Σύλλογος Eκπ/κών Π.Ε. “ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ”: Να αποσυρθεί τώρα η μήνυση ενάντια στην πρόεδρο του Συλλόγου Εκπαιδευτικών «ο Αριστοτέλης», Ντίνα Ρέππα!
Να αποσυρθεί τώρα η μήνυση κατά της Ντίνας Ρέππα
Κάτω τα χέρια από τα σωματεία – Να σταματήσουν οι διώξεις και τα πειθαρχικά ενάντια στους/στις εκπαιδευτικούς
Ως Αντεπίθεση των Εκπαιδευτικών καταγγέλλουμε τη μήνυση που κατατέθηκε σε βάρος της προέδρου του ΣΕΠΕ «Αριστοτέλης», Ντίνας Ρέππα, από την πρώην αναπληρώτρια διευθύντρια του 144ου ΔΣ Αθήνας, Νίκη Κεφαληνού, με την κατηγορία της συκοφαντικής δυσφήμισης, επειδή το ΔΣ του Συλλόγου εξέδωσε ομόφωνη καταγγελία ύστερα από καταγγελία των εκπαιδευτικών του σχολείου. Η καταγγελία αφορούσε την παραβίαση απόφασης του συλλόγου διδασκόντων με παράτυπες επισημάνσεις στο πρακτικό.
Η μήνυση αυτή δεν στρέφεται απλώς ενάντια σε μία αγωνίστρια συνδικαλίστρια. Στρέφεται ενάντια στο ίδιο το σωματείο, στις συλλογικές του αποφάσεις, στο δικαίωμα των εκπαιδευτικών να καταγγέλλουν αυθαιρεσίες, να υπερασπίζονται τα εργασιακά και συνδικαλιστικά τους δικαιώματα, να οργανώνουν συλλογικά την αντίσταση απέναντι στην αντιεκπαιδευτική πολιτική της κυβέρνησης. Πρόκειται για μια ακόμη απόπειρα ποινικοποίησης της συνδικαλιστικής δράσης, για μια ακόμα προσπάθεια εκφοβισμού και φίμωσης των σωματείων, για μια ακόμα επίθεση στις δημοκρατικές μας ελευθερίες.
Δεν έχουμε να κάνουμε με ένα «μεμονωμένο περιστατικό». Η δίωξη της Ντίνας Ρέππα έρχεται να προστεθεί στις πάνω από 2.500 πειθαρχικές παραπομπές νεοδιόριστων εκπαιδευτικών για τη συμμετοχή τους στην απεργία – αποχή από την αξιολόγηση, στις δεκάδες διώξεις αγωνιστών και συνδικαλιστών, στις αγωγές, τις μηνύσεις, τις απειλές δυνητικής αργίας και τις πειθαρχικές διαδικασίες που εξαπλώνονται σε όλη τη χώρα. Πρόκειται για ένα οργανωμένο πογκρόμ με στόχο να σπάσει η αντίσταση των εκπαιδευτικών και να χτυπηθεί κάθε συλλογική φωνή αμφισβήτησης και αγώνα.
Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η εκδίκαση, στις 24 Ιουνίου, της υπόθεσης των συναδέλφων Παναγιώτη Χουντή και Ζήση Γκέρτσου, που παραπέμπονται στο Πρωτοβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο Αττικής για τη συμμετοχή τους σε κινητοποίηση του 2020, περίοδο που ίσχυαν οι χουντικές απαγορεύσεις συγκεντρώσεων λόγω πανδημίας. Παρά το γεγονός ότι το ποινικό δικαστήριο αθώωσε πανηγυρικά όλους τους συλληφθέντες, η πειθαρχική δίωξη παραμένει ενεργή.
Την ίδια στιγμή εκκρεμούν και άλλες σοβαρές υποθέσεις: η παράταση ή μη της δυνητικής αργίας της Χρύσας Χοτζόγλου, το ερώτημα της αργίας για τον Δημήτρη Χαρτζουλάκη, αλλά και οι δεκάδες πειθαρχικές παραπομπές νεοδιόριστων σε όλη τη χώρα επειδή συμμετέχουν στην απεργία – αποχή που έχουν προκηρύξει οι ομοσπονδίες. Αντίστοιχα, ο πρόεδρος του Συλλόγου Εκπαιδευτικών ΠΕ Αμαρουσίου Δημήτρης Πολυχρονιάδης βρίσκεται αντιμέτωπος με αγωγή για συκοφαντική δυσφήμιση από διευθυντή σχολείου, επειδή το ΔΣ του Συλλόγου του εξέδωσε ομόφωνη ανακοίνωση που κατήγγειλε τις πρακτικές του. Στην ίδια πρακτική εντάσσονται οι επιθέσεις απέναντι στον ΣΕΠΕ Νέας Σμύρνης, στον ΣΕΠΕ Ζακύνθου και την πρόεδρό του Έφη Λάζου, στην ΕΛΜΕ Πειραιά, στην ΕΛΜΕ Φθιώτιδας, στη Β΄ ΕΛΜΕ Έβρου, ενώ η ΕΛΜΕ Κέρκυρας χρειάστηκε να δώσει πολύμηνη δικαστική μάχη μέχρι να δικαιωθεί στο Εφετείο απέναντι σε μήνυση για συκοφαντική δυσφήμιση από στέλεχος της εκπαίδευσης. Όπως και στην περίπτωση της Ντίνας Ρέππα, αυτό που επιχειρείται είναι να χτυπηθεί η ίδια η συνδικαλιστική λειτουργία των σωματείων, να αμφισβητηθεί το δικαίωμά τους να ελέγχουν, να καταγγέλλουν, να υπερασπίζονται τους εργαζόμενους.
Κοινός παρονομαστής των περισσότερων διώξεων είναι η σύγκρουση γύρω από την αξιολόγηση, μηχανισμό πειθάρχησης, ελέγχου και υποταγής των εκπαιδευτικών και όχημα για την ένταση των ταξικών φραγμών, για τη διάλυση των εργασιακών δικαιωμάτων και την πλήρη ιδιωτικοποίηση των σχολείων. Ακριβώς επειδή το εκπαιδευτικό κίνημα αντιστέκεται σε αυτή την πολιτική, με έναν μακροχρόνιο αγώνα, βρίσκεται σήμερα στο στόχαστρο. Η κυβέρνηση, το ΥΠΑΙΘΑ και τα διοικητικά στελέχη τους, αδυνατώντας να επιβάλουν την αντιεκπαιδευτική τους πολιτική, καταφεύγουν όλο και πιο ανοιχτά στην καταστολή. Θέλουν να διαλύσουν κάθε εστία αντίστασης, να χτυπήσουν τα μαχόμενα σωματεία και να τρομοκρατήσουν τους εκπαιδευτικούς.
Η επίθεση αυτή δεν αφορά μόνο την εκπαίδευση. Εντάσσεται στη συνολικότερη ένταση της καταστολής απέναντι στο εργατικό και νεολαιίστικο κίνημα, στο τσάκισμα των δημοκρατικών και συνδικαλιστικών δικαιωμάτων, στην προσπάθεια να καμφθεί κάθε μορφής αντίσταση. Σε μια περίοδο που η κυβέρνηση κλιμακώνει την επίθεση της, εμπλέκει τη χώρα όλο και πιο βαθιά στους πολεμικούς σχεδιασμούς του ΝΑΤΟ και της ΕΕ, και καταπατά τα δικαιώματα μας, η καταστολή απέναντι στους εργαζόμενους και στη νεολαία γίνεται το βασικό της εργαλείο.
Γι’ αυτό και η υπεράσπιση όλων των διωκόμενων συναδελφισσών και συναδέλφων αφορά ολόκληρο το εκπαιδευτικό και εργατικό κίνημα. Αφορά το δικαίωμα των εργαζομένων να συνδικαλίζονται, να οργανώνονται, να απεργούν, να αντιστέκονται, να υπερασπίζονται τις συλλογικές τους αποφάσεις, χωρίς να σύρονται στα πειθαρχικά και στα δικαστήρια.
Δεν θα αφήσουμε να περάσει η ποινικοποίηση της συνδικαλιστικής δράσης. Οι διώξεις, οι μηνύσεις, οι αγωγές, οι απειλές και οι εκβιασμοί δεν μας τρομοκρατούν. Θα μας βρίσκουν απέναντι τους ακόμα πιο αποφασισμένους να υπερασπιστούμε το δημόσιο σχολείο, τα σωματεία μας, τα δικαιώματά μας και την αξιοπρέπεια μας.
Απαιτούμε:
- Να αποσυρθεί εδώ και τώρα η μήνυση κατά της Ντίνας Ρέππα.
- Να παύσουν οι διώξεις των Π. Χουντή, Ζ. Γκέρτσου, Δ. Πολυχρονιάδη, Χρ. Χοτζόγλου, Δ. Χαρτζουλάκη και όλων των διωκόμενων συναδέλφων/ισσών.
- Να μπει τέλος στην κρατική τρομοκρατία, στις απειλές, στους εκβιασμούς και στην ποινικοποίηση της συνδικαλιστικής δράσης.
