της εκδοχής ενός «επαναστατικού» ΚΚΕ με την καθημερινή πολιτική και πρακτική του, η οποία συνεχίζει να είναι ρεφορμιστική.

Στο μέρος «Γ. ΟΙ ΔΙΕΡΓΑΣΙΕΣ ΣΤΟ ΑΣΤΙΚΟ ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ», το ΚΚΕ δίνει διαπιστευτήρια στην αστική νομιμότητα. Αφού πρώτα συνέκλινε με τον Μητσοτάκη στην προπαγάνδα περί μιας υπαρκτής οικονομικής ανάπτυξης, πλέον επιτίθεται σε οποιονδήποτε παλεύει για την πτώση της κυβέρνησης της ΝΔ, σε οτιδήποτε αποσταθεροποιεί το αστικό πολιτικό σκηνικό και ριζοσπαστικοποεί τη συνείδηση των εργαζομένων και της νεολαίας.

Στο κεφάλαιο Γ1 καταγράφεται (για πρώτη φορά στις Θέσεις) ότι υπάρχει κοινωνική δυσαρέσκεια για τις οικονομικές εξελίξεις. Ωστόσο, σύμφωνα με το ΚΚΕ, ο συσχετισμός παραμένει νέτα σκέτα αρνητικός για το εργατικό κίνημα – και αυτό γιατί οι αντιδράσεις αναζητούν «διέξοδο μόνο στην πτώση της κυβέρνησης της ΝΔ, ή στην παραίτηση Μητσοτάκη, ή στο να μπουν φυλακή κάποιοι ένοχοι»! Μάλιστα, υποστηρίζει ότι αυτή η κατεύθυνση (για την πτώση της κυβέρνησης) είναι καθοδηγούμενη από «αστικές δυνάμεις, επιχειρηματικά συμφέροντα, που… κίνησαν μηχανισμούς, ΜΜΕ». Η συκοφαντία προχωράει όμως αρκετά βήματα παραπέρα. Ταυτίζουν όσες δυνάμεις παλεύουν για την πτώση της κυβέρνησης με την ακροδεξιά του Βελόπουλου ή με το προσωπαγές μόρφωμα της Κωνσταντοπούλου. Επιτίθενται στο κίνημα των Τεμπών ανακαλύπτοντας «ορισμένα μεγάλα επιχειρηματικά και πολιτικά συμφέροντα, που θέλουν να αξιοποιήσουν διάφορους ‘διαθέσιμους’, που μιλάνε εξ ονόματος των νεκρών και των συγγενών τους» (Γ2). Η αλήθεια είναι ότι αν κάτι τέτοιο συμβεί (δεν μπορεί να αποκλειστεί κατηγορηματικά), ένας από τους πρώτους υπεύθυνους θα είναι το ίδιο το ΚΚΕ, που δεν έκανε τίποτα για να αναπτύξει αυτό το κίνημα, παρά μόνο για να το «πνίξει» ελπίζοντας να μαζέψει ψήφους.

Σύμφωνα με τις Θέσεις, το πολιτικό σκηνικό αναπροσαρμόζεται και σταθεροποιείται (! – σε συνθήκες όπου ο κατακερματισμός και η ρευστότητά του είναι προφανή και τεράστια). Νέα κόμματα δημιουργούνται, που εγκλωβίζουν τις μάζες και καλύπτουν το πολιτικό κενό. Μάλιστα, οι Θέσεις φτάνουν στη (γελοία) εφεύρεση ενός ισχυρού ρεύματος Σοσιαλδημοκρατίας με «ισχυρή κοινωνική βάση μέσα σε τμήματα της εργατικής τάξης» (Γ3).

Η μόνιμη πολιτική κρίση του ελληνικού αστισμού, αποτέλεσμα της κρίσης/χρεοκοπίας του ελληνικού καπιταλισμού το 2010 (Μνημόνια), του «κοινωνικού πολέμου 2010-2012» (στον οποίο το ΚΚΕ είχε αντιταχθεί σφόδρα) κ.λπ., που έπληξαν βαρύτατα τις αστικές πολιτικές δυνάμεις, αποσιωπάται εντέχνως. Η κοινωνική απομόνωση των παραδοσιακών αστικών κομμάτων (ΝΔ-ΠΑΣΟΚ), η εξαφάνιση μνημονιακών ρεταλιών (ΛΑΟΣ, ΠΟΤΑΜΙ, ΑΝΕΛ, ΣΥΡΙΖΑ κ.ά.), η αδυναμία ενσωμάτωσης των εργαζομένων και των φτωχών λαϊκών στρωμάτων, η διάλυση του δικομματικού συστήματος, η ανακύκλωση φθαρμένων προσώπων (Τσίπρας, Σαμαράς), η προοπτική κυβερνητικής αστάθειας, τα διαρκή σκάνδαλα που αγγίζουν όλες τις πολιτικές δυνάμεις κ.λπ. είναι για το ΚΚΕ μόνο μηχανορραφίες της αστικής τάξης και των μηχανισμών της, που οδηγούν σε μια νέα φάση σταθερότητας. Αναρωτιέται κανείς αν π.χ. η οργή και οι κινητοποιήσεις των αγροτών ενεργοποιήθηκαν από κάποια «επιχειρηματικά συμφέροντα» ή αν οδηγούν σε… βαθύτερη πολιτική ενσωμάτωση!

Το μένος ενάντια στο σύνθημα «κάτω η κυβέρνηση» αναδεικνύει κάτι ακόμα: την πλήρη προσαρμογή του ΚΚΕ στον αστικό κοινοβουλευτισμό. Φυσικά, το διώξιμο του Μητσοτάκη μπορεί άμεσα να οδηγήσει σε μια επόμενη αστική κυβέρνηση (αν δεν έχουμε επαναστατική κατάσταση, αν η εργατική τάξη δεν είναι έτοιμη να θέσει θέμα εξουσίας) – αυτό όμως δεν ακυρώνει την πολιτική σημασία της τιμωρίας της κλίκας Μητσοτάκη. Ούτε κάνει αδιάφορο το αν μια τέτοια πτώση της κυβέρνησης θα γίνει μέσα σε συνθήκες αγώνων ή όχι. Όπως έχει δείξει πολλές φορές η ιστορική εμπειρία, μια τέτοια εξέλιξη θα τονώσει το ηθικό και την αυτοπεποίθηση των εργαζομένων, θα δώσει «ανάσα» στην ελληνική κοινωνία, θα απομονώσει παραπέρα το αστικό πολιτικό σκηνικό και θα αποδυναμώσει την όποια επόμενη κυβέρνηση. Με άλλα λόγια: θα δημιουργήσει προϋποθέσεις για μια άνοδο των ταξικών αγώνων, για μια ενίσχυση του εργατικού κινήματος. Όπως πάντα στην ιστορία του, το ΚΚΕ εχθρεύεται μια τέτοια προοπτική, ό,τι δεν μπορεί να ελέγξει, μια μαζική ριζοσπαστικοποίηση. Επενδύει στην απογοήτευση, ώστε να εμφανίζεται ως μοναδική εναλλακτική («αποκούμπι στις θύελλες» και τα συναφή) και να εξαργυρώνει όση δυσαρέσκεια μπορεί σε ψήφους για «περισσότερους κομμουνιστές βουλευτές», που με κάποιον τρόπο «σώζουν τον λαό».

Η θέση του ΚΚΕ απέναντι στον πόλεμο είναι μια αντανάκλαση τυχοδιωκτικών θέσεων στον ελληνοτουρκικό ανταγωνισμό (Β7) και των «ίσων αποστάσεων» ακόμα και απέναντι στους ιμπεριαλιστές ΗΠΑ-ΝΑΤΟ-ΕΕ (Α2-Α7). Αφού έχει χαρακτηρίσει τη σύγκρουση των αστικών τάξεων Ελλάδας-Τουρκίας ως παζάρι που ωφελεί αμφότερους, βλέπει το κύριο πρόβλημα στην καταπάτηση των (αστικών) «κυριαρχικών δικαιωμάτων της χώρας». Επικεντρώνει σχεδόν αποκλειστικά στην επιθετικότητα από την πλευρά της Τουρκίας, αντικειμενικά δίνοντας άλλοθι ή αθωώνοντας την τυχοδιωκτική φυγή της «δικής μας» ελληνικής αστικής τάξης προς τον πόλεμο, τους εξοπλισμούς, τον ρόλο «δεδομένου και πρόθυμου συμμάχου» των ΗΠΑ, με σκοπό να ξεφύγει από μια μεγάλη υποβάθμιση απέναντι στην ενισχυόμενη Τουρκία (ή να προσπαθήσει να διαχειριστεί μια τέτοια εξέλιξη).

Υπερασπιζόμενο τα «κυριαρχικά δικαιώματα», το ΚΚΕ στοιχίζεται με μια βασική γραμμή όλων των αστικών δυνάμεων, που τη χρησιμοποιούν για την αύξηση των εξοπλισμών, την εμπλοκή/συμμετοχή όλο και πιο βαθιά στον πόλεμο (ανεξάρτητα από το τι μπορούν να ευελπιστούν να πετύχουν με αυτήν την πολιτική). Αντί να επικεντρώσει στους τρομακτικούς κινδύνους για τον ελληνικό λαό αλλά και όλους τους λαούς της περιοχής, εγκλωβίζει την εργατική τάξη στις διενέξεις από την πλευρά της «δικής μας» αστικής τάξης.

Προφανώς, δεν υπάρχει στις Θέσεις ο «πόλεμος κατά του πολέμου», η μετατροπή του ιμπεριαλιστικού πολέμου σε εμφύλιο, η ανάγκη διεξόδου με κατεύθυνση την εξουσία των εργαζομένων και τον Σοσιαλισμό, ενάντια στις αντιδραστικές αστικές τάξεις και τους ιμπεριαλιστές. Μόνο σκόρπια, άνευρα συνθήματα: «ενδυνάμωση του μετώπου ενάντια στην πολεμική οικονομία», «ανάδειξη του ιμπεριαλιστικού χαρακτήρα του πολέμου» κ.ά. Πολύ σημαντικό: δεν αναφέρεται η κρισιμότητα της ανάπτυξης ενός αντιπολεμικού, διεθνιστικού κινήματος. Διόλου περίεργο, εφόσον το ΚΚΕ όλο το προηγούμενο διάστημα χτύπησε κάθε τέτοια προσπάθεια ή είχε μια θολή στάση (σαμπόταρε ή καλούσε συγκεντρώσεις σε διαφορετικές μέρες, κατηγορούσε κατά περίπτωση ως αντισημιτισμό την παρεμπόδιση του ισραηλινού κρουαζιερόπλοιου κ.ά.).

Στον απολογισμό-σχεδιασμό «ΓΙΑ ΤΟ ΕΡΓΑΤΙΚΟ ΣΥΝΔΙΚΑΛΙΣΤΙΚΟ ΚΙΝΗΜΑ», παρουσιάζεται ο «πρωτοπόρος» ρόλος του ΚΚΕ στην «ανασυγκρότηση» του εργατικού κινήματος, η ενίσχυση των γραμμών του, ο «πρωταγωνιστικός» ρόλος στις κινητοποιήσεις: «Όλες οι πανελλαδικές απεργίες αυτά τα τέσσερα χρόνια … έγιναν κάτω από την αγωνιστική πίεση των πρωτοβουλιών του ΠΑΜΕ» (Α1-Α2) – χωρίς να σχολιάζεται αν υπήρχε συνέχεια, κλιμάκωση, αποτελέσματα κ.λπ.

Η πραγματικότητα είναι πολύ διαφορετική. Το ΚΚΕ αποτελεί τροχοπέδη στην ανάπτυξη, την ανασύνθεση και ανασυγκρότηση του εργατικού κινήματος. Α) Απουσίαζε από όλες τις κρίσιμες μάχες: αγώνας για την υπεράσπιση του απεργού πείνας Π. Ρούτσι, πολλές αντιπολεμικές κινητοποιήσεις για την Παλαιστίνη, απεργία ΠΕΝΕΝ κ.ά. Έχει μια «διπρόσωπη» στάση στην αποχή-απεργία των εκπαιδευτικών ενάντια στην αξιολόγηση. Χτυπάει επανειλημμένα και «από μέσα» το φοιτητικό κίνημα (π.χ. σταματώντας τις μεγάλες κινητοποιήσεις του 2024 ενάντια στην πραξικοπηματική παράκαμψη του Άρθρου 16 και την ίδρυση των ιδιωτικών «ΑΕΙ»). Πολεμάει με μανία κάθε σύνθημα αντικυβερνητικό, ενάντια στις ιδιωτικοποιήσεις κ.λπ. – δηλ. ό,τι ενοποιεί τους αγώνες πάνω σε συγκεκριμένους στόχους: «Τα συνθήματα της ‘επανακρατικοποίησης’, των ‘μέτρων αντιμετώπισης της ακρίβειας’… είναι πολιτική διαχείρισης του καπιταλιστικού συστήματος (Α3). Τότε π.χ. γιατί ζητάει το ΚΚΕ κατάργηση του Χρηματιστηρίου Ενέργειας; Μήπως αυτό θα καταργούσε τον καπιταλισμό; Απόλυτος παραλογισμός και καιροσκοπισμός… Γ) Βάθυνε την κρίση στο εργατικό-συνδικαλιστικό κίνημα πρωτοστατώντας σε σκηνικά βίας και νοθείας σε σειρά σωματείων ή ομοσπονδιών. Δ) Μαζί με τις αστικές δυνάμεις, ουσιαστικά συνθηκολόγησε σε κρίσιμα μέτωπα πάλης και αντεργατικές επιθέσεις (π.χ. εφαρμογή Ηλεκτρονικών Μητρώων).

Επίλογος

Με όλα αυτά, το ΚΚΕ ενδιαφέρεται εν τέλει μόνο για τη συνδικαλιστική και πολιτική εκλογική του ενίσχυση. Το πρόβλημα του, όμως, είναι βαθύτερο από ό,τι φαίνεται σε πρώτη ματιά. Σε μια περίοδο βαθιάς οικονομικής, πολιτικής και κοινωνικής κρίσης (απαξίωση των αστικών θεσμών με τα σκάνδαλα κ.ά.), όπου κυβερνήσεις όπως του Μητσοτάκη αδυνατούν να ενσωματώσουν τις μάζες, όπου οι εναλλακτικές εμφανίζονται εξαρχής «καμμένες» ή εύθραυστες, η οργή και η αγανάκτηση των εργαζομένων αναζητά απαντήσεις, μια διέξοδο στην αβίωτη κατάσταση – και «συναντά» ένα ΚΚΕ που ολοκληρώνει την προσαρμογή του στο αστικό καθεστώς, με έναν όλο και μεγαλύτερο συντηρητισμό. Αργά η γρήγορα, το ΚΚΕ θα βρεθεί υπόλογο στους εργαζόμενους και τη νεολαία γι’ αυτές τις επιλογές του.

Με τον τρόπο τους, μέσα από αντιφάσεις και δυσκολίες, οι εργαζόμενοι σήμερα κατανοούν ότι δεν υπάρχουν εύκολες λύσεις. Τέτοια είναι και η πρόταση, η πολιτική πρακτική του ΚΚΕ, οδηγώντας ξανά σε αδιέξοδο, που ήδη φαίνεται και θα αποκαλυφθεί ακόμα περισσότερο. Αυτό θα ανοίξει επιπλέον δρόμους για την αναζήτηση της μόνης πραγματικής εναλλακτικής: μια ισχυρής, ενωτικής, ταξικής, ασυμβίβαστης Επαναστατικής Αριστεράς – η ΟΚΔΕ βρίσκεται στην πρώτη γραμμή της μάχης για την οικοδόμησή της.