«Το κεφάλαιο έχει πολλά κόμματα, οι εργάτες ένα»: μια απάντηση στο ΚΚΕ
Απέναντι στον σταλινικό μονολιθισμό, να υπερασπιστούμε την Εργατική Δημοκρατία
Στις 16/7, ο Ριζοσπάστης δημοσίευσε άρθρο με τίτλο «Το κεφάλαιο έχει πολλά κόμματα, οι εργάτες έχουν ένα: το ΚΚΕ, σταθερό, δοκιμασμένο, αταλάντευτο», στο οποίο το ΚΚΕ παρουσιάζεται ως το μοναδικό κόμμα που εκπροσωπεί τα συμφέροντα της εργατικής τάξης. Πρόκειται για μια χυδαία ψηφοθηρική τακτική, που χρησιμοποιούν οι σταλινικοί ώστε να αποκρύψουν την ύπαρξη άλλων εργατικών οργανώσεων και να αποσπάσουν «εύκολες» ψήφους βάζοντας τους εργαζόμενους μπροστά στο εκβιαστικό δίλημμα «ή με το ΚΚΕ ή με την αστική τάξη». Με αυτόν τον τρόπο επιχειρούν να αποφύγουν κάθε ιδεολογική-πολιτική αντιπαράθεση στο εσωτερικό του κινήματος, που θα τους έβαζε σε δύσκολη θέση. Γιατί θα καλούνταν να εξηγήσουν την απουσία ή την πολύ αδύναμη και «συμβολική» παρουσία τους σε όλους τους κρίσιμους αγώνες της περιόδου (απεργία πείνας Π. Ρούτσι, αγώνες εκπαιδευτικών και ναυτεργατών, διαγραφές φοιτητών, αντιπολεμικές κινητοποιήσεις κ.ά.) – αλλά και την έλλειψη ενός προγράμματος με συγκεκριμένα αιτήματα πάλης, που θέτουν πολιτικούς στόχους, εκφράζουν τους εργαζόμενους και τη νεολαία, πάνε μπροστά τους αγώνες και τη συνείδηση, αμφισβητούν το καθεστώς (π.χ. «στοπ στις ιδιωτικοποιήσεις – τώρα πίσω στο δημόσιο τα τρένα, η ενέργεια κ.λπ.», «κάτω η κυβέρνηση Μητσοτάκη» κ.ά.). Έτσι, προσπαθούν να συντηρήσουν μια απάθεια και αποπολιτικοποίηση στους εργαζόμενους και τη νεολαία, θέτοντας ως μοναδικό καθήκον όποιου διαφωνεί με τα αστικά κόμματα να ψηφίσει το ΚΚΕ.
Ωστόσο, η αντίληψη ότι η εργατική τάξη αντιπροσωπεύεται από ένα μόνο κόμμα δεν αποτελεί απλώς μια «φθηνή» προεκλογική τακτική του ΚΚΕ. Πρόκειται για μια άκρως αντιδημοκρατική, επικίνδυνη και καταστροφική αντίληψη, που διαχρονικά καλλιεργούσε και εφάρμοσε ο σταλινισμός. Πρώτα και κύρια στις χώρες του λεγόμενου «υπαρκτού (ανύπαρκτου) σοσιαλισμού», προκειμένου να εξοντώνουν κάθε αντιπολίτευση, να ελέγχουν τις μάζες και να διατηρούν τα γραφειοκρατικά τους προνόμια. Έτσι, στην ΕΣΣΔ απονέκρωσαν κάθε δημοκρατική δομή άσκησης της εξουσίας (π.χ. σοβιέτ / εργατικά συμβούλια), εκτέλεσαν ή εξόρισαν κάθε αντιπολιτευόμενη φωνή (π.χ. Δίκες της Μόσχας), οδήγησαν την εργατική τάξη σε μια πολιτική απαλλοτρίωση, ώστε η εξουσία να μην ασκείται δημοκρατικά από το σύνολο των εργαζομένων αλλά από μια γραφειοκρατική κάστα με ιδιαίτερα προνόμια και συμφέροντα.
Η αλήστου μνήμης σοβιετική γραφειοκρατία προκειμένου να δικαιολογήσει αυτήν την πολιτική απαλλοτρίωση της εργατικής τάξης διαμόρφωσε μια σειρά από πλήρως αντιμαρξιστικά δόγματα. Έτσι, οι σταλινικοί αποδίδουν στο ένα και μοναδικό κόμμα της εργατικής τάξης το μονοπώλιο της πολιτικής/ταξικής συνείδησης και του μαρξισμού στον ανώτερο βαθμό, ενώ κάθε διαφορετική άποψη υποτίθεται ότι αντανακλά αναγκαστικά αστικές και αντεπαναστατικές απόψεις. Αυτή η αντίληψη συνοδεύεται από μια υποτίμηση των εργαζόμενων μαζών, οι οποίες θεωρούνται ανάξιες να ασκήσουν άμεσα την κρατική εξουσία μέσα από δημοκρατικές δομές όπως τα εργατικά συμβούλια. Και ακόμα προσφέρει άλλοθι στην πιο σκληρή καταστολή (διώξεις, εξορίες και γκουλάγκ, εκτελέσεις κ.λπ.), καθώς σε κάθε αντιπολιτευόμενο ή διαφωνούντα κολλιέται αυθαίρετα η «ρετσινιά» ότι «αντικειμενικά» εκφράζει την αστική τάξη ή και την ανοιχτή αντεπανάσταση.
Για το παγκόσμιο εργατικό και επαναστατικό κίνημα, οι συνέπειες αυτών των αντιλήψεων ήταν καταστροφικές. Η συγκέντρωση όλης της εξουσίας στα χέρια λίγων γραφειοκρατών οδήγησε σε τραγικά λάθη και προδοσίες της κομμουνιστικής ιδεολογίας – τα οποία θα μπορούσαν να είχαν αποφευχθεί αν υπήρχαν περιθώρια δημοκρατικής συζήτησης για την επίλυση των προβλημάτων και την παρουσίαση εναλλακτικών πολιτικών. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η προσκόλληση της σοβιετικής γραφειοκρατίας σε μια λανθασμένη αγροτική πολιτική, που δημιούργησε τεράστια προβλήματα στον σοβιετικό λαό, όπως και οι υπερβολές και αυθαιρεσίες στον γραφειοκρατικό σχεδιασμό της οικονομίας (βλ. αναλυτικά τα κεφάλαια για τη σοβιετική οικονομία στη Μαρξιστική Πραγματεία της Οικονομίας του Ερνέστ Μαντέλ, τις προφητικές αναλύσεις του Τρότσκι στην Προδομένη Επανάσταση κ.ά.).
Τέτοια λάθη, σε συνδυασμό με τον ασφυκτικό περιορισμό των δημοκρατικών δικαιωμάτων και ελευθεριών των εργαζόμενων, δημιούργησαν τεράστια προβλήματα και αδιέξοδα στα εκφυλισμένα εργατικά κράτη, ιδιαίτερα όσο σταθεροποιούνταν και βάθαινε ο γραφειοκρατικός εκφυλισμός / η παραμόρφωσή τους. Αυτό άλλωστε αποδείχτηκε ιστορικά με την καταστολή των αντιγραφειοκρατικών κινημάτων (Ουγγαρία, Τσεχοσλοβακία, Πολωνία κ.ά.) και βέβαια με την κατάρρευση της ΕΣΣΔ και του λεγόμενου «υπαρκτού σοσιαλισμού». Έτσι, αυτά τα αντιδημοκρατικά μονοκομματικά καθεστώτα, που επέβαλλε η σταλινική γραφειοκρατία, δυσφήμισαν το όραμα του Σοσιαλισμού στα μάτια εκατομμυρίων εργαζόμενων και αγωνιστών, ώθησαν μεγάλα κομμάτια της εργατικής τάξης στην απογοήτευση και την παθητικότητα, άνοιξαν τον δρόμο για την καπιταλιστική παλινόρθωση – και έφεραν σε μια μεγάλη κρίση ιδεολογίας, προγράμματος και προσανατολισμού το παγκόσμιο εργατικό και επαναστατικό κίνημα.
Αντίστοιχα, στο εσωτερικό του ελληνικού εργατικού κινήματος το ΚΚΕ έχει επιδοθεί σε μια συκοφάντηση κάθε άλλης εργατικής οργάνωσης, ακόμη και στη χρήση βίας, ώστε να φιμώσει κάθε επαναστατική και αντιπολιτευόμενη φωνή. Τα ιστορικά παραδείγματα είναι πολυάριθμα: οι στυγνές δολοφονίες των αρχειομαρξιστών, τροτσκιστών και άλλων αντιπολιτευόμενων από την ΟΠΛΑ στη διάρκεια της Κατοχής και των Δεκεμβριανών, η συκοφάντηση και αποκήρυξη ακόμη και όσων «δικών του» ηγετικών στελεχών διαφώνησαν με την αδιέξοδη γραμμή (π.χ. ο Άρης Βελουχιώτης, αργότερα ο Κώστας Καραγιώργης κ.ά.). Αυτές οι διώξεις, οι συκοφαντίες και δολοφονίες αγωνιστών συνοδεύτηκαν από τις μεγαλύτερες προδοσίες που έχει ζήσει η ελληνική εργατική τάξη. Από το καλωσόρισμα των Βρετανών ως «ελευθερωτών» το 1944 που οδήγησε στην ήττα και σφαγή των Δεκεμβριανών, μέχρι τη συγκυβέρνηση με τη ΝΔ το 1989 και την περιφρούρηση της Βουλής το 2011 κ.ά., το ΚΚΕ, «ο μόνος υπερασπιστής των συμφερόντων των εργαζομένων» που έχει το αλάθητο, έχει οδηγήσει την ελληνική εργατική τάξη σε τεράστιες ήττες και έχει συμβάλλει τα μέγιστα στη διατήρηση της αστικής εξουσίας σε κρίσιμες στιγμές. Σήμερα, παρά το γεγονός ότι το ΚΚΕ έχει τυπικά αναθεωρήσει την επίσημη ιστορία του (βλ. Δοκίμια Ιστορίας του ΚΚΕ της ΚΕ) και εν μέρει έχει παραδεχτεί, στα λόγια, ορισμένα από αυτά τα εγκληματικά λάθη και αδιέξοδα, στην πράξη συνεχίζει να ακολουθεί την ίδια πολιτική. Έτσι, απονεκρώνει όσα σωματεία και ομοσπονδίες καταφέρνει να ελέγξει, συνεχίζει τις συκοφαντίες (βλ. την απόκρυψη των 12 αρχειομαρξιστών και τροτσκιστών επαναστατών ανάμεσα στους 200 της Καισαριανής και τις χυδαιότητες εναντίον τους για «δηλωσίες»), τις επιθέσεις σε αριστερούς αγωνιστές (ακόμα και με φυσική βία), επιδιώκει τον περιορισμό και το χτύπημα όσων αγώνων δεν ελέγχει. Με αυτόν τον τρόπο επιχειρεί να αποτρέψει τη ριζοσπαστικοποίηση των εργαζόμενων και της νεολαίας, να διατηρήσει μια αδράνεια, παθητικότητα και αίσθηση αδιεξόδου, την οποία επιδιώκει να μεταφράσει σε ψήφους απογοήτευσης, ώστε το «ένα και μοναδικό κόμμα της εργατικής τάξης» να πάρει μερικές έδρες παραπάνω στη Βουλή.
Πέρα από επικίνδυνη και καταστροφική, η άποψη ότι «η εργατική τάξη έχει ένα μόνο κόμμα» είναι ιστορικά λανθασμένη, αντιμαρξιστική και έρχεται σε αντίθεση με την ίδια την πραγματικότητα. Ποτέ, σε καμία χώρα η εργατική τάξη δεν αντιπροσωπευόταν μόνο από ένα κόμμα. Πάντα η συνείδηση των διαφόρων κομματιών των εργαζομένων παρουσίαζε διαφοροποιήσεις είτε για λόγους αντικειμενικούς (διαστρωματώσεις στο εσωτερικό της) είτε για λόγους που αφορούν την ιστορία του εργατικού κινήματος κάθε χώρας. Σαν αποτέλεσμα διαχρονικά οι εργαζόμενοι συγκροτούσαν διαφορετικά κόμματα, τάσεις, απόψεις. Για παράδειγμα, στις αρχές και στα μέσα του 20ού αιώνα στη Γερμανία ένα μεγάλο κομμάτι της εργατικής τάξης υποστήριζε τη σοσιαλδημοκρατία, ενώ ένα πιο μειοψηφικό κομμάτι το ΚΚ. Αντίστοιχα, στη Ρωσία στα πρόθυρα της Φεβρουαριανής και έπειτα της Οκτωβριανής Επανάστασης του 1917 δραστηριοποιούνταν μια σειρά από κόμματα εργατικά ή με επιρροή στους εργαζόμενους (Μπολσεβίκοι, Μενσεβίκοι, Εσέροι, ένα μέρος αναρχικών κ.ά.). Κανένας από τους μεγάλους μαρξιστές και επαναστάτες (Μαρξ, Ένγκελς, Λένιν, Τρότσκι, Ρόζα Λούξεμπουργκ αλλά και άλλοι) δε διατύπωσε ή πολύ περισσότερο δε θεωρητικοποίησε την άποψη ότι η εργατική τάξη αντιπροσωπεύεται από ένα και μόνο κόμμα.
Άλλωστε αυτό θα ήταν αδύνατο ιδιαίτερα στις μέρες μας – καθώς το κοινωνικό βάρος του προλεταριάτου / των μισθωτών εργαζόμενων έχει αυξηθεί σε τεράστιο βαθμό (αντικειμενική προλεταριοποίηση) και φτάνει έως και πάνω από το 90% του πληθυσμού στις «παλιές» βιομηχανικές χώρες και παρόμοια ποσοστά σε πολλές «αναδυόμενες» οικονομίες (ακόμα και στην Ελλάδα φτάνει πλέον περίπου το 70%). Είναι εντελώς παράλογη και καρικατούρα η σταλινική θέση ότι αυτές οι τεράστιες μάζες προλετάριων αυτόματα θα εκφράζονται από «το ένα και μοναδικό κόμμα» τους ή πολύ περισσότερο ότι θα ταυτίζονται παθητικά και θα υπακούουν σε αυτό. Πολύ περισσότερο είναι ιδεαλιστική και μεταφυσική η αντίληψη ότι μπορούν να φτάσουν σε μια σωστή κατανόηση των καθηκόντων της πάλης, της οικοδόμησης του Σοσιαλισμού κ.λπ. μόνο με εντολές «από τα πάνω», από το πάνσοφο ΠΓ της αλάθητης ΚΕ (εν προκειμένω του ΚΚΕ), χωρίς τη ζωντανή εμπειρία των ιδεολογικών και πολιτικών συγκρούσεων, της αντιπαράθεσης προγραμμάτων και πλατφορμών, των δοκιμών και λαθών.
Είναι αλήθεια ότι, ανάμεσα στα εργατικά κόμματα και οργανώσεις, ένα θα είναι το επαναστατικό (δηλαδή το πιο ικανό, αξιόπιστο, συνεπές για να νικήσει η σοσιαλιστική επανάσταση και να ξεκινήσει η οικοδόμηση του σοσιαλισμού). Όμως και μια τέτοια θέση του επαναστατικού κόμματος πρέπει να κατακτηθεί πολιτικά μέσα στους εργαζόμενους και την αγωνιστική πρωτοπορία, δεν είναι ένα αυθαίρετα διακηρυγμένο «δικαίωμα», όπως και σήμερα το επικαλείται το ΚΚΕ. Όπου έγιναν νικηφόρες επαναστάσεις (και πρώτα απ’ όλα στην ίδια τη Ρωσία), το επαναστατικό κόμμα διαμόρφωσε ένα πρόγραμμα και μια πρακτική, πάνω στα οποία κέρδισε τις μάζες μέσα από μια συνεχή ιδεολογική και πολιτική αντιπαράθεση, πολλές φορές μάλιστα σκληρή, ποτέ όμως με την επιβολή σε άλλα εργατικά κόμματα με τη βία ή με την «ουρανοκατέβατη» παρουσίαση του ως ο μοναδικός, δήθεν, εκπρόσωπος της εργατικής τάξης.
Απέναντι σε αυτές τις αντιδημοκρατικές και επικίνδυνες απόψεις του ΚΚΕ, που είναι πλήρως απωθητικές για την πλειοψηφία των εργαζόμενων και νέων –οι οποίοι προφανώς επιδιώκουν την αύξηση και όχι τον περιορισμό των δημοκρατικών δικαιωμάτων τους και δε νιώθουν κανέναν ενθουσιασμό στη σκέψη ότι η προοπτική της πάλης είναι ένα μονοκομματικό καθεστώς ολοκληρωτικού/σταλινικού τύπου–, είναι αναγκαίο να αποκαταστήσουμε τις αξίες και το «δημοκρατικό ιδανικό» (Λένιν) του Σοσιαλισμού, που τόσο πολύ έχει συκοφαντηθεί και στιγματισθεί από αστούς και σταλινικούς:
Α) Μέσα στους καθημερινούς αγώνες, σε σωματεία και συλλόγους, πρέπει να υπερασπίσουμε και να προωθούμε τη λειτουργία τους στη βάση των αρχών της Εργατικής Δημοκρατίας: της έκφρασης διαφορετικών απόψεων, του σεβασμού των αποφάσεων της πλειοψηφίας αλλά και των δικαιωμάτων των μειοψηφιών, αντί για την κατάπνιξή τους από κάθε μικρό και μεγάλο γραφειοκράτη ή «εκπρόσωπο» και αυτόκλητο «αρχηγό.
Β) Αυτό δεν είναι μόνο πιο δημοκρατικό, αλλά είναι και απαραίτητο για την οικοδόμηση μιας αγωνιστικής, ταξικής ενότητας: για να υπάρχει κοινή δράση, μια ενωτική πολιτική, ένα Ενιαίο Ταξικό Μέτωπο.
Γ) Ως το επόμενο μεγάλο βήμα ρήξης με το σημερινό καθεστώς και ανατροπής του καπιταλισμού, μια επαναστατική Κυβέρνηση των Εργαζομένων δεν μπορεί παρά να είναι μια πολυκομματική, πλουραλιστική κυβέρνηση – και όχι βέβαια μονοκομματική.
Δ) Σήμερα που το εργατικό κίνημα και η εναλλακτική του Σοσιαλισμού βρίσκονται σε σοβαρή κρίση (εξαιτίας και των τραυματικών εμπειριών της σοσιαλδημοκρατίας και του σταλινισμού), πρέπει να κάνουμε ξεκάθαρο ΓΙΑ ΠΟΙΟΝ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ ΠΑΛΕΥΟΥΜΕ (εδώ υπάρχει και μια μεγάλη αδυναμία, ασάφεια ή κενό για πάρα πολλές οργανώσεις της άκρας αριστεράς). Σε μια πραγματική, ανεπτυγμένη Σοσιαλιστική Δημοκρατία (βλ. αναλυτικά το προγραμματικό κείμενο Σοσιαλιστική Δημοκρατία και Δικτατορία του Προλεταριάτου, απόφαση της 4ης Διεθνούς, εκδ. Εργατική Πάλη), η εξουσία δεν ασκείται από ένα μόνο κόμμα, αλλά από ολόκληρη την εργατική τάξη μέσα από τις δημοκρατικές δομές της που συντονίζονται σε πανεθνική κλίμακα (εργατικά συμβούλια). Εκεί παίρνονται όλες οι σημαντικές αποφάσεις για τον σχεδιασμό της οικονομίας, την εξωτερική πολιτική κ.λπ. Κάθε εργατική οργάνωση έχει τη δυνατότητα να εκφράζει ελεύθερα τις απόψεις της, με την προϋπόθεση ότι σέβεται το σοβιετικό σύνταγμα (δηλ. δε σαμποτάρει την κοινωνική ιδιοκτησία και το σοσιαλιστικό καθεστώς, δεν επιδιώκει ένοπλα την παλινόρθωση του καπιταλισμού – κατηγορίες που κι αυτές πρέπει να αποδεικνύονται και να εξετάζονται από τη σοσιαλιστική δικαιοσύνη, όχι να «κατασκευάζονται» ανάλογα με τον πολιτικό αντίπαλο ή αντιπολιτευόμενο, που «πρέπει» να εξοντωθεί…). Οι εργαζόμενοι εκλέγουν τους αντιπροσώπους τους, οι οποίοι είναι ανακλητοί, εναλλάσσονται τακτικά, αμείβονται με τον μέσο μισθό ενός ειδικευμένου εργάτη, ώστε να αποφευχθεί η συγκέντρωση γραφειοκρατικών προνομίων. Σε μια τέτοια κοινωνία, η εργατική τάξη θα γνωρίσει πραγματικά δημοκρατικά δικαιώματα και ελευθερίες, πολύ πιο πλατιά από ό,τι ακόμα και στο πιο «δημοκρατικό» αστικό καθεστώς.
Ο αλαζονικός παραλογισμός του ΚΚΕ φαίνεται και μόνο αν θέσει κανείς ένα απλό ερώτημα. Δηλαδή, στην «εργατική εξουσία» που επικαλείται το ΚΚΕ, την επαύριο μιας νίκης (όχι ότι είναι ποτέ πιθανό να μάς οδηγήσει σε μια τέτοια νίκη με τη ρεφορμιστική και συντηρητική πολιτική του), η ηγεσία του θα καταργήσει και θα καταστείλει κάθε άλλη αριστερή οργάνωση ή κάθε σωματείο που δεν ελέγχει; Τις οργανώσεις της άκρας αριστεράς, που πολλές φορές κινητοποιούν πολύ περισσότερο κόσμο από ό,τι το ΚΚΕ; Φυσικά, τα στελέχη του ΚΚΕ δεν τολμάνε να ακουμπήσουν τέτοια θέματα, όταν προεκλογικά «ψαρεύουν» ψήφους…
Για να φτάσουμε σε μια νικηφόρα ανατροπή, είναι αναγκαίο σήμερα εργαζόμενοι και νέοι να γυρίσουν την πλάτη στις σταλινικές αντιλήψεις, που δεν έχουν τίποτα να προσφέρουν στο εργατικό κίνημα και είναι μια πραγματική «λέπρα». Πρέπει να παλέψουμε για την υπεράσπιση της Εργατικής Δημοκρατίας στο εσωτερικό του κινήματος και να προωθήσουμε τη δημοκρατική και ζωντανή λειτουργία των σωματείων και συλλόγων, κόντρα σε κάθε αντιδημοκρατική πρακτική και εκφυλιστικό φαινόμενο. Μια τέτοια πολιτική είναι η μόνη που μπορεί να εγγυηθεί την Ενότητα των Εργαζομένων, να συμβάλλει στην αναγέννηση του εργατικού κινήματος αλλά και να δώσει νέα πνοή στον Σοσιαλισμό, ως τη μόνη πραγματική λύση απέναντι στον πόλεμο, τη φτώχεια και εξαθλίωση, τον εκφασισμό, την περιβαλλοντική καταστροφή. Μόνο έτσι, μέσα από την πολιτική αντιπαράθεση και την ενεργοποίηση των εργαζομένων και των νέων, θα μπορέσουμε να χτίσουμε ένα δυναμικό εργατικό κίνημα που θα διεκδικεί, θα εκφράζει και θα κινητοποιεί μαζικά την εργατική τάξη. Μακριά από λογικές υποκατάστασης των εργαζομένων από κάποια «πεφωτισμένη» συνδικαλιστική και κομματική γραφειοκρατία (αστική και σταλινική), που δήθεν κατέχει το αλάθητο και αυτοαποκαλείται μοναδικός εκπρόσωπός τους._