Διαγραφές, πειθαρχικά, ιδιωτικά: Να εμπνευστούμε από τον αγώνα του Π. Ρούτσι για την ανατροπή τους

ΣΣΠ ΤΕΛΙΚΟΟ

Αναδημοσίευση από την Εργατική Πάλη Νοεμβρίου 2025

Ένα μήνα μετά το άνοιγμα των πανεπιστημίων, η κυβέρνηση προσπαθεί να θέσει σε εφαρμογή το σχέδιό της για την διάλυση της Δημόσιας και Δωρεάν εκπαίδευσης, έχοντας ήδη αρχίσει να βάζει σε εφαρμογή επι μέρους πτυχές του. Όμως βρίσκει εμπόδιο στον νικηφόρο αγώνα του Πάνου Ρούτσι. Η απεργία πείνας του, που συγκλόνισε ολόκληρη την κοινωνία, και το μαζικό κύμα αλληλεγγύης που ξεδιπλώθηκε παντού, αποτέλεσαν την πρώτη σοβαρή ήττα του Μητσοτάκη μετά από καιρό. Η κυβέρνηση αναγκάστηκε σε άτακτη υποχώρηση, αποδεικνύοντας πως το καθεστώς της δεν είναι ανίκητο. Αυτή η νίκη άνοιξε ρωγμές στο αστικό πολιτικό σκηνικό και στο εσωτερικό της κυβέρνησης και έδειξε ότι οι αγώνες μας μπορούν να νικήσουν.

Παρά τη σημαντική αυτή νίκη, η κυβέρνηση είναι λυσσασμένη να επιβάλει την πλήρη διάλυση της Δημόσιας και Δωρεάν παιδειας και δεν πρόκειται να σταματήσει. Το σχέδιό της κρύβει πίσω του ένα σύστημα ταξικού αποκλεισμού, καταστολής και ιδιωτικοποίησης. Ο Μητσοτάκης και το υπουργείο Παιδείας σχεδιάζουν να διαγράψουν περίπου 330.000 φοιτητές, σχεδόν το μισό φοιτητικό πληθυσμό της χώρας. Αυτές οι διαγραφές δεν είναι «διοικητικές ρυθμίσεις»· είναι πολιτική επιλογή ταξικού αποκλεισμού. Κάθε διαγραφή σημαίνει έναν νέο αποκλεισμό από τη μόρφωση, έναν φοιτητή που δεν μπορεί να πληρώσει δίδακτρα και τέλη επανεγγραφής, έναν νέο που πετιέται έξω επειδή εργάζεται, φροντίζει οικογένεια ή απλώς δεν έχει τα μέσα να ανταπεξέλθει σε ένα πανεπιστήμιο που λειτουργεί με όρους αγοράς. Η κυβέρνηση επιχειρεί να περάσει αυτό το μέτρο σταδιακά, στέλνοντας e-mail για «παράταση σπουδών» και προσπαθώντας να διασπάσει τους φοιτητές. Η τακτική αυτή δείχνει ότι το καθεστώς είναι στριμωγμένο, αλλά αποφασισμένο να προχωρήσει. Ξέρει πως αν υποχωρήσει ξανά, θα επιταχύνει τη φθορά του· γι’ αυτό επιτίθεται όπου βρίσκει έδαφος, χτυπώντας την εκπαίδευση, την υγεία, τα εργασιακά και κοινωνικά δικαιώματα.

Την ίδια στιγμή, όλες σχεδόν οι σχολές έχουν ήδη συγκροτήσει πειθαρχικά συμβούλια. Αν και δεν έχουν προχωρήσει ακόμη στην τοποθέτηση καμερών και τουρνικέ, η κατεύθυνση είναι σαφής: το πανεπιστήμιο να πάψει να είναι χώρος συλλογικής οργάνωσης και αγώνα. Η κυβέρνηση και οι διοικήσεις επιχειρούν να δημιουργήσουν ένα περιβάλλον ασφυκτικού ελέγχου, όπου η συμμετοχή σε κινητοποιήσεις ή ακόμη και η έκφραση πολιτικής διαφωνίας θα τιμωρείται. Το παράδειγμα της Αρχιτεκτονικής του ΕΜΠ είναι χαρακτηριστικό: οι φοιτητές που συνελήφθησαν στις κινητοποιήσεις αντιμετωπίζουν πειθαρχικές διώξεις, σε μια πρωτοφανή απόπειρα ποινικοποίησης της συνδικαλιστικής δράσης μέσα στο ίδιο το πανεπιστήμιο. Αυτή η επίθεση δεν είναι μεμονωμένη· αποτελεί κομμάτι του συνολικού σχεδίου της κυβέρνησης να καταπνίξει το φοιτητικό κίνημα, να το απονευρώσει πριν ξαναβρεί τη μαζικότητα και τη δυναμική του. Πίσω από το προσωπείο της «πειθαρχίας» και της «τάξης», κρύβεται η πιο βίαιη καταστολή. Κάθε αγώνας, κάθε κατάληψη, κάθε προσπάθεια συλλογικής έκφρασης θα επιχειρηθεί να χτυπηθεί με ποινές, αυτόφωρα και διώξεις.

Παράλληλα, η κυβέρνηση επιχειρεί να νομιμοποιήσει τα ιδιωτικά πανεπιστήμια, φέρνοντας την πιο σκανδαλώδη και ταξική πτυχή της πολιτικής της. Μετά την κατάργηση του Άρθρου 16 και το «πράσινο φως» του ΣτΕ, άνοιξε πλήρως ο δρόμος για ιδιωτικά πανεπιστήμια της αρπαχτής που δεν έχουν καμία σχέση με τη δημόσια εκπαίδευση. Πρόκειται για σχήματα-βιτρίνες χωρίς προγράμματα σπουδών, χωρίς αξιολόγηση, χωρίς υποδομές – αλλά με πλούσιους «χορηγούς» και φίλους της κυβέρνησης. Το σχέδιο αυτό, που συνοδεύεται από ένα πλέγμα οικονομικών «συνεργειών» και επιδοτήσεων, ανοίγει έναν νέο κύκλο διαφθοράς και ρουσφετιού. Οι εταιρείες της εκπαίδευσης και οι κομματικοί μηχανισμοί της ΝΔ ετοιμάζονται να αρπάξουν δεκάδες εκατομμύρια, αξιοποιώντας το νέο θεσμικό πλαίσιο για να ιδρύσουν «πανεπιστήμια βιτρίνας», συνδεδεμένα με ιδιωτικά κολέγια και επιχειρηματικά συμφέροντα. Η ύπαρξή τους αμφισβητείται ήδη ευθέως από την κοινωνία και τον πανεπιστημιακό κόσμο, καθώς έρχονται σε σύγκρουση με το Σύνταγμα και με τη στοιχειώδη λογική του δημόσιου χαρακτήρα της παιδείας. Κάθε ευρώ που κόβεται από τα δημόσια πανεπιστήμια διοχετεύεται σε αυτή τη μαύρη τρύπα διαπλοκής και ρουσφετιού. Από τη Νομική και την Ιατρική μέχρι την Ψυχολογία, όλα μετατρέπονται σε εμπόρευμα.

Απέναντι στην ολομέτωπη επίθεση της κυβέρνησης, το φοιτητικό κίνημα παραμένει ανοργάνωτο, χωρίς κοινό σχέδιο και σαφή κατεύθυνση. Η ΚΝΕ σήμερα λειτουργεί ως τροχοπέδη: απέφυγε την οποιαδήποτε συμμετοχή στον νικηφόρο αγώνα του Πάνου Ρούτσι, δεν κινητοποίησε τις σχολές και, σε αρκετές περιπτώσεις, υιοθέτησε εχθρική στάση απέναντι στις κινητοποιήσεις. Για να πετύχει το χτύπημα των αγώνων, είναι πρόθυμη ακόμη και να συνταχθεί με την κυβέρνηση, όπως φάνηκε στο θέμα των διαγραφών και στον διαχωρισμό «ενεργών» και «ανενεργών» φοιτητών. Τα πρώην ΕΑΑΚ (ΑΡΑΣ), παρά την αγωνιστικότητά τους, στερούνται ουσιαστικού σχεδίου και δεν μπορούν να προσφέρουν μια πραγματική εναλλακτική στο φοιτητικό κίνημα. Παράλληλα, δυνάμεις όπως η ATTACK και η ΡΕΒΑΝΣ παραμένουν εγκλωβισμένες σε λογικές υπεραριστερισμού και κινηματισμού χωρίς πολιτική προοπτική, αδυνατώντας να αντιληφθούν τη συγκυρία και να συνδέσουν τον αγώνα των φοιτητών με τα ευρύτερα κοινωνικά αιτήματα. Το γεγονός ότι παρέμειναν αμέτοχες μπροστά στην απεργία πείνας και στον νικηφόρο αγώνα του Πάνου Ρούτσι δείχνει την αδυναμία τους να κατανοήσουν την αναγκαιότητα της πάλης ενάντια στην κυβέρνηση και να δημιουργήσουν μέσα στις σχολές το απαραίτητο κλίμα κινητοποίησης και αλληλεγγύης. Αυτό που λείπει σήμερα είναι ο συντονισμός, η κοινή κατεύθυνση, το σχέδιο. Οι φοιτητικοί σύλλογοι έχουν αφεθεί ξεκρέμαστοι, καθηλωμένοι σε παλιές συνταγές και επαναλαμβανόμενα σχήματα δράσης που δεν ανταποκρίνονται στη νέα πραγματικότητα. Το αποτέλεσμα είναι το κίνημα να μένει πίσω από τις δυνατότητές του, τη στιγμή που κοινωνία και νεολαία αναζητούν διεξόδους και οι αντιστάσεις ξαναφουντώνουν.

Δεν υπάρχει περιθώριο για ατομικές «λύσεις». Ή αναλαμβάνουμε όλοι τις ευθύνες μας και μπλοκάρουμε στην πράξη κάθε αντιεκπαιδευτικό μέτρο, ή τα πανεπιστήμια, τα πτυχία και τα δικαιώματά μας κινδυνεύουν να καταργηθούν και να διαλυθούν. Η απεργία πείνας του Πάνου Ρούτσι, καθώς και το κύμα αλληλεγγύης προς τον παλαιστινιακό λαό, πρέπει να γίνουν πρότυπα αγώνα για την ιστορική μάχη που καλείται να δώσει σήμερα το φοιτητικό κίνημα. Μέσα σε αυτόν τον πόλεμο που έχει κηρύξει η κυβέρνηση, η ΣΣΠ προτάσσει ένα σχέδιο πάλης που μπορεί να ενώσει και να οργανώσει ένα νέο νικηφόρο φοιτητικό κίνημα.

Στο επίκεντρό του βρίσκεται η ανάγκη να ξαναζωντανέψουν οι φοιτητικοί σύλλογοι, να ξαναγίνουν όργανα αγώνα, συλλογικότητας και αυτοοργάνωσης, μέσα από εβδομαδιαίες συνελεύσεις, διαδηλώσεις, συντονιστικά γενικών συνελεύσεων, επιτροπές αγώνα και κλιμακώνοντας με καταλήψεις. Ο αγώνας ενάντια στις διαγραφές πρέπει να γίνει υπόθεση όλων. Καμία διαγραφή φοιτητή – όλοι μέσα στις σχολές, όλοι στον αγώνα. Καμία πειθαρχική δίωξη – να υπερασπιστούμε τη συνδικαλιστική ελευθερία μέσα στα πανεπιστήμια. Να μπλοκάρουμε στην πράξη κάθε απόπειρα καταστολής, κάθε μέτρο που επιχειρεί να διαλύσει τη συλλογική ζωή στις σχολές. Το φοιτητικό κίνημα μπορεί και πρέπει να ξαναγίνει πρωτοπόρο, να συνδεθεί με τους εργατικούς και κοινωνικούς αγώνες, να μπει μπροστά σε μια νέα περίοδο μαχών. Ο νικηφόρος αγώνας του Πάνου Ρούτσι απέδειξε ότι τίποτα δεν είναι χαμένο, ότι το καθεστώς Μητσοτάκη μπορεί να νικηθεί. Το στοίχημα τώρα είναι να μετατραπεί αυτή η σπίθα σε οργανωμένο σχέδιο ανατροπής, μέσα και έξω από τα πανεπιστήμια. Ο δρόμος είναι ανοιχτός – να τον βαδίσουμε συλλογικά, αποφασιστικά, με τη ΣΣΠ στην πρώτη γραμμη, για να ανατρέψουμε την κυβέρνηση των δολοφόνων.