ΝΑΤΟ: Σύνοδος κορυφής στην σκιά της ήττας στο Ιράν

e0748bcbf74c71fc0857313201295d5a_M

Αναδημοσίευση Εργατικής Πάλης Ιουλίου – Αυγούστου

Στον απόηχο της ήττας ΗΠΑ-Ισραήλ στο Ιράν, θα πραγματοποιηθεί η φετινή Σύνοδος Κορυφής του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα, στις 7-8 Ιούλη. Η προσωρινή συμφωνία στην οποία υποχρεώθηκαν οι ΗΠΑ με το Ιράν («Μνημόνιο Συναντίληψης», όπως ονομάστηκε) αποτελεί μια σημαντική, πρώτη νίκη για την ιρανική πλευρά και μια από τις πιο ξεκάθαρες ήττες του Αμερικανικού ιμπεριαλισμού. Αυτή η εξέλιξη αποτυπώνει το βάθεμα της κρίσης της αμερικανικής ηγεμονίας και καθιστά σαφές ότι η αδυναμία αποδοχής μιας τέτοιας ήττας, σε μια σύγκρουση τόσο κρίσιμη για τα συμφέροντά τους, σημαίνει πως ο κίνδυνος νέων επεμβάσεων και αναζωπύρωσης του πολέμου παραμένει ανοιχτός και διαρκής.

Ο Τραμπ, βρίσκεται αντιμέτωπος με σοβαρά ρήγματα και αμφισβητήσεις (για τη συμφωνία, για τις επιπτώσεις στην αμερικανική και παγκόσμια οικονομία, κ.λπ.), στο εσωτερικό του αμερικανικού κατεστημένου, των κρατικών μηχανισμών και των Ρεπουμπλικάνων – αλλά και από την αντίσταση των εργαζόμενων, των λαϊκών στρωμάτων και της νεολαίας. Ο κίνδυνος να χάσει στις ενδιάμεσες εκλογές είναι υπαρκτός. Το στραπάτσο στο Ιράν φαίνεται να τον αναγκάζει σε μια –μερική- αλλαγή τόνου απέναντι στους ευρωπαίους ιμπεριαλιστές. Από την μία, στη πρόσφατη σύνοδο των G7 έγινε για άλλη μια φορά ξεκάθαρη η περιφρόνηση του απέναντι στους παρηκμασμένους ευρωπαίους, οι οποίοι προφανώς συνεχίζουν να καλούνται να «πληρώσουν το μάρμαρο» των ηττών στα πολεμικά μέτωπα. Από την άλλη, φαίνεται αναγκασμένος να «χαμηλώσει τους τόνους» και να φανεί περισσότερο συνεργάσιμος –έστω και προσωρινά- σε μια προσπάθεια ανασύνταξης. Εξού και η αποφυγή προηγούμενων εμπρηστικών δηλώσεων περί «αποχώρησης από το ΝΑΤΟ». Από την μεριά τους, οι ευρωπαίοι δεν έχουν άλλη επιλογή από το να προσαρμοστούν στους όρους και τις απαιτήσεις των ΗΠΑ.

Όλα δείχνουν ότι η Σύνοδος της Άγκυρας έρχεται να προχωρήσει τις πολεμοκάπηλες αποφάσεις της περσινής Συνόδου της Χάγης, μετατρέποντάς τες σε ακόμη περισσότερους εξοπλισμούς και προετοιμασία για μακροχρόνιες πολεμικές συγκρούσεις. Στο επίκεντρο βρίσκεται η εφαρμογή της δέσμευσης για στρατιωτικές δαπάνες ύψους 5% του ΑΕΠ, η γιγάντωση της πολεμικής βιομηχανίας και η συνέχιση της οικονομικής και στρατιωτικής στήριξης του αντιδραστικού καθεστώτος του Κιέβου. Η ίδια η Σύνοδος συνοδεύεται από ειδικό φόρουμ του ΝΑΤΟ για την πολεμική βιομηχανία, ώστε οι δεσμεύσεις να γίνουν νέες παραγγελίες, κοινές προμήθειες και τεράστια κέρδη για τους πολεμικούς ομίλους. Αυτός ο ξέφρενος επανεξοπλισμός σημαίνει αναγκαστικά όξυνση του ταξικού πολέμου στο εσωτερικό κάθε χώρας. Το κόστος θα φορτωθεί και πάλι στους εργαζόμενους και στα φτωχά λαϊκά στρώματα, μέσα από την ακρίβεια, τη φοροληστεία και το πετσόκομμα των δαπανών για Υγεία, Παιδεία και Κοινωνική Ασφάλιση. Παράλληλα, η πολεμική προετοιμασία συνοδεύεται από την ενίσχυση του Κράτους Έκτακτης Ανάγκης: περισσότερη καταστολή, περιορισμό των δημοκρατικών και συνδικαλιστικών ελευθεριών και ποινικοποίηση της αλληλεγγύης στους λαούς που αντιστέκονται.

«Μυρίζει μπαρούτι» ο ελληνοτουρκικός ανταγωνισμός

 

Οι εξελίξεις προμηνύονται επώδυνες για την ελληνική αστική τάξη, της οποίας ο βασικός ανταγωνιστής βρίσκεται στο επίκεντρο της Συνόδου. Για πρώτη φορά από το 2004, η Τουρκία θα φιλοξενήσει τη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ, στην οποία ο τούρκικος καπιταλισμός μοιάζει κερδισμένος πριν καν ξεκινήσει. Χαρακτηριστικές είναι οι δηλώσεις της Κάγια Κάλας, από μεριάς της ΕΕ, ότι «η Τουρκία είναι ένας εταίρος στρατηγικής σημασίας», συμπληρώνοντας ότι «είναι ο δεύτερος μεγαλύτερος στρατός στη Συμμαχία και σίγουρα με μια πολύ ισχυρή αμυντική βιομηχανία».

Η τούρκικη αστική τάξη γνωρίζει πολύ καλά την ισχυροποίηση της θέσης της και την τεράστια σημασία της για τους Δυτικούς ιμπεριαλιστές, καθώς –πέραν των άλλων-  εφάπτεται γεωγραφικώς στις εμπόλεμες ζώνες της Ουκρανίας και της Μ. Ανατολής. Είναι σίγουρο ότι θα εκμεταλλευτεί τη Σύνοδο για να αποσπάσει σημαντικά ανταλλάγματα από ΗΠΑ και ΕΕ: αγορά F-35, F-16, διεκδικήσεις στην ευρύτερη περιοχή με την επαναφορά του δόγματος της «Γαλάζιας Πατρίδας», κ.ά. Παράλληλα,  πιστή στην αυτόνομη πολιτική της, προσπαθεί διαρκώς να προωθήσει και να παγιώσει τα συμφέροντα της στην Μ. Ανατολή με την δημιουργία μιας «σουνίτικης συμμαχίας» (μαζί με Αίγυπτο, Σ. Αραβία, Πακιστάν και Κατάρ), λειτουργώντας ανεξάρτητα από το ΝΑΤΟ.

Οι εξελίξεις εκθέτουν ανεπανόρθωτα και φέρνουν σε όλο και πιο δύσκολη θέση τις αστικές δυνάμεις και πρώτα την κυβέρνηση Μητσοτάκη.  Έχουν μετατρέψει τη χώρα σε ένα τεράστιο αμερικανονατοϊκό ορμητήριο, πρωτοστατούν στις στρατιωτικές δαπάνες, οι οποίες φτάνουν περίπου το 3,5% του ΑΕΠ, ενώ έχει δεσμευτεί χρηματοδότηση ύψους 28 δισ. ευρώ έως το 2030 στο πλαίσιο του επανεξοπλισμού της Ευρώπης.  Έχουν ταχθεί με τον πιο τυχοδιωκτικό τρόπο στην πλευρά των χειρότερων σχεδίων των ΗΠΑ-Ισραήλ: ταύτιση με το Ισραήλ και συμμετοχή-στήριξη στη γενοκτονία των Παλαιστινίων, «άξονες» με αντιδραστικά και αιματοβαμμένα καθεστώτα με όνειρα «περικύκλωσης» του τουρκικού καπιταλισμού κ.α. Ο κίνδυνος ενός «θερμού επεισοδίου» ή ακόμα χειρότερα, μια ελληνοτουρκικής πολεμικής σύγκρουσης είναι πιο κοντά από ποτέ.

Απέναντι στους πολεμικούς σχεδιασμούς η στάση μας πρέπει να είναι ξεκάθαρη: καμιά εμπιστοσύνη στις κυβερνήσεις και στους ιμπεριαλιστικούς «προστάτες» — μόνο ο κοινός διεθνιστικός αγώνας των εργαζομένων μπορεί να αποτελέσει πραγματική απάντηση απέναντι στον πόλεμο. Μόνο έτσι μπορούμε να σταματήσουμε τα πολεμικά μέτωπα σε όλον τον πλανήτη και να αποτρέψουμε το «άνοιγμα» καινούργιων. Χρειαζόμαστε ένα μαζικό, ενωτικό και μαχητικό αντιπολεμικό–αντιιμπεριαλιστικό κίνημα: στα συνδικάτα, στους χώρους δουλειάς, στις σχολές, στις γειτονιές. Με διαδηλώσεις, απεργίες, μπλοκάρισμα των πολεμικών μεταφορών και άρνηση κάθε συνεργασίας με τους μηχανισμούς του πολέμου. Ένα κίνημα που θα παλεύει για την ήττα της κυβέρνησης και των συμμάχων της.