Η μαύρη επέτειος της Δικτατορίας της 4ης Αυγούστου

images (2)

Αναδημοσίευση από παλιότερο άρθρο της Εργατικής Πάλης

«Καθεστώς της 4ης Αυγούστου» ονομάστηκε η δικτατορία που επιβλήθηκε από τον Μεταξά στις 4 Αυγούστου 1936 μέχρι και την κατάληψη της χώρας από τους Γερμανούς, τον Απρίλιο του 1941, τρεις μήνες μετά τον θάνατο του δικτάτορα.

Η περίοδος 1922-1936 στην Ελλάδα χαρακτηρίζεται από μια παρατεταμένη και διαρκώς διογκούμενη οικονομική κρίση (χρεοκοπία 1932) και βαθιά κρίση των πολιτικών κομμάτων και συνολικά του κοινοβουλευτικού αντιπροσωπευτικού συστήματος. Η κρίση των κομμάτων διαπερνούσε το σύνολο των αστικών κομματικών σχηματισμών, τόσο της μοναρχικής όσο και της λεγόμενης «δημοκρατικής» παράταξης. Και οι δυο σχηματισμοί δεν μπορούσαν να δώσουν λύση στην τεραστίων διαστάσεων οικονομική κρίση και στα ζωτικά προβλήματα των φτωχότερων στρωμάτων.

Η πολιτική κρίση έμοιαζε αρχικά να αποτελεί μια απλή συνέχεια του «εθνικού διχασμού» του 1916, αλλά οι πολιτικές εξελίξεις που ακολούθησαν έκαναν αντιληπτό ότι είχε πολύ βαθύτερες ρίζες. Για τη στοιχειώδη διατήρηση του ελληνικού καπιταλισμού μέσα στη δίνη της σφοδρής παγκόσμιας οικονομικής κρίσης του Μεσοπολέμου, ήταν απαραίτητο να καταβαραθρωθούν τα ήδη χαμηλά μεροκάματα της εργατικής τάξης. Επιπλέον, μπροστά στον διαφαινόμενο πόλεμο και τη συμμετοχή της ελληνικής αστικής τάξης στο πλευρό των άγγλων ιμπεριαλιστών έπρεπε να εξαφανιστούν τα πολιτικά, δημοκρατικά δικαιώματα και ελευθερίες της εργατικής τάξης, ώστε η τελευταία να καταστεί ανίσχυρη να αντιδράσει και να συρθεί στο σφαγείο του πολέμου.

Ωστόσο, οι εσώτερες ανάγκες του χρεοκοπημένου ελληνικού καπιταλισμού και της κρίσης του παγκόσμιου καπιταλισμού καθώς και τα αντίστοιχα σχέδια της ελληνικής αστικής τάξης δε θα μπορούσαν να πραγματοποιηθούν, αν η εργατική τάξη κατόρθωνε να επιβάλλει τη δικιά της λύση. Αλλά δεν μπόρεσε κι αυτό οφείλεται αποκλειστικά στην προδοτική ηγεσία του ΚΚΕ. Στις 19 Φεβρουαρίου του 1936, ο Σοφούλης του Φιλελεύθερου Κόμματος και ο Σκλάβαινας του ΚΚΕ συνάπτουν μια προδοτική για την εργατική τάξη συμμαχία, την ελληνική εκδοχή του Λαϊκού Μετώπου. Με αυτήν τη συμφωνία, το ΚΚΕ υπέτασσε ουσιαστικά την εργατική τάξη στην ηγεσία και στα συμφέροντα του Φιλελεύθερου Κόμματος, δηλαδή στα συμφέροντα της αστικής τάξης, με την προσμονή αυτή η τελευταία να μην πέσει στην αγκαλιά του φασίστα Μεταξά. Με άλλα λόγια, «δεν κάνουμε επανάσταση, δεν κάνετε φασισμό». Το αποτέλεσμα ήταν η προδοσία της Εξέγερσης του Μάη του 1936 στη Θεσσαλονίκη – που θα μπορούσε με την πολιτική που πρότειναν οι τροτσκιστές τότε (που ήταν υπαρκτή δύναμη μέσα στο κίνημα και στις επιτροπές του, αλλά μειοψηφία) να μετατραπεί σε πανεθνική προεπαναστατική κατάσταση, ανοίγοντας το δρόμο προς την επανάσταση της ελληνικής εργατικής τάξης. Με την αποτυχία της εξέγερσης και την απογοήτευση της εργατικής τάξης, εκπληρώθηκε και η δεύτερη αιτία για τη δικτατορία (πέρα από την κρίση του συστήματος και την ανικανότητα της αστικής τάξης και των κομμάτων της), δηλαδή η ήττα της εργατικής τάξης, και συνεπώς άνοιξε ο δρόμος για τον Μεταξά.

Κύριο γνώρισμα της Δικτατορίας της 4ης Αυγούστου ήταν ο σφοδρός αντικομμουνισμός – εξάλλου η επιβολή της στηρίχθηκε στην υποτιθέμενη «κομμουνιστική απειλή». Η δίωξη του κομμουνισμού υπήρξε συστηματική και απέβλεπε στην εξαφάνισή του. Η δικτατορία είχε στείλει ορισμένα κορυφαία στελέχη της Ασφάλειας στη Γκεστάπο για εκπαίδευση στη δίωξη και αντιμετώπιση του κομμουνισμού. Το καθεστώς ενίσχυσε το νομικό του οπλοστάσιο με νέους νόμους, όπως τον νόμο 117/1936 «περί μέτρων προς καταπολέμησιν του κομμουνισμού». Σύμφωνα με τα στοιχεία του υφυπουργείου Ασφαλείας, οι συλληφθέντες ανήλθαν σε 50.000 περίπου. Οι διώξεις πήραν τεράστιες διαστάσεις: Παλιοί συνδικαλιστές, εκπαιδευτικοί και δημόσιοι υπάλληλοι απολύθηκαν και διώχθηκαν. Καλλιεργήθηκε το πνεύμα της καταδόσεως υπόπτων και καθιερώθηκε τότε για πρόσληψη σε δημόσιες υπηρεσίες και για είσοδο σε στρατιωτικές σχολές το «πιστοποιητικό κοινωνικών φρονημάτων». Τα πολιτικά κόμματα απαγορεύτηκαν, οι πολιτικοί εξορίστηκαν ή τέθηκαν σε κατ’ οίκον περιορισμό. Μια από τις πρώτες πράξεις της δικτατορίας ήταν το κάψιμο των προοδευτικών βιβλίων που κατασχέθηκαν από βιβλιοπωλεία, πρακτορεία και σπίτια συλληφθέντων. Τα βιβλία που κάηκαν σε δημόσιους χώρους από μέλη φασιστικών οργανώσεων, στελέχη του καθεστώτος και πληρωμένους μπράβους, ήταν ελλήνων και ξένων συγγραφέων. Εκτός από τα έργα των Μαρξ, Ένγκελς, Λένιν, Πλεχάνοφ και άλλων κλασικών του μαρξισμού, κάηκαν και έργα των Γκόρκι, Ντοστογιέφσκι, Τολστόι, Γκαίτε, Δαρβίνου, Φρόιντ, Ανατόλ Φρανς, Μπέρναρ Σω, Παπαδιαμάντη, Καζαντζάκη, Καρκαβίτσα, Κορδάτου και άλλων.

Οι προσπάθειες του Μεταξά να προσδώσει στο καθεστώς έναν μαζικό χαρακτήρα ανάλογο του ιταλικού φασισμού και του γερμανικού ναζισμού, έμειναν χωρίς αποτέλεσμα, καθώς το μεταξικό καθεστώς σε όλη τη διάρκεια της ύπαρξής του δεν είχε ευρύτατη λαϊκή υποστήριξη από τα μικροαστικά στρώματα, και συνεπώς δεν μπόρεσε να μετατραπεί σε ένα καθαρόαιμο φασιστικό καθεστώς. Η επιβολή πάντως της δικτατορίας καταδεικνύει τα ολέθρια αποτελέσματα που μπορούν να έχουν για την εργατική τάξη και τις ευρύτερες λαϊκές μάζες οι λανθασμένες σταλινικές πολιτικές περί Λαϊκών Μετώπων, «δημοκρατικών σταδίων» και συμμαχίας με το υποτίθεται προοδευτικό κομμάτι της ελληνικής αστικής τάξης.

23ο Αντικαπιταλιστικό Camping ΟΚΔΕ: 25/7 – 2/8 2026