του Κώστα Σηφάκη, εργαζόμενου στο Παρίσι

Σημείωση του okde.gr – Τα πρόσφατα γεγονότα στη Γαλλία επαναφέρουν τη συζήτηση για την κατάσταση του εργατικού κινήματος και πιο ειδικά του οργανωμένου (κοινωνικές και πολιτικές οργανώσεις, συνδικάτα, κόμματα κ.λπ.). Όπως φαίνεται και από την ανάλυση που ακολουθεί, καθώς και από το απόσπασμα που παρατίθεται από το βιβλίο του Αλέν Κριβίν, εδώ και πολλά χρόνια έχει δημιουργηθεί ένα μεγάλο κενό. Κατά πόσο η πολιτική της άκρας, επαναστατικής ή ριζοσπαστικής αριστεράς, ειδικά μετά την αυτοδιάλυση της LCR (και συμπεριλαμβανομένων του ίδιου του αποβιώσαντος Κριβίν, καθώς βέβαια και των κομματιών που πλέον προσκολλιούνται στον «προοδευτικό» Μελανσόν) βοηθάει στο να αρχίσει να καλύπτεται αυτό το κενό, είναι βέβαια ένα άλλο τεράστιο ζήτημα και απαιτεί μεγάλη συζήτηση.

Την τελευταία εβδομάδα, η Γαλλία βίωσε μία κοινωνική έκρηξη στα εργατικά της προάστια, παρόμοια με αυτές που ξεσπούν με συχνότητα τα τελευταία 30-40 χρόνια. Έλαβε, όπως και το 2005, πανεθνικές διαστάσεις, διήρκησε, ωστόσο, πολύ λιγότερο (5-6 μέρες).

Όπως σχεδόν πάντα σε αυτού του είδους τις κοινωνικές εκρήξεις, η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι ήταν ένα ακόμα περιστατικό αστυνομικής βίας. Αυτή τη φορά, επρόκειτο για την εν ψυχρώ δολοφονία ενός νέου Γάλλου 17 χρονών, κατά τη διάρκεια οδικού ελέγχου, το πρωί της Tρίτης 27 Ιουνίου, στη Ναντέρ, προάστιο στα βορειοδυτικά του Παρισιού.

Πρόκειται για ακόμα μία δολοφονία για «άρνηση συμμόρφωσης» σε οδικό έλεγχο, όπως έχουν συμβεί δεκάδες τα προηγούμενα χρόνια, και ιδιαίτερα μετά το 2017, όταν τροποποιήθηκε ο νόμος σχετικά με την χρήση πυροβόλου όπλου από την αστυνομία. Ο συγκεκριμένος νόμος ορίζει ότι «οι αστυνόμοι… μπορούν να κάνουν χρήση του όπλου τους… όταν δεν μπορούν να ακινητοποιήσουν, διαφορετικά και παρά μόνο με την χρήση του όπλου, οχήματα, των οποίων οι οδηγοί δεν υπακούουν στη διαταγή ακινητοποίησης και των οποίων οι επιβαίνοντες είναι πιθανόν να διαπράξουν κατά τη διαφυγή τους, επιθέσεις ενάντια στη ζωή ή στη σωματική ακεραιότητα των αστυνομικών ή τρίτων.» Σύμφωνα με στοιχεία της ίδιας της αστυνομίας οι πυροβολισμοί σε αυτοκίνητα που, κατά την αστυνομία, δεν υπακούουν σε εντολή ακινητοποίησης έχουν αυξηθεί, μετά τον νόμο αυτό, κατά 50% την περίοδο 2017-23, σε σχέση με την περίοδο 2012-17. Έτσι, το 2022 δολοφονήθηκαν 13 άοπλα άτομα σε οδικό έλεγχο για «άρνηση συμμόρφωσης». Και ο Ναέλ είναι πιθανότατα το 7ο ή 8ο άοπλο θύμα του 2023.

Αυτή τη φορά, ωστόσο, το βίντεο που κυκλοφόρησε, απέδειξε, χωρίς αμφιβολία, τον αναίτιο, αχρείαστο και σκόπιμο χαρακτήρα της χρήσης όπλου. Είναι βέβαιο ότι εάν δεν υπήρχε το βίντεο, η δολοφονία θα περνούσε όπως και οι υπόλοιπες στα ψιλά των ειδήσεων ή θα προκαλούσε μόνο τοπικές ή περιορισμένες αντιδράσεις. Σε ό,τι αφορά δε την καταδίκη του δολοφόνου, θα ήταν απίθανη. Είναι ενδεικτικό ότι ο κρατικός μηχανισμός κινήθηκε αρχικά κατά τα ειωθότα: Η δολοφονία έγινε γύρω στις 8 το πρωί, η οικογένεια πληροφορήθηκε για τον θάνατο γύρω στις 9. Δύο ώρες αργότερα, τα ΜΜΕ διέδιδαν ήδη την είδηση, παρουσιάζοντας τον έφηβο ως εγκληματία, «γνωστό» στα κατάστιχα της αστυνομίας, χωρίς δίπλωμα, που πιθανόν κουβαλούσε ναρκωτικά, δυσφημώντας έτσι το θύμα και προφανώς υπερτονίζοντας την μεταναστευτική του καταγωγή. Ο εισαγγελέας εκκίνησε άμεσα έρευνα ενάντια στον έφηβο για υποτιθέμενη «απόπειρα ανθρωποκτονίας» κατά του αστυνόμου, ώστε να υπάρχει η κατάλληλη νομική κάλυψη για τον δολοφόνο, ενάντια στον οποίο ούτε άσκησε δίωξη ούτε προφυλάκισε. Το βίντεο, όμως, είχε ήδη αρχίσει να κυκλοφορεί πλατιά και κατέστη αδύνατη η οποιαδήποτε συγκάλυψη. Έτσι, εφεξής, ανέλαβε η κυβέρνηση που έσπευσε να προβεί σε δηλώσεις, χαρακτηρίζοντας το περιστατικό «απαράδεκτο» και «ανεξήγητο», «εκτός δεοντολογίας», διέταξε την προφυλάκιση του δολοφόνου και το άνοιγμα έρευνας εναντίον του. Επιχείρησε, έτσι, να σβήσει τη φωτιά εν την γενέσει της.

Η έκρηξη είχε τα εξής χαρακτηριστικά: Πρώτον, είχε μία πανεθνική έκταση, στις περιοχές όπου υπάρχουν κοινωνικές και εργατικές κατοικίες και φτωχοί πληθυσμοί, κυριότερα με αραβική ή αφρικανική καταγωγή. Δεύτερον, ο μέσος όρος ηλικίας των συμμετεχόντων ήταν πολύ χαμηλός, ουσιαστικά μία νεολαιίστικη εξέγερση, σχεδόν εξέγερση εφήβων. Τρίτον, εκτυλισσόταν σχεδόν αποκλειστικά, το βράδυ, κυριότερα με συγκρούσεις με την αστυνομία και επιθέσεις σε αστυνομικά τμήματα, εμπρησμούς καταστημάτων και δημόσιων κτηρίων, όπως δημαρχεία, σχολεία, βιβλιοθήκες και κλοπές από καταστήματα. Τέταρτον, έλαβε χώρα κυρίως στις εργατικές-λαϊκές περιοχές και γύρω από αυτές και ελάχιστα στα κέντρα των πόλεων ή στα κέντρα εξουσίας, όπως σχεδόν όλες οι παρόμοιου τύπου εκρήξεις. Πέμπτο, δεν υπήρξε κανενός είδους δομή, μορφή, κυρίαρχο σύνθημα, αίτημα, διεκδίκηση. Έκτον, δεν είχε σχεδόν καμία άλλη έκφραση, όπως διαδηλώσεις, καταλήψεις κτηρίων ή άλλα μέσα πάλης.

«Η πιο μεγάλη ζημιά της περιόδου είναι να δοθεί η εικόνα ότι στα προάστια είναι μπαχαλάκηδες, ότι δεν θέλουν να εργαστούν. Όχι, νομίζω ότι η πολύ μεγάλη πλειοψηφία των ανθρώπων δουλεύουν, δουλεύουν εξάλλου στις επιχειρήσεις μας, δημιουργούν πλούτο, πληρώνουν τους φόρους τους.»

Αυτά είναι τα λόγια του προέδρου του MEDEF (αντίστοιχου ΣΕΒ), που απαντάει, εκών–άκων, σε όλη την ακροδεξιά ρητορική, που διαχέεται σαν πανούκλα, για δήθεν σιτιζόμενους από το κράτος κατοίκους των προαστίων, και ιδιαίτερα για επιδοματίες μετανάστες, άραβες και μαύρους, τεμπέληδες και άεργους, οι οποίοι τρέφονται με τα οικογενειακά και οικιστικά επιδόματα (από τον περίφημο οργανισμό CAF), που προέρχονται από τον κόπο και την εργασία των καθωσπρέπει καθαρόαιμων Γάλλων φορολογούμενων.

Ο πρόεδρος του MEDEF προσπαθώντας να αποσείσει την όποια ευθύνη της εργοδοσίας, παραδεχόμενος βέβαια ότι υπάρχουν διακρίσεις στην αγορά εργασίας και ότι το ποσοστό ανεργίας είναι πιο υψηλό σε ορισμένες «ευαίσθητες» περιοχές, δήλωσε ότι γενικά η ανεργία είναι χαμηλή, ότι όλοι οι τομείς της οικονομίας προσλαμβάνουν, και άρα δεν υπάρχει οικονομική ανάγνωση ή εξήγηση του φαινομένου και τα απέδωσε όλα στα εγκληματικά δίκτυα και στο εμπόριο ναρκωτικών.

Παρέλειψε, ωστόσο να συμπληρώσει, πρώτον, πόσες από τις θέσεις εργασίας που απευθύνονται στα πλέον προλεταριακά και περιθωριοποιημένα κομμάτια του πληθυσμού είναι μερικής εργασίας, είναι ορισμένου χρόνου, είναι εργολαβικές, είναι στα όρια της νομιμότητας του εργατικού δικαίου, και πληρώνονται με χαμηλό, αν όχι με τον βασικό μισθό. Ιδιαίτερα οι νέοι, χωρίς πτυχία, χωρίς σπουδές, με έναν σωρό άρρητες διακρίσεις, σιωπηρή ή ηχηρή ρατσιστική περιφρόνηση στην πλάτη τους, αν είναι αφρικανικής και πόσο μάλλον αραβικής καταγωγής, είναι αυτοί που πλήττονται περισσότερο, δουλεύοντας σε επισφαλείς θέσεις εργασίας, όπως ο δολοφονημένος Ναέλ, ως αυτοαπασχολούμενος ντελίβερι, σε εργολαβικές θέσεις, με συμβόλαια ορισμένου χρόνου και προφανώς πολλάκις «μαύρα». Δεύτερον, η ανεργία, παρότι σε εθνικό επίπεδο δεν είναι εξαιρετικά υψηλή ή ασφυκτική, παραμένει σημαντική γύρω στο 7%, ενώ η ίδια η κυβέρνηση έχει θέσει ως στόχο πλήρους απασχόλησης το 4,5% στο τέλος της προεδρικής πενταετίας, θεωρώντας το τρέχον ποσοστό μη ικανοποιητικό.

Όλη η ακροδεξιά ρητορεία δεν σκοπεύει παρά να διαιρέσει την εργατική τάξη, να στιγματίσει ένα κομμάτι της και κυριότερα να αποκρύψει τα πραγματικά παράσιτα της κοινωνίας. Ο δήμος της Ναντέρ, περιοχής εξάλλου γνωστής από τα γεγονότα του 1968, είναι ένας εργατικός και φτωχός δήμος. Τη δεκαετία του 1950-60 επρόκειτο για μία τεράστια παραγκούπολη, εν μέσω της οποία έστεκε το Πανεπιστήμιο και πλέον πρόκειται για μία γειτονιά γεμάτη γιγάντια συγκροτήματα κοινωνικών-εργατικών κατοικιών. Σε αυτή λοιπόν την γειτονιά, το 90% των εισοδημάτων προέρχονται από οικονομική δραστηριότητα, εκ των οποίων η συντριπτική πλειοψηφία είναι μισθοί. Αντιθέτως, στο περίφημο 16ο διαμέρισμα του Παρισιού, υπό την σκιά του Πύργου του Άιφελ, το 43% των εισοδημάτων προέρχονται από επιχειρηματικά έσοδα, κληρονομιές, ενοίκια, διάφορες προσόδους και άλλα. Ιδού σε ποιες περιοχές κατοικούν κυρίως τα πραγματικά παράσιτα, η μεγάλη μπουρζουαζία, οι ραντιέρηδες, οι κληρονόμοι, τα μεγαλοστελέχη, οι εισοδηματίες κτλ. Ιδού, σε τι εξυπηρετεί ο ρατσιστικός αποπροσανατολισμός.

Η εξέγερση της ακραίας φτώχειας

Σύμφωνα με την επίσημη καταμέτρηση του Υπουργού Συνοχής της Επικράτειας Christophe Béchu, από τους 553 συνολικά δήμους, όπου καταγράφθηκαν, κατά τη διάρκεια της εξέγερσης, επεισόδιά διαφόρων ειδών, τα 2/3, δηλαδή 383 δήμοι περιλαμβάνουν ή αποτελούν «Οικισμούς προτεραιότητας της πόλης» (QPV), δηλαδή με άλλα λόγια πολύ φτωχούς οικισμούς, με τους οποίους υποτίθεται το κράτος ασχολείται κατά προτεραιότητα για την εξάλειψη της φτώχειας, μέσω διαφόρων προγραμμάτων, κυριότερα πολεοδομικής συντήρησης και ανακαίνισης, συγκοινωνιών, δημόσιων υπηρεσιών και άλλων. Πρόκειται για το ένα τρίτο των συνολικά 1.233 τέτοιων γειτονιών στη μητροπολιτική Γαλλία, όπου μένουν συνολικά περί τα 5 εκ. άτομα. Πρόκειται για τους οικισμούς με τους υψηλότερους δείκτες φτώχειας: Ενίοτε τα επίσημα ποσοστά φτώχειας αγγίζουν το 80%, ενώ ο μέσος όρος στις γειτονιές αυτές πανεθνικά είναι στο 42,6%, δηλαδή σχεδόν τριάντα μονάδες πάνω από τον εθνικό μέσο όρο του 14,8%. Συγκεκριμένα, αυτό σημαίνει, σύμφωνα με τα όρια φτώχειας του 2020, ότι η πλειοψηφία τις περισσότερες φορές επιζεί με λιγότερο από 1.280 ευρώ για ένα άτομο, ενώ εάν πρόκειται για τετραμελή οικογένεια με δύο παιδιά, με λιγότερο από 2.350 ευρώ ανά μήνα, την στιγμή που ο κατώτατος μισθός είναι αυτή την στιγμή στα 1.380 καθαρά. Πρόκειται επίσης για περιοχές με ελαφρώς νεανικότερο πληθυσμό από τον μέσο όρο: το 2017, στους οικισμούς αυτούς, 4 στους 10 ήταν κάτω των 25 ετών, ενώ ο πανεθνικός μέσος όρος ήταν 3 στους 10. Επίσης, η ανεργία σε αυτές ακριβώς τις γειτονιές είναι 2,7 φορές υψηλότερη από τον αστικό μέσο όρο πανεθνικά. Είναι ξεκάθαρο λοιπόν ότι πρόκειται για την έκρηξη μίας μερίδας των πλέον φτωχών της Γαλλίας.

Πιο συγκεκριμένα, επρόκειτο για μία έκρηξη των πλέον φτωχών Γάλλων μεταναστευτικής καταγωγής, και κυριότερα, αφρικανικής και αραβικής, δεύτερης ή και τρίτης γενιάς. Πρόκειται για το πλέον υποτιμημένο κομμάτι, θύμα ενός γενικευμένου ρατσισμού, που εκτείνεται, ανάλογα με τον κοινωνικό στρώμα και την περίσταση, από τη σιωπηρή περιφρόνηση και τη δειλά εκφρασμένη υποτίμηση έως το ανοιχτό μίσος και τον φόβο. Η γαλλική γλώσσα είναι πλούσια σε διάφορους υποτιμητικούς χαρακτηρισμούς για τους Άραβες, εκ των οποίων η πλέον ενδεικτική είναι η φράση «δουλειά Άραβα» για να υποδείξει κακής ποιότητας εργασία. Είναι σε ακριβώς αυτές τις περιοχές όπου υφίστανται από πολύ μικρή ηλικία καθημερινή αστυνομική παρενόχληση και βία: ελέγχους ταυτοτήτων, σωματικούς ελέγχους, προσβολές, αναίτιες προσαγωγές, ολονύκτιες κρατήσεις στα τμήματα, ξυλοδαρμούς, διάφορους εξευτελισμούς και άλλα. Σύμφωνα με διάφορες έρευνες, οι νεαροί Άραβες και μαύροι έχουν, ανεξαρτήτως του τόπου κατοικίας τους, της οικονομικής κατάστασης και του διπλώματός τους, 20 φορές περισσότερες πιθανότητες να υποστούν έλεγχο ταυτοτήτων από την αστυνομία σε σχέση με τον εθνικό μέσο όρο.

Είναι έτσι κατανοητό που ο κύριος όγκος των επιθέσεων στράφηκε αρχικά και δικαίως, ενάντια στην αστυνομία, με 273 καταγεγραμμένες επιθέσεις σε αστυνομικά τμήματα σε όλη την Γαλλία και προφανώς χιλιάδες αψιμαχίες και συγκρούσεις στους δρόμους.

«Θέλω ο γιός μου να γίνει κοινωνική απειλή, να χτυπάει με μίσος αυτά που ‘χω σιχαθεί.»

Επρόκειτο, σαφώς, για μία νεολαιίστικη έκρηξη. Από τους 3.915 προσαχθέντες, οι 1.244 ήταν ανήλικοι. Όχι σπάνια ήταν παιδιά 11 ή και 12 χρονών. Είναι παιδιά και έφηβοι που σταματάνε το σχολείο νωρίς, που παρατάνε το σχολείο, που εργάζονται περιστασιακά ή και μόνιμα από τα 15-16 τους χρόνια, που αναγκάζονται ενίοτε να εμπλακούν σε κυκλώματα μικροκλοπών, λαθρεμπορίου ή και ναρκωτικών για τα προς το ζην. Πρόκειται για μία νεολαία που έχει δει και συνεχίζει να βλέπει τους γονείς της να δουλεύουν στα πιο σκληρά και κακοπληρωμένα επαγγέλματα: οικοδομή ή κουζίνα για τους άνδρες, καθαρίστριες συχνά για τις γυναίκες, που τους έχει δει να μένουν άνεργοι ή ακόμα και ανάπηροι και να καταφεύγουν στα συσσίτια. Η έκρηξη δεν εκφράζει μόνο την απόγνωση των ίδιων των νεολαίων αλλά και την συσσωρευμένη ταπείνωση των γονιών, των πλέον ταλαιπωρημένων εργαζομένων, ανεξάρτητα εάν επικροτούν ή όχι τις πράξεις των παιδιών τους.

Τα ουρλιαχτά των λύκων

Σχεδόν σύσσωμη η επίσημη πολιτική σκηνή (μια εξαίρεση ήταν ο Μελανσόν και η Ανυπότακτη Γαλλία) ξέσπασε σε ένα αντιδραστικό ντελίριο. Οι ιδέες της άκρας δεξιάς, με διαφορετικές αποχρώσεις κυκλοφορούν στο μεγαλύτερο τμήμα του αστικού πολιτικού κόσμου, και προφανώς είναι σχεδόν οι μόνες που ακούγονται στα μέσα μαζικής ενημέρωσης.

Ο Μακρόν στην επίσημη απεύθυνσή του ενώπιον 200 δημάρχων, των οποίων οι δήμοι χτυπήθηκαν από την κοινωνική έκρηξη πρότεινε: «Χρειάζεται να συλλογιστούμε σχετικά με τα κοινωνικά δίκτυα στο ίντερνετ, σχετικά με τις απαγορεύσεις που πρέπει να θέσουμε. Όταν τα γεγονότα επιταχύνονται, θα πρέπει, ενδεχόμενα, να είμαστε σε θέση να τα ρυθμίσουμε ή να τα κόψουμε.». Ο έλεγχος των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, συμβολικά συνώνυμός στην προπαγάνδα των δυτικών ιμπεριαλιστών με τα ανελεύθερα καθεστώτα της Κίνας, Βόρειας Κορέας και Ρωσίας, προβάλλεται πλέον ως ενδεχόμενη λύση, γελοιοποιώντας όλη την ψευδή ανωτερότητα των δυτικών δημοκρατικών κοινωνιών και την δήθεν παγκόσμια αντιπαράθεση ελευθέρου και ανελεύθερου κόσμου.

Υιοθέτησε σχεδόν αυτούσιες τις υποδείξεις της άκρας δεξιάς: «Θα έπρεπε από την πρώτη ήδη παρανομία, να καταφέρνουμε να τιμωρούμε οικονομικά και εύκολα την οικογένεια», θα πρέπει να υπάρχει «ένα είδος μίνιμουμ ταρίφας από την πρώτη μαλακία», μιλώντας σε λαϊκά γαλλικά μπροστά σε μπάτσους σε επίσκεψη σε ένα αστυνομικό τμήμα. Πρόκειται για μία πολιτική, που στο όνομα των γονεϊκής ευθύνης, εκβιάζει τους πλέον φτωχούς με απόλυτη στέρηση, εάν τυχόν τα παιδιά τους δεν υπακούσουν. Οι «κεντρώοι» του Μακρόν, δήθεν πρωτοπόροι στην πάλη ενάντια την πατριαρχία και τις αρχαϊκές όψεις του θεσμού της οικογένειας, ιδιαίτερα εάν αυτές συνδέονται με τη μουσουλμανική θρησκεία, καταφεύγουν σε αυτόν ακριβώς τον θεσμό, για τις ανάγκες της τήρησης της κοινωνικής τάξης. Η οικογένεια είναι βολική όταν βοηθάει την αστυνομία και μαντρώνει τα εξεγερμένα παιδιά. Τα λοιπά «προοδευτικά» είναι για τους γόνους των αστών, που εξάλλου δύνανται και να πληρώσουν.

Έτσι, ήδη, σε εγκύκλιο του Υπουργού Δικαιοσύνης με παραλήπτες τους δικαστές και τους εισαγγελείς της χώρας, την οποία εξέδωσε ο Υπουργός σχεδόν άμεσα με το ξέσπασμα της εξέγερσης, τονίζεται ότι «οι παρανομίες που διαπράττονται από τους ανηλίκους δεσμεύουν, κατ’ αρχήν, την αστική ευθύνη των γονέων». Πρακτικά, αυτό σημαίνει τις ζημιές τις πληρώνουν οι γονείς, ενώ η εγκύκλιος συνιστά την έναρξη ποινικών διαδικασιών ενάντια στους γονείς των οποίων «οι σοβαρές παραμελήσεις των υποχρεώσεών τους είναι δυνατόν να τεκμηριωθούν σε βαθμό τέτοιο που να τίθεται σε κίνδυνο η υγεία, η ασφάλεια, η ηθική ή η εκπαίδευση του ανηλίκου».

Ο δε υπουργός Οικονομικών, Bruno Le Maire, δήλωσε «Δεν αποκαθίσταται η τάξη στο έθνος από την αταξία των δημόσιων οικονομικών» και «δεν θεωρώ καθόλου ότι ένα καινούργιο σχέδιο για τα προάστια θα είναι η λύση». Το σκεπτικό έτσι της κυβέρνησης είναι ξεκάθαρο: δώσαμε αρκετά στους φτωχούς, πλέον μένει μόνο η καταστολή.

Τέλος, ο Υπουργός Εσωτερικών, Darmanin, δήλωσε ότι το πρόβλημα είναι οι «νεαροί εγκληματίες» και όχι «οι ξένοι», προσθέτοντας ότι «λιγότερο από 10% των προσαχθέντων ήταν ξένοι». « Δεν επιθυμούμε ούτε το μίσος ενάντια στην αστυνομία ούτε το μίσος ενάντια στους ξένους.» Aυτή είναι και η μόνη διαχωριστική γραμμή της κυβέρνησης από την δεξιά και άκρα δεξιά: Κόμμα της τάξης, αλλά όχι και επισήμως ρατσιστές. Έτσι, κινητοποίησε 45 χιλιάδες αστυνομικούς, ειδικές αντιτρομοκρατικές μονάδες, τεθωρακισμένα της αστυνομίας, και παντός είδους μέσα για την καταστολή των εξεγερμένων. Μάλιστα, προέκυψαν άλλος ένας νεκρός στη Μασσαλία και ένας νεαρός σε κώμα στο Meurthe-et-Moselle, έπειτα από τραυματισμούς από οβιδοβόλα πλαστικών και μολύβδινων σφαιρών της αστυνομίας, ενώ δεν υπάρχει καμία απολύτως πληροφόρηση για τους τραυματίες από την πλευρά των εξεγερθέντων, παρότι εμφανίζονται πολλοί σακατεμένοι στις αίθουσες των δικαστηρίων, αν και καθημερινά βομβαρδιζόμαστε με τους ακριβείς αριθμούς των τραυματισμένων αστυνομικών.

Στα δεξιά του Μακρόν, η Πεκρές, περιφερειάρχης του Ile de France, (περιφέρεια που ενσωματώνει το Παρίσι και όλα του τα προάστια), πρώην προεδρική υποψηφία με τους Ρεπουμπλικάνους, που κατέγραψε το ελεεινό εκλογικό σκορ του 4,8%, ξέσπασε σε ένα κρεσέντο αυταρχικών προτάσεων: «οι αρχές πρέπει να καταστρέψουν τις διακοπές όλων αυτών των αλητών», «να κατέλθει το ηλικιακό όριο της ποινικής ενηλικίωσης στα 16 έτη», γιατί «ο μέσος όρος ηλικίας των εκατοντάδων προσώπων που έχουν συλληφθεί είναι 17 ετών. Το πρόβλημα είναι ότι σήμερα έχουμε μία δικαιοσύνη ανηλίκων που δεν είναι σε θέση να δικάσει με άμεση παραπομπή», χρειάζεται «ποινή φυλάκισης τουλάχιστον ενός έτους, χωρίς αναστολή σε περίπτωση επίθεσης σε πρόσωπα που εκπροσωπούν ή έχουν κρατική εξουσία», πρέπει «να μπορούν οι δήμαρχοι να ζητήσουν την άμεση έξωση της οικογένειας, της οποίας τα παιδιά κάνουν ταραχές στην γειτονιά». Μάλιστα με πρωτοβουλία της Πεκρές διακόπηκαν οι συγκοινωνίες (συγκεκριμένα τα λεωφορεία και τα τραμ) μετά τις 9 το βράδυ στα προάστια του Παρισιού, με την πρόφαση των καταστροφών, επιβάλλοντας έναν άτυπο εκβιασμό στους κατοίκους και μια άτυπη απαγόρευση κυκλοφορίας.

Ο πρόεδρος του ίδιου κόμματος, Eric Ciotti, χαρακτήρισε τους εξεγερθέντες ως «βαρβάρους» και πρότεινε την αφαίρεση της ιθαγένειας σε όσους καταδικασθέντες έχουν διπλή ιθαγένεια. Στελέχη του ίδιου κόμματος, όπως ο Jean-François Copé, δήμαρχος του Meaux, προβαίνουν σε τέτοιου είδους δηλώσεις «δεν είναι μία κοινωνική ταραχή, μία εξέγερση πεινασμένων», «είναι μία ανεξέλεγκτη τρέλα» και αποδίδει την «εξασθένιση της κρατικής εξουσίας» στο ότι «αισθανόμαστε αδίκως ένοχοι για την αποικιοκρατία».

Η Λεπέν δήλωσε εν είδη προεδρικού προγράμματος: «Θα καταργήσω το δίκαιο του εδάφους (για την απόκτηση ιθαγένειας). Στα 18 έτη το άτομο που έχει γεννηθεί στην Γαλλία από ξένους γονείς θα πρέπει να ζητήσει την γαλλική υπηκοότητα και δεν θα είμαι υποχρεωμένη να του την δώσω.» «Πρέπει να επανακτήσουμε τον έλεγχο του συνόλου των γειτονιών. Πρέπει να σταματήσουμε την άναρχη μετανάστευση. Πρέπει να κατασκευάσουμε επειγόντως νέες θέσεις στις φυλακές… Πρέπει να επαναφέρουμε την γονεϊκή εξουσία στους γονείς.» Ο εκπρόσωπος τύπου του κόμματός της, Jordan Bardella, ζήτησε πολύ απλά να κόβονται τα κοινωνικά επιδόματα προς τις οικογένειες των οποίων τα παιδιά παρανομούν.

Ακόμα πιο δεξιά, ο φασίζων και συνωμοσιολόγος Ζεμούρ, έκανε λόγο για φυλετικό και θρησκευτικό εμφύλιο πόλεμο, που δήθεν έχει ξεσπάσει ανάμεσα σε Γάλλους, Ευρωπαίους αφενός και Αφρικανούς, Άραβες και μουσουλμάνους αφετέρου. Πρόκειται για θέσεις που απορρέουν από την συνωμοσιολογία της Μεγάλης Αντικατάστασης, δηλαδή ότι βρίσκεται υπό εξέλιξη ένα σχέδιο αντικατάστασης του λευκού με μαύρο πληθυσμό στην Ευρώπη.

Στην υποτιθέμενη άλλη άκρη του πολιτικού φάσματος, ο επονείδιστος ηγέτης του εξωνημένου ΚΚ Γαλλίας δήλωσε σε συνέντευξη τύπου: «Δεν είμαι αλληλέγγυος με τα λεγόμενα του Ζαν-Λικ Μελανσόν, και ορισμένων βουλευτών του, που αρνήθηκαν να κάνουν έκκληση σε ηρεμία, και ορισμένοι έφτασαν στο σημείο μάλιστα να πουν ότι οι βιαιότητες είναι νομιμοποιημένες, έφτασαν στο σημείο να τις δικαιολογήσουνε», δήλωσε επίσης ότι «ποτέ δεν είπε ότι η αστυνομία δολοφονεί» και ότι «ποτέ δεν θέλησε να βάλει στο ίδιο καλάθι τους αστυνόμους που έχουν επικίνδυνες, ρατσιστικές συμπεριφορές και τις υπόλοιπες δυνάμεις της τάξης».

Έτσι, ο εκλογικός σχηματισμός NUPES τινάσσεται πολιτικά στον αέρα, καθώς όλα τα κόμματα πλην του κόμματος του Μελανσόν, δηλαδή οι Σοσιαλιστές, οι Οικολόγοι, το ΚΚ, έχουν πάρει θέσει υπέρ της «επιστροφής στην τάξη», κάνουν εκκλήσεις ηρεμίας, μιλάνε σχεδόν αποκλειστικά για τις βιαιότητες των εξεγερθέντων, με λιγότερη ή περισσότερη κοινωνική σάλτσα. Ο ίδιος ο Μελανσόν αντιμετωπίζεται ως επικίνδυνος για τη Δημοκρατία. Μάλιστα, η πρωθυπουργός από το βήμα της Εθνοσυνέλευσης δήλωσε ότι βρίσκεται εκτός δημοκρατικού τόξου. Η πρώην σοσιαλίστρια και νυν μακρονική Eric Dupond-Moretti, πρόεδρος της Εθνοσυνέλευσης, χαρακτήρισε τον Μελανσόν ως «πυρομανή» γιατί έγραψε ο τελευταίος τα εξής: «τα λυκόσκυλα της εξουσίας μας διατάζουν να κάνουμε έκκληση σε ηρεμία. Εμείς κάνουμε έκκληση σε δικαιοσύνη.» Ενώ ο Éric Ciotti, ορμώμενος από μία δήλωση του Μελανσόν με την οποία καλούσε τους νέους να μην επιτίθενται στα σχολεία και στις βιβλιοθήκες, δήλωσε ότι «αυτή η φράση είναι ένα κάλεσμα σε επιθέσεις, χωρίς κανένα περιορισμό, σε όλα τα άλλα κτίρια, συμπεριλαμβανομένων των αστυνομικών τμημάτων και των δημαρχείων.».

Έτσι, στο επίσημο πολιτικό σκηνικό ο Μελανσόν είναι περίπου ο μόνος που λέει τα αυτονόητα, δηλαδή ότι η κατάσταση οφείλεται «πρώτα από όλα σε μία γιγάντια κοινωνική κακομεταχείριση ορισμένων γειτονιών της χώρας μας, και σε μία συστηματική αστυνομική κακομεταχείριση ως προς συγκεκριμένους πληθυσμούς».

Αυτή η πλημμύρα αντιδραστικών ιδεών, συνοδεύτηκε από μία αρκετά ανησυχητική δήλωση δύο αστυνομικών συνδικάτων, της Alliance και l’UNSA Police, που απέσπασαν πάνω από 50% στις συνδικαλιστικές εκλογές της αστυνομίας τον Δεκέμβριο του 2022. Εξέδωσαν ανακοίνωση, εν μέσω της έκρηξης, στις 30 Ιουνίου, όπου δήλωναν: «αντιμέτωποι με τις ορδές των αγρίων, … πρέπει να επιβάλλουμε την τάξη. Η αποκατάσταση της δημοκρατικής τάξης και το να θέσουμε τους προσαχθέντες εκτός μάχης οφείλουν να είναι οι μόνες πολιτικές οδηγίες… είναι η ώρα της μάχης ενάντια σε αυτά τα παράσιτα.». Και ακόμα: «Σήμερα οι αστυνόμοι είναι στην μάχη, γιατί είμαστε σε πόλεμο. Αύριο όμως θα μπούμε στην αντίσταση και η κυβέρνηση θα πρέπει να το συνειδητοποιήσει.»

Τέλος, είχαμε εμφανίσεις φασιστικών ομάδων σε ορισμένες πόλεις, που επιχείρησαν να παίξουν ρόλο πολιτοφυλακής ενάντια στους εξεγερθέντες ή απλώς βρήκαν την ευκαιρία να διαδηλώσουν: στη Λυών, στο Σαμπερί, στη Λοριάν, στο Σαν-Βριεκ, στην Ανζέ.

«Ποια είναι αυτή η δικαιοσύνη που όλο ψάχνεις να βρεις, λες και νοιάστηκε κανείς τι θα απογίνουμε εμείς»

Ο Υπουργός Δικαιοσύνης Eric Dupond-Moretti δήλωσε ότι ζήτησε από τους δικαστές «μία σκληρή αντιμετώπιση της κατάστασης», απαίτησε «ποινές φυλάκισης για κάθε επίθεση κατά προσώπου» και «άμεσες παραπομπές σε δίκη». Σε ερώτηση μίας δημοσιογράφου: «-Είδαμε αυτό το Σαββατοκύριακο ποινές φυλάκισης χωρίς αναστολή για ορισμένους νέους, με λευκό ποινικό μητρώο, που έκλεψαν δύο ζευγάρια παπούτσια. Αυτό απαιτήσατε εσείς; -Ναι, αυτό απαιτώ.»

Από τους 3.915 προσαχθέντες, πάνω από 990 παραπέμφθηκαν στη δικαιοσύνη, πάνω από τους μισούς δικάστηκαν αμέσως (σχεδόν αποκλειστικά ενήλικές, καθώς ο νόμος προβλέπει άλλη διαδικασία για τους ανήλικους) και πάνω από 400 φυλακίστηκαν ήδη. Πράγματι, σύμφωνα με τις υποδείξεις του υπουργού, πολλάκις, καταδικάστηκαν σε ποινές φυλάκισης εξάμηνες, χρόνου ή και παραπάνω χωρίς αναστολή για ένα τζιν που πήραν από το ήδη σπασμένο κατάστημα, για έναν αναπτήρα που έδωσαν ώστε να ανάψει το βεγγαλικό, για φρούτα που κλάπηκαν από σπασμένα σουπερμάρκετ, για ένα ζευγάρι παπούτσια, για κούτες τσιγάρα που κλάπηκαν, για ένα κάδο που κάηκε, ή για μία πέτρα στους μπάτσους. Αυτοί είναι οι σύγχρονοι άθλιοι, που δικάζονται με συνοπτικές διαδικασίες, με κατηγορίες, πέραν των ανωτέρω, για «εξέγερση, συμμετοχή σε ομάδα εν όψει προετοιμασίας βιαιοτήτων ή καταστροφών, συμμετοχή σε διαδήλωση φέροντας όπλο», σύμφωνα με τις υποδείξεις της εγκυκλίου του Υπουργείου Δικαιοσύνης.

Τα δικαστήρια τους αντιμετώπισαν με όλην την ταξική περιφρόνηση και την κίβδηλη ηθική ανωτερότητα που συνηθίζουν: «η διανοητική σας αδυναμία καθιστά αναγκαία μία αυστηρή ποινή», «τι κάνετε όλη τη μέρα; αυτό είναι, ε; Καπνίζετε χόρτο και παίζετε πλέι στέισον;», «χρησιμοποιήστε λέξεις που καταλαβαίνει όλος ο κόσμος», «ήμαστε σε μία κοινωνία όπου μπορούμε να παραγγείλουμε τα πάντα, γιατί βγήκατε να φάτε σάντουιτς σε περίοδο αστικών βιαιοτήτων;». Αυτά ακούγονται από τα στόματα των δικαστών και των εισαγγελέων. Τα δικαστήρια επιβάλλουν ποινές τόσο πιο σκληρές, όσο πιο δύσκολη είναι η κοινωνική και οικονομική κατάσταση των δικαζόμενων, με σαφή εκδικητικότητα, ενώ όσοι τυχόν φαίνεται ότι μπορεί να καταφέρουν να ξεφύγουν από την ακραία φτώχεια (λόγω σπουδών κ.ά.) αντιμετωπίζονται επιεικέστερα. Πρόκειται για μια ταξική δικαιοσύνη: όσο πιο φτωχός, τόσο πιο σκληρή τιμωρία, όσο πιο πλούσιος, τόσο πιο ελαφριά ή ανύπαρκτη.

Μπορεί τα μεγέθη να μην φτάνουν την καταστολή ενάντια στα Κίτρινα Γιλέκα, όταν καταδικάστηκαν πάνω από 3.000 άτομα, αλλά είναι εντυπωσιακά μεγάλα για τη μικρή διάρκεια των γεγονότων.

«Αυτή η εξέγερση είναι η εξέγερση μίας μερίδας της τάξης μας.»

Αυτό γράφει ορθά στην προκήρυξή του το αριστερό NPA, μετά από συνεδρίαση της εθνικής του ηγεσίας στις 2 Ιουλίου, συμπληρώνοντας ως λίστα διεκδικήσεων: «Δικαιοσύνη για τον Ναέλ και τα άλλα θύματα των αστυνομικών δολοφονιών. Καμία απαγόρευση κυκλοφορίας, καμία κατάσταση Έκτακτης Ανάγκης, καμία απαγόρευση διαδηλώσεων και περιορισμό των ελευθεριών. Απελευθέρωση και αμνηστία όλων των κρατούμενων και των καταδικασθέντων στις συγκρούσεις. Αρκετά με την φτώχεια: να πάρουμε τα γιγάντια κέρδη των μεγάλων επιχειρήσεων, ώστε ο κόσμος της εργασίας, οι κάτοικοι των γειτονιών να αποφασίσουν πώς να τις ανοικοδομήσουν εκ νέου. Καθόλου χρήματα για τον στρατό, την αστυνομία και την χωροφυλακή». Σε ό,τι αφορά τους εμπρησμούς και άλλες καταστροφές, γράφει: «Τα αστυνομικά τμήματα και τα δημόσια κτίρια γίνονται στόχοι, ως σύμβολα θεσμών που καταπιέζουν κάνουν διακρίσεις σε βάρος των λαϊκών τάξεων. Και εάν κάπου οι φθορές ξεπερνάνε αυτό το πλαίσιο, δεν είναι τίποτα μπροστά στο ξεχαρβάλωμα των δημόσιων υπηρεσιών, στη διάλυση του εργατικού δικαίου και στα ρατσιστικά εγκλήματα».

Το δεξιό NPA στις 29 Ιούλη έγραψε ότι αρνείται να «κάνει έκκληση σε ηρεμία, όταν αυτή προέρχεται από εκείνους, των οποίων οι αυταρχικές, αντικοινωνικές πολιτικές γεμάτες διακρίσεις βιαιοπραγούν κάθε μέρα εναντίον εκατομμυρίων», συμπληρώνοντας «καμία ηρεμία, χωρίς δικαιοσύνη». Οι εκπρόσωποί του Olivier Besancenot, Christine Poupin, Philippe Poutou και Pauline Salingue, κάλεσαν με κοινή τους δήλωση στις 30 του Ιούνη, «σε συγκεντρώσεις μπροστά στα δημαρχεία, ακόμα και κάθε βράδυ εάν χρειαστεί για να εκφράσουμε την οργή μας και τις διεκδικήσεις μας» προς στήριξη μίας «αντιρατσιστικής και αντιαυταρχικής εξέγερσης», υποστηρίζοντας ότι «η κινητοποίηση των λαϊκών συνοικιών είναι μία ευκαιρία για το σύνολο των λαϊκών τάξεων και το κόσμο της εργασίας: ανοίγει μία οδό για μία κοινωνική κινητοποίηση υπέρ της δικαιοσύνης, ενάντια στην αστυνομική καταστολή, ενάντια στην αυταρχική εξουσία», προσθέτοντας ως διεκδικήσεις «δικαιοσύνη για τα θύματα των αστυνομικών φόνων… να σταματήσουν οι προληπτικές κρατήσεις, να απελευθερωθούν οι νεαροί φυλακισμένοι από τις διαδηλώσεις των τελευταίων νυχτών. Όλη η ευθύνη για τα γεγονότα, ας το υπενθυμίσουμε, ανήκει στην εξουσία. Καμία επιβολή κατάστασης έκτακτης ανάγκης, άμεσος αφοπλισμός της αστυνομίας που έρχεται σε επαφή με τον πληθυσμό. Παραίτηση του υπουργού Νταρμανάν. Και πέρα από αυτό χρειάζεται κοινωνική δικαιοσύνη….»

Η Lutte Ouvrière στην ανακοίνωσή της στις 29 Ιούλη γράφει: «Η εκτέλεση του νέου Ναέλ, 17 ετών, από έναν αστυνόμο προκάλεσε μία σειρά ταραχών που καθρεφτίζει τη δικαιολογημένη οργή της νεολαίας των λαϊκών συνοικιών…Επομένως, πώς είναι δυνατόν να μην κατανοούμε την εξέγερση της νεολαίας; Όμως αυτή η εξέγερση θα εξαντληθεί ματαίως εάν δεν βρει άλλο τρόπο να εκφραστεί από το κάψιμο των κάδων, των αυτοκινήτων των κατοίκων και των δημόσιων κτιρίων. Διότι τα πρώτα θύματα θα είναι όπως πάντοτε, οι πλέον φτωχοί. Για να φέρει κάτι άλλο από την αυτοκαταστροφή, ο άνεμος της εξέγερσης πρέπει να οδηγήσει το στρατόπεδο των εργαζομένων… να στρατευθούν πολιτικά για να αλλάξουν την κοινωνία». Με βάση τα παραπάνω καλούσαν στις διαδηλώσεις διαμαρτυρίας.

Στο κύριο εβδομαδιαίο άρθρο που εξέδωσε στις 3 Ιουλίου γράφει: « Ναι λοιπόν, υπάρχουν νέοι, παιδιά, που ζουν με οργή στην καρδιά τους… Και ήταν αυτή η οργή που εξερράγη σε τυφλή βία μετά το θάνατο του Nahel…Η καταστροφική οργή που έχει πλήξει ορισμένες γειτονιές προκαλεί θλίψη, αποπροσανατολισμό, ακόμη και οργή. Και δικαίως! Δεν είναι οι αστοί που βλέπουν το αυτοκίνητό τους, το κομψό τους εστιατόριο ή το γήπεδο τένις ή γκολφ να καίγονται… Οι ενέργειες εκείνων που πέρασαν αρκετές νύχτες σπάζοντας ό,τι είχαν στη διάθεσή τους, … μαρτυρούν μία δραματική έλλειψη συνείδησης…. Αυτή η τυφλή οργή δεν πρέπει να κυριαρχήσει! Όμως ποιος είναι εκεί για να κουβαλήσει την εξέγερση αυτής της νεολαίας και να τους ανοίξει μια προοπτική; Ποιος είναι εκεί για να αντιπαρατεθεί στην κυβερνητική πολιτική; Ποιος είναι εκεί για να γίνει σεβαστός από την αστυνομία; Ποιος είναι εκεί για να αντιμετωπίσει τη μεγάλη αστική τάξη που ξεχειλίζει πλούτο, αλλά είναι όλο και πιο αρπακτική; Η καταστροφική εξέγερση αυτής της νεολαίας είναι συνέπεια της έλλειψης οργάνωσης του εργατικού στρατοπέδου, της έλλειψης μαχητικότητας και πολιτικοποίησής του Mπορούμε να γίνουμε παράδειγμα για τους νέους, με την οργάνωση μας και την πάλη μας να μας σέβονται οι μεγάλες επιχειρήσεις, αλλά και η αστυνομία και η δικαιοσύνη. Αυτή η προοπτική είναι αδιαχώριστη από την αμφισβήτηση ολόκληρης της κοινωνικής τάξης, γιατί είναι μάταιο να ελπίζουμε σε καλύτερη αστυνομία ή καλύτερη δικαιοσύνη. Όσον αφορά τη λεηλασία και την καταστροφή, οι νεαροί ταραξίες δεν θα καταφέρουν ποτέ να ανταγωνιστούν ούτε στο ελάχιστο τη μεγάλη αστική τάξη έτοιμη να ξεζουμίσει όλη τη γη, να καταστρέψει τον πλανήτη, να εκμεταλλευτεί την ανθρωπότητα και να υποδαυλίσει πολέμους.» Ωστόσο, το κάλεσμα σε διαδηλώσεις δεν επαναλήφθηκε ρητά.

Σε ό,τι αφορά τα συνδικάτα και την υπόλοιπη αριστερά, εξέδωσαν κείμενο με τις υπογραφές περίπου 90 οργανώσεων, συλλόγων, μεταξύ των οποίων η CGT, τα φοιτητικά συνδικάτα, η Ανυπότακτη Γαλλία, το δεξιό NPA και το POI, και κάλεσαν σε διαδηλώσεις πανεθνικά στις 8 Ιούλη. Το κείμενο, αρκετά αδύναμο πολιτικά, απαιτεί διάφορες μεταρρυθμίσεις για την αστυνομία, στο πλαίσιο ενός εκδημοκρατισμού της, και σαφώς συμπληρώνεται από αιτήματα κοινωνικής φύσεως και είναι γραμμένο με τέτοιο τρόπο ώστε να χωρέσει την Greenpeace και την Διεθνή Αμνηστία. Οι διαδηλώσεις αυτές είχαν πολύ μικρή συμμετοχή πανεθνικά, στο δε Παρίσι έγινε μία διαδήλωση μερικών χιλιάδων, παρά την απαγόρευση από την αστυνομία και την δικαιοσύνη, που στηρίχθηκε, χωρίς συνυπογραφή, από όλες τις οργανώσεις της άκρας αριστεράς (Revolution Permanente, αριστερό NPA και πιθανά Lutte Ouvrière).

Τα όρια της έκρηξης και του εργατικού κινήματος

Είναι προφανές ότι η έκρηξη αυτή δεν αναπτύχθηκε σε κίνημα, τόσο λόγω των εσώτερων αδυναμιών της, όσο και λόγω των αδυναμιών του οργανωμένου εργατικού κινήματος, αλλά και της υστερικής πολιτικής και κατασταλτικής πίεσης της αστικής τάξης.

Αφενός, σε ό,τι αφορά την προπαγανδιστική πίεση της προπαγάνδας της αστικής τάξης, που δυστυχώς είχε σημαντικά αποτελέσματα: Σε όλες τις δημοσκοπήσεις, εμφανίζεται ένα περίπου 70-80% που καταδικάζει τις βιαιότητες των διαδηλωτών και ένα περίπου 20-30% που τις κατανοεί αλλά δεν τις επικροτεί και ένα 5% που τις επικροτεί. Παρομοίως σε ό,τι αφορά την κατάσταση έκτακτης ανάγκης, ένα 70% είναι υπέρ και ένα 30% κατά. Σε όλες τις δημοσκοπήσεις, η οικονομική κατάσταση των λαϊκών γειτονιών και η συμπεριφορά της αστυνομίας βρίσκονται στην τρίτη και τέταρτη θέση ως αιτίες της έκρηξης και στην πρώτη και στην δεύτερη με μεγάλη, μάλιστα, διαφορά τοποθετούνται «η άνοδος της παραβατικότητας και του λαθρεμπορίου» και «η εξαφάνιση των αρχών». Ένα 60% πιστεύει ότι οι ταραχές συνδέονται με την μετανάστευση και άρα πρέπει να σκληρύνει η μεταναστευτική πολιτική. Ένα 80% συμφωνεί με την αυστηροποίηση των ποινών για τους ανήλικους και την αφαίρεση του ελαφρυντικού της εφηβικής ηλικίας. Το 77% έχει μία θετική εικόνα για την αστυνομία, αν και οι νέοι έως και 35 ετών έχουν αρνητική εικόνα κατά 35-40%. Τέλος, η Λεπέν εμφανίζεται ως η αρχηγός που κρίνεται πλέον θετικά και μάλιστα με διαφορά (40% θετικές γνώμες) για την στάση της κατά τη διάρκεια της έκρηξης. Τα παραπάνω σχηματίζουν μία εικόνα του ασφυκτικού κλίματος που διαμορφώθηκε κατά την διάρκεια της κοινωνικής έκρηξης.

Αφετέρου, η ίδια η έκρηξη δεν είχε κανενός είδους προοπτική να εξελιχθεί σε κίνημα. Μάλιστα, το σκεπτικό του «πρέπει να τα σπάσουμε όλα», που κυριάρχησε στην νεολαία, «για να μας ακούσουν», είναι το απότοκο μίας παντελούς έλλειψης προοπτικής και απουσίας πίστης ότι είναι δυνατόν με συλλογικές και κινηματικές διαδικασίες να επιβληθούν νίκες ενάντια στην εξουσία. Είναι το άλλο άκρο και η άλλη όψη ενός εκκρεμούς που ταλαντεύεται ανάμεσα στην παραίτηση, την ιδιώτευση, την απογοήτευση έως την κοινωνική έκρηξη. Η έκρηξη επίσης φανέρωσε ακόμα μία φορά, τα σημαντικά προβλήματα στη συνείδηση της εργατικής τάξης, και την υπαρκτή διαίρεση της. Από τη μία μεριά, τα ρατσιστικά «μαύροι/άραβες/μουσουλμάνοι είναι τεμπέληδες και απολίτιστοι», από την άλλη μεριά τα αποπροσανατολισμένα «φταίνε οι λευκοί», «είναι η δικαιοσύνη των λευκών ενάντια στους μαύρους και στους Άραβες» (αν και τα τελευταία έχουν σαφώς μια εμφανή αιτιολόγηση στην ρατσιστική-ταξική πραγματικότητα).

Το συνολικό αποτέλεσμα προέρχεται από τη μακροχρόνια πολιτική, οργανωτική και ιδεολογική αποδυνάμωση του εργατικού κινήματος. Πρόκειται καταρχάς για την οργανωτική και πολιτική κατάρρευση του ΚΚ Γαλλίας, το οποίο στο απόγειό του έλεγχε, εκλογικά και ουσιαστικά, την λεγόμενη «κόκκινη ζώνη», ουσιαστικά όλα τα βόρεια και να νότια προάστια του Παρισιού. Πρόκειται ακόμα για τα φθίνοντα ποσοστά συνδικαλισμού, για την αποδυνάμωση της άκρας αριστεράς. Ο Αλέν Κριβίν περιγράφει στο αυτοβιογραφικό βιβλίο του Θα σου περάσει με τα χρόνια (εκδ. 2006), σχετικά με τις δεκαετίες του 1950, 1960 και 1970: «Στις λαϊκές γειτονιές και στις εργατικές κατοικίες, οι κομμουνιστές πρότειναν διάφορες δραστηριότητες συναναστροφής: γεύματα, εξόδους, σινεμά… Θεωρούταν φυσικό να πας στο μέλος του κόμματος, όταν είχες ανάγκη να κάνεις τα χαρτιά για τους φόρους, όταν ήθελες να σου κρατήσουν τα παιδιά ή να κάνεις υδραυλικές εργασίες. Εκατοντάδες δήμοι είχαν ως μισθωτούς χιλιάδες δημοτικούς υπάλληλους, συχνά μέλη του κόμματος ή συνδεδεμένα με αυτό… Σήμερα, αυτές οι βασικές λειτουργίες δεν εκτελούνται και αφήνεται το πεδίο ελεύθερο στο Εθνικό Μέτωπο στις πιο εξαθλιωμένες περιοχές ή στις μεταναστευτικές περιοχές στα θρησκευτικά δίκτυα, τα οποία είναι ιδιαίτερα δραστήρια μέσω διαφόρων δραστηριοτήτων κοινωνικής βοήθειας». «Σε μερικές ώρες το ΚΚ ήταν ικανό να κινητοποιήσει τα προάστια, να κατεβάσει στο Παρίσι χιλιάδες εργαζομένων, με αυτοκίνητα και φορτηγά που τα φόρτωναν οι δήμοι.»

Τέλος, το ίδιο το οργανωμένο εργατικό κίνημα δεν επιχείρησε ή δεν κατάφερε να παρέμβει αποφασιστικά, τόσο λόγω της ταχύτητας των γεγονότων και των διαφόρων αδυναμιών του, ώστε να δώσει στην έκρηξη μορφή κινήματος απέναντι στην κυβέρνηση και στο κράτος, με αιτήματα ενάντια στην αστυνομοκρατία, την καταστολή, τον ρατσισμό, και την φτώχεια. Πιθανά, ορισμένες κινητοποιήσεις για την δικαίωση του αδικοχαμένου Ναέλ, να συνεχίσουν γύρω από την ίδια την οικογένεια, αλλά μάλλον χωρίς ευρύτερη σημασία.