Eλληνοτουρκικός ανταγωνισμός: στη μέγγενη του πολέμου

ellada-toyrkia

Αθήνα, 21.9.2026

Ανακοίνωση της ΟΚΔΕ

Οι σχέσεις των δύο καπιταλισμών Ελλάδας-Τουρκίας, ιδιαίτερα τα τελευταία 10-15 χρόνια, και μια σειρά σημαντικών εξελίξεων στην ευρύτερη περιοχή (συμμαχία Ελλάδας με το σιωνιστικό Ισραήλ, Παλαιστίνη, Συρία, ΙΡΑΝ), έχουν εισέλθει σε μια νέα φάση, με διαρκή ένταση και με τον κίνδυνο μιας στρατιωτικής σύγκρουσης να μεγαλώνει, απειλώντας τους εργαζόμενους, τη νεολαία και τα φτωχά λαϊκά στρώματα στις δύο χώρες αλλά και σε όλη την ευρύτερη περιοχή.

Η κυβέρνηση Μητσοτάκη και συνολικά ο ελληνικός καπιταλισμός (αλλά και η Κύπρος), με την αντιδραστική συμμαχία με Ισραήλ (παρεπιμπτόντως και με τον αιμοσταγή δικτάτορα της Αιγύπτου Σίσι) και με την προσκόλληση στον αμερικανικό ιμπεριαλισμό οδηγεί την κούρσα των εξοπλισμών και τις στρατιωτικές δαπάνες σε δυσθεώρητα ύψη, με την «Ασπίδα του Αχιλλέα», τις αγορές φρεγατών, πολεμικών αεροσκαφών κ.ά. Η στρατιωτικοποίηση των νησιών, οι απέραντες βάσεις που έχουν δημιουργηθεί από την Κρήτη μέχρι τον Έβρο (και είναι εξαιρετικής κρισιμότητας και σπουδαιότητας για τις ΗΠΑ, όπως η Σούδα για τη Μέση Ανατολή, η Αλεξανδρούπολη για τη στήριξη του Κιέβου ενάντια στη Ρωσία κ.λπ.) είναι επί της ουσίας επιθετικές ενέργειες της ελληνικής αστικής τάξης, που στοχεύουν εκτός από τη συμμετοχή στα σχέδια των ΗΠΑ-ΝΑΤΟ-Σιωνιστών και σε «περικύκλωση» της Τουρκίας.

Ο τούρκικος καπιταλισμός, φυσικά, κάθε άλλο παρά είναι «αθώος»: έχει επικίνδυνα, αντιδραστικά σχέδια ανάδειξης σε ισχυρή περιφερειακή δύναμη («υποϊμπεριαλισμός»), αν όχι και κάτι παραπάνω. Έχει καταφέρει να αναπτυχθεί και να αναβαθμιστεί, παίζοντας ίσως τον πιο σημαντικό ρόλο –μαζί με το σιωνιστικό Ισραήλ– στη ΝΑ Μεσόγειο και γενικά στην ευρύτερη περιοχή. Έχει στρατιωτική παρουσία και εμπλοκή σε τουλάχιστον 8 χώρες: 1) στην Κύπρο με 30.000 στρατιώτες, 2) στη Συρία, όπου έπαιξε σημαντικό ρόλο στην ανατροπή του Άσαντ και έχει ισχυρές δυνάμεις ιδιαίτερα στο βόρειο τμήμα της, 3) στο βόρειο Ιράκ, στο λεγόμενο Ιρακινό Κουρδιστάν, 4) στο Κατάρ, με εκαντοντάδες τούρκους στρατιωτικούς, 5) στη Σομαλία, με την υπερπόντια στρατιωτική βάση στο Μογκαντίσου, όπου εκπαιδεύει και τον σομαλικό στρατό, 6) στη Λιβύη, όπου έχει στρατιωτικές εγκαταστάσεις και υπέγραψε μια συμφωνία για τις θαλάσσιες ζώνες στην Ανατολική Μεσόγειο, το λεγόμενο Τουρκολιβυκό Μνημόνιο (2019), 7) στο Αζερμπαϊτζάν και πιθανόν στο Ναγκόρνο Καραμπάχ, 8) στα Βαλκάνια, όπου μέσω του ΝΑΤΟ έχει ερείσματα σε Βοσνία-Ερζεγοβίνη, Κόσοβο και Αλβανία. Έχει ισχυρό στρατό και έχει δημιουργήσει μια σημαντική πολεμική βιομηχανία. Είναι μια σημαντική γέφυρα μεταξύ Ευρώπης και Ασίας, ελέγχει τα στενά των Δαρδανελίων / του Βοσπόρου κ.ά. Η Τουρκία σχεδιάζει την επέκτασή της με την επικείμενη ψήφιση του νομοσχεδίου για τη «Γαλάζια Πατρίδα».

Η στάση των Δυτικών ιμπεριαλιστών απέναντι στην Τουρκία

Οι Αμερικάνοι ιμπεριαλιστές, παρακολουθώντας στενά τις εξελίξεις αυτές και προσπαθώντας να τις διατηρήσουν υπό τον έλεγχό τους (πράγμα πολύ σύνθετο, ιδιαίτερα σε συνθήκες αποδυνάμωσής τους, αλλά και ενίσχυσης μιας σειράς αντιπάλων τους), προσβλέπουν αρχικά σε μια διπλωματική και πολιτική προσέγγιση με τη Τουρκία – κάτι που ωστόσο φαίνεται δύσκολο. Η Τουρκία προχωράει σε έναν δικό της σχεδιασμό, έως ένα βαθμό αυτόνομο, με βάση τα συμφέροντά της. Δεν ευθυγραμμίζεται με τα συμφέροντα της Δύσης, «ενοχλείται» (ή καλύτερα θέλει να συμμετάσχει και αυτή) από τη συμφωνία της Ελλάδας με την Chevron για τις εξορύξεις υδρογονανθράκων στη Νότια Κρήτη θεωρώντας τη, όπως είναι «φυσικό», παραβίαση του τουρκολιβυκού μνημονίου. Οι ΗΠΑ προσπαθούν να ασκήσουν μια τακτική «καρότου και μαστιγίου», όπου χρησιμοποιούν ως «λαγό» και τον ελληνικό καπιταλισμό (αν δεν ήταν επικίνδυνη θα ήταν απλώς γελοία η φιγούρα του υπουργού Εξωτερικών Ν. Δένδια, που μετατρέπεται σε μια νύκτα από υποτακτικός σε λιοντάρι και τούμπαλιν), με αποτέλεσμα τα σενάρια μιας στρατιωτικής σύγκρουσης να τρέφονται και να φουντώνουν.

Οι Δυτικοί ιμπεριαλιστές προσπαθούν να «πείσουν» την Τουρκία, ώστε να κρατήσει αποστάσεις από τους ανταγωνιστές τους Κίνα-Ρωσία και BRICS+, να μείνει όσο το δυνατόν αμέτοχη στον πόλεμο στο Ιράν κ.λπ. Όμως σήμερα η Τουρκία έχει τη δυνατότητα να κοιτάζει και προς την Ανατολή, λόγω των αλλαγών στον σύγχρονο κόσμο, της υποβάθμισης των ΗΠΑ και της αποτυχίας τους στον πόλεμο με το Ιράν.

Η ενίσχυση του τούρκικου καπιταλισμού και η υποβάθμιση του ελληνικού καπιταλισμού

Από το 2000, ο τούρκικος καπιταλισμός έχει μια ραγδαία ανάπτυξη. Από το 2000 έως το 2016 υπερτριπλασίασε το ΑΕΠ του και μπήκε στις 20 πλουσιότερες χώρες του κόσμου (μεγαλύτερες οικονομίες) καταλαμβάνοντας την 18η θέση, ενώ η Ελλάδα λόγω της κρίσης και της χρεοκοπίας της απώλεσε το 26% του ΑΕΠ της και καταλαμβάνει την 48η θέση. Το 2000, οι αντίστοιχες θέσεις ήταν 21η και 29η. Το 2018, η Τουρκία είχε ΑΕΠ περί τα 850 δις δολ. και η Ελλάδα 200 δις. Το 2020 η Τουρκία είχε πληθυσμό 83 εκατ. έναντι μόλις 10 εκ. της Ελλάδας. Επομένως, σήμερα η διαφορά με την Ελλάδα δεν είναι μόνο η γεωστρατηγικη θέση της Τουρκίας αλλά και ο δυναμισμός του τούρκικου καπιταλισμού, ο οποίος –παρά την κρίση που τον μαστίζει τα τελευταία χρόνια– έχει εξαπλωθεί από τα Βαλκάνια, την Κεντρική Ασία και την Αφρική μέχρι την Ινδία κ.ά.

Έτσι, η ενίσχυση της Τουρκίας της δίνει τη δυνατότητα να υπογράφει συμφωνίες –στρατηγικής σημασίας– με κράτη, που οι ΗΠΑ (κατ’ επέκταση και η ελληνική αστική τάξη) θεωρούν συμμάχους όπως η Σαουδική Αραβία. Η πρόσφατη Συμφωνία της Μέκκα (όπως και άλλες εξελίξεις: προσέγγιση της Τουρκίας με την Αίγυπτο κ.ά.) έχει μεγάλη σημασία και δείχνει το μεγάλο πρόβλημα που αντιμετωπίζει ο ελληνικός καπιταλισμός, με τις επιλογές του και τον τυχοδιωκτισμό του. Η Τουρκία, ως χώρα με τη μεγαλύτερη ηπειρωτική ακτογραμμή στην Ανατολική Μεσόγειο και αυξημένο γεωπολιτικό βάρος, έχει θέση και λόγο στην πολιτική και τα σχέδια του αμερικανικού ιμπεριαλισμού. Η διακίνηση φυσικού αερίου, ηλεκτρικής ενέργειας, «πράσινου» υδρογόνου κ.ά. από τη Μέση Ανατολή, τον Περσικό Κόλπο, την Αραβική Θάλασσα και εν μέρει από τη Βόρεια Αφρική προς την Ευρώπη γίνεται μέσω της Ανατολικής Μεσογείου. Τα σχέδια των Αμερικάνων ιμπεριαλιστών για έναν «διάδρομο» οικονομίας, εμπορίου, ενέργειας και ηλεκτρονικών δεδομένων (data) Ινδίας – Μέσης Ανατολής – Ευρώπης (IMEC), που θα καταστήσει την περιοχή στρατηγικό κρίκο ενός νέου συστήματος, συναντούν τεράστιες δυσκολίες. Αυτά δεν μπορούν να πραγματοποιηθούν, αν δε ρυθμιστούν οι υπάρχουσες διενέξεις, οι διαφορές μεταξύ χωρών της περιοχής και οι αλληλοεπικαλυπτόμενες διεκδικήσεις τους για Αποκλειστικές Οικονομικές Ζώνες – ΑΟΖ κ.ά.

Ειδικά μετά το «πάγωμα» της ρωσικής ενεργειακής τροφοδοσίας της Ευρώπης, η Ανατολική Μεσόγειος αποκτά ακόμα μεγαλύτερη σημασία, όπου μεγαλώνει και ο ρόλος της Τουρκίας. Μέσα σε αυτές τις αντιφάσεις και τις αυξημένες δυνατότητες της Τουρκίας να «παζαρεύει», είναι προφανές ότι ΗΠΑ-Δυτικοί ιμπεριαλιστές πρέπει να «συνεννοηθούν» μαζί της, φέρνοντας την προοπτική ενός γεωπολιτικού μνημονίου –κατά τα φαινόμενα και μάλλον– σε βάρος του ελληνικού καπιταλισμού. Για τον οποίο η «αντίδραση» ή «ευκαιρία» είναι να γαντζωθεί από το σιωνιστικό και γενοκτόνο Ισραήλ.

Ακόμα και η ηλεκτρική διασύνδεση με το καλώδιο Ελλάδας-Κύπρου (Great Sea Interconnector, GSI) φαίνεται δύσκολο να προχωρήσει δίχως οριοθέτηση θαλάσσιων ζωνών Ελλάδας-Τουρκίας ή χωρίς άτυπη συνεννόηση μεταξύ ελληνικής και τουρκικής κυβέρνησης. Αγκάθι επίσης είναι ότι και η Κυπριακή Δημοκρατία δεν έχει οριοθετήσει ΑΟΖ με την Τουρκία.

Επιπλέον, μια οριστική απόσπαση της Τουρκίας από το να «κοιτάει» προς την ανατολική περιφέρειά της, προς Κίνα, Ρωσία κ.λπ. είναι πολύ δύσκολη, καθώς ΗΠΑ-Δυτικοί ιμπεριαλιστές δεν μπορούν να της εξασφαλίσουν αντίστοιχα οφέλη και ρόλο.

Έτσι, λοιπόν, η Τουρκία προχωράει, σε αρκετή έκταση, σε ένα δικό της σχεδιασμό με βάση τα συμφέροντά της. Δεν ευθυγραμμίζεται με τα συμφέροντα της Δύσης, παρά μόνο επιλεκτικά. Για κανένα λόγο δε θέλει να αφήσει εμπορικούς και στρατηγικούς κόμβους να είναι πλήρως ελεγχόμενοι από τις ΗΠΑ μέσω του «άξονα» Ελλάδας-Κύπρου-Ισραήλ. Έτσι, πρωταγωνίστησε στην ανατροπή Άσαντ, υλοποιώντας έναν δικό της –σε αρκετά μεγάλο βαθμό– σχεδιασμό στη Συρία, έθεσε υπό τον έλεγχο της εδάφη και κοιτάσματα πετρελαίου που ελέγχονταν από τους Κούρδους, παρά το ρίσκο να έρθει σε σύγκρουση ΗΠΑ-Ισραήλ, ειδικά με το τελευταίο.

Απέναντι στην απειλή του πολέμου

Η κατάσταση του εργατικού κινήματος και της Αριστεράς

Μέσα σε αυτή τη χαώδη, δαιδαλώδη και επικίνδυνη κατάσταση, η ελληνική αστική τάξη έχει προσδεθεί στο άρμα των Αμερικάνων ιμπεριαλιστών και των Σιωνιστών. Η έκθεσή της και οι προκλήσεις στον πόλεμο στο Ιράν (βάσεις για τους βομβαρδισμούς, φρεγάτες, μαχητικά και πυροβολαρχίες Patriot στη Σ. Αραβία ή στα σύνορα με την Τουρκία) κάνουν πραγματικό τον κίνδυνο ανάφλεξης ενός πολέμου, μιας στρατιωτικής σύγκρουσης, μεγαλύτερης από ένα ελεγχόμενο «θερμό επεισόδιο». H αδύναμη κατάσταση του εργατικού κινήματος –και στις δυο χώρες– κάνει μια τέτοια στρατιωτική σύγκρουση πολύ πιθανή (παρότι η αποτροπή της παραμένει πρώτιστο καθήκον της πάλης μας). Οι συνέπειες θα είναι πολύ μεγάλες και βαριές για τους εργαζόμενους τις λαϊκές μάζες και τη νεολαία και των δυο χωρών, στο βιοτικό επίπεδο και τις ελευθερίες: Oι εξοπλισμοί καταπίνουν τεράστια ποσά σε βάρος των κοινωνικών αναγκών, ενώ τα πράγματα θα χειροτερέψουν πολύ αν προστεθούν οι καταστροφές μιας στρατιωτικής σύγκρουσης. Οι αντιδραστικές κυβερνήσεις και οι μηχανισμοί τους επενδύουν στον εθνικισμό και τον μιλιταρισμό για να τσακίσουν τον «εσωτερικό εχθρό». Οικοδομούν ένα ακόμα πιο μαύρο Κράτος Έκτακτης Ανάγκης σε Ελλάδα και Τουρκία, εφαρμόζουν μια σκληρή καταστολή ενάντια σε αγωνιστές, εργαζόμενους και νέους. Η μοίρα αγωνιστών βρίσκεται σε κίνδυνο, όπως οι πολιτικοί πρόσφυγες από την Τουρκία και το Κουρδιστάν που βρίσκονται στην χώρα μας (στη χώρα τους αντιμετωπίζουν βασανιστήρια, κλείσιμο σε φυλακές μπουντρούμια-κολαστήρια ή και κίνδυνο για τη ζωή τους), με το δικαίωμά τους στο άσυλο να παίζεται στα «παζάρια» των δύο αντιδραστικών αστικών τάξεων.

Αυτή η επικίνδυνη εξέλιξη έχει πυροδοτήσει μια πληθώρα αναλύσεων από την πλευρά της Αριστεράς, σχετικά με τη στάση του ελληνικού και τούρκικου προλεταριάτου, των φτωχών λαϊκών μαζών και της νεολαίας απέναντι σε αυτόν τον τρομακτικό κίνδυνο.

Ωστόσο, αυτές οι αναλύσεις εμφανίζουν τουλάχιστον τρία βασικά μειονεκτήματα: α) Η ανάλυση των ενδοϊμπεριαλιστικών ανταγωνισμών (και ιδιαίτερα στην περιοχή μας) είτε λείπει εντελώς και αντικαθίσταται από γενικολογίες περί εθνικών ανταγωνισμών σε ευρωπαϊκό ή παγκόσμιο επίπεδο, είτε, όταν υπάρχει, χρησιμεύει ως αδιάφορη φιλολογική «εισαγωγή», κάπου στο φόντο, χωρίς καμία επίπτωση και βαρύτητα στην εξέλιξη του ελληνοτουρκικού ανταγωνισμού. β) Παραγνωρίζεται σε γενικές γραμμές η πλούσια εμπειρία του επαναστατικού και κομμουνιστικού κινήματος, εδώ και δύο αιώνες περίπου, στην αντιμετώπιση των διαφόρων πολέμων. Κατά κανόνα, η όποια σύντομη και επιφανειακή αναφορά γίνεται μόνο στη γερμανική κατοχή και τη στάση του ΚΚΕ, που στην πράξη ήταν μια ακραία ρεφορμιστική πολιτική (με υποστήριξη ακόμη και της πολιτικής Μεταξά, στον ελληνοϊταλικό πόλεμο). Το ίδιο ετοιμάζεται να κάνει και τώρα, φωνάζοντας για την αναγκαιότητα της στρατιωτικοποίησης των νησιών απέναντι στον τούρκικο καπιταλισμό υπερασπίζοντας τα λεγόμενα «κυριαρχικά δικαιώματα» της ελληνικής αστικής τάξης, που εκτός από αντιδραστικά καταλήγουν να είναι «δικαιώματα», όπλα στα χέρια των Σιωνιστών και του Αμερικάνικου ιμπεριαλισμού. γ) Επίσης αρκετές είναι οι αριστερές οργανώσεις (φυσικά και το ίδιο το ΚΚΕ ) που παραγνωρίζουν την αντιμετώπιση του «εθνικού ζητήματος», της «εθνικής ανεξαρτησίας» κ.ά. από τον επαναστατικό μαρξισμό και από την σκοπιά των εργαζομένων και των φτωχών λαικών στρωμάτων. Το αποτέλεσμα οι αναλύσεις αυτές καταλήγουν είτε στην αναγόρευση της «εθνικής ανεξαρτησίας» σε θέμα ταμπού (με μια υστερική και υπεριστορική υπεράσπιση της «εθνικής ανεξαρτησίας» ή με μια συγκαλυμμένη μορφή, αυτή με το λεγόμενο «ταξικό πρόσημο») – είτε σε μια υγιή απόρριψη του εθνικισμού, που ωστόσο μένει στα μισά του δρόμου και δεν ολοκληρώνεται με τον διεθνισμό, με αποτέλεσμα να καταλήγει εκεί που καταλήγει και ο αφηρημένος πασιφισμός. Δηλαδή, στην κρίσιμη στιγμή, στην υποταγή μπροστά στο εθνικό συμφέρον και στον πόλεμο, στο κάλεσμα στους εργαζόμενους να υπερασπιστούν την «πατρίδα» και την «εθνική» αστική τάξη.

Η στάση των Επαναστατών Μαρξιστών – Τι να κάνουμε

Για εμάς τους εργαζόμενους, τη νεολαία, τα φτωχά λαϊκά στρώματα, για τις αγωνιστικές και επαναστατικές δυνάμεις πρέπει να είναι ξεκάθαρο ότι δεν πρέπει να πολεμάμε για τα συμφέροντα/σχέδια καμίας αστικής κυβέρνησης που είναι προσδεμένη στο άρμα των Δυτικών ιμπεριαλιστών. Είτε λέγεται Μητσοτάκης είτε Τσίπρας είτε μια κυβέρνηση εθνικής ενότητας, που θα περιλαμβάνει «αριστερά» και ακροδεξιά ρετάλια με βάση την «εθνική ενότητα» και την απειλή για τα «κυριαρχικά δικαιώματα». Για εμάς πρέπει να είναι ξεκάθαρο ότι ο εχθρός είναι μέσα στην ίδια μας τη χώρα – και ότι η πάλη ενάντια στον πόλεμο περνάει πρώτα-πρώτα μέσα από τη σύγκρουση με τη «δική μας» αστική τάξη.

Στην εποχή του ιμπεριαλισμού, το έθνος-κράτος έχει αντικειμενικά ξεπε­ραστεί από την ανάπτυξη/διεθνοποίηση των παραγωγικών δυνάμεων και δεν αποτελεί πλέον ένα προοδευτικό πλαίσιο σε ιστορική κλίμακα ή πολύ περισσότερο για κάποια «αυτοδύναμη οικοδόμηση του σοσιαλισμού». Αυτό ισχύει για τα μικρά και «ανεξάρτητα» κράτη και πολύ περισσότερο για τα ιμπεριαλιστικά κράτη. Συνεπώς είναι αδιανόητο και προδοτικό το προλεταριάτο και οι επαναστατικές δυνάμεις να υποτα­χθούν στην ελληνική μπουρζουαζία με την επίκληση της πάλης για κάποια «υπεράσπιση της πατρίδας». Όταν η αστική τάξη μιλά για την «πατρίδα» εννοεί πάντα τις αγορές της, τις πηγές πρώτων υλών της, τις σφαίρες επιρροής της και στη συγκεκριμένη περίπτωση επίσης τις σχέσεις με τον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό και την πρόσδεση/συμμετοχή στο άρμα των Δυτικών ιμπεριαλιστών – και, φυσικά, τα κέρδη της. Στην περίπτωσή μας, βέβαια, η ελληνική αστική τάξη επιχειρεί να «ρεφάρει» την υποβάθμιση και ρίχνει τυχοδιωκτικά σχέδια για «αναβάθμιση» (σε μεγάλο βαθμό ανεδαφικά). Όμως αυτό κάνει τη στάση της ακόμα πιο επικίνδυνη. Αν και τα ανταλλάγματα είναι ιδιαίτερα ασαφή και ασταθή για τον ελληνικό καπιταλισμό (όχι κάποια πρόσκαιρα οικονομικά κέρδη ή «μπίζνες»), αυτή η άθλια και θρασύδειλη πολιτική της ελληνικής αστικής τάξης γίνεται με πλήρη ταξική επίγνωση και συνείδηση: Ελπίζει, επιβάλλοντας μια τεράστια και ίσως «οριστική» ήττα στους εργαζόμενους (και μέσω μιας στρατιωτικής σύγκρουσης), πάντα να έχει τη στήριξη των Δυτικών ιμπεριαλιστών απέναντι στις εργαζόμενες μάζες για να συντηρεί την εξουσία της. Μπροστά σε αυτό το έπαθλο, της είναι δευτερεύον ή αδιάφορο αν ακόμα «πουλήσει» και ό,τι επικαλείται από «κυριαρχικά δικαιώματα», με ή χωρίς να μεσολαβήσει μια στρατιωτική σύγκρουση, με ή χωρίς το πρόσχημα μιας ήττας.

Στη χώρα μας, όπως και στην Τουρκία και σε όλο τον πλανήτη, η μόνη λύση είναι η ανά­πτυξη ενός αντιπολεμικού κινήματος με επείγον, πρώτιστο και κύριο μέτωπο ενάντια στους Δυτικούς ιμπεριαλιστές τις ΗΠΑ, το Ισραήλ και το ΝΑΤΟ, η εναντίωση σε κάθε στρατιωτική δαπάνη, η ανάπτυξη απεργιών και αγώνων για την υπονόμευση της συμμετοχής της χώρας στις ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις, ακόμη και τα κάθε είδους σαμποτάζ σε ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις. Χρειάζεται να ενισχύσουμε τη διεθνή αλληλεγγύη και τον συντονισμός ενός αντιπολεμικού κινήματος μεταξύ Τούρκων και Ελλήνων εργατών, μαζί με τους λαούς που αντιμετωπίζουν ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις και αντιστέκονται. Χρειάζεται συνεργασία μεταξύ των λαών Ελλάδας-Τουρκίας και κοινοί αγώνες για τη μείωση των εξοπλισμών, για ελεύθερες θάλασσες, για κοινή εκμετάλλευση των πρώτων υλών με σεβασμό προς το περιβάλλον κ.λπ. Η συνειδητή επέμβαση πάνω σε αυτή τη γραμμή προϋποθέτει σε κάθε χώρα, και πρωτίστως στη «δική μας» (Ελλάδα), την αλλαγή του κοινωνικού καθεστώτος, την ανατροπή του καπιταλισμού, την εγκαθίδρυση μιας επαναστατικής κυβέρνησης των εργαζομένων (που θα έχει κάθε συμφέρον να ασκήσει μια πολιτική ειρήνης πραγματική και όχι δόλια και υπονομευμένη εξαρχής) και το άνοιγμα του δρόμου στην οικοδόμηση μιας σοσιαλιστικής κοινωνίας, που θα σχεδιάζει με βάση τις κοινωνικές ανάγκες – και όχι μιας χούφτας καπιταλιστών, που για να αυξήσουν τα κέρδη τους έχουν ταυτιστεί με τα σχέδια των Αμερικάνων ιμπεριαλιστών και του σιωνιστικού Ισραήλ. Η νίκη της σοσιαλιστικής επανάστασης στη χώρα μας θα βοηθήσει και την τούρκικη εργατική τάξη και τις λαϊκές μάζες να απαλλαγούν από τις δικές τους αντιδραστικές κυβερνήσεις. Αν δε ακολουθήσουμε μια τέτοια πολιτική, κινδυνεύουμε να γίνουμε κρέας για τα κανόνια της ελληνικής αστικής τάξης και των Δυτικών ιμπεριαλιστών.