Απάντηση στο Αφιέρωμα του Πριν για τον Μάη του ’36
ΟΚΔΕ 25/5/2026
Η εφημερίδα «Πριν» στα πλαίσια της επετείου των 90 χρόνων από τον Μάη του 1936 δημοσίευσε ένα αφιέρωμα 3 άρθρων με σκοπό, όπως αναφέρουν οι συγγραφείς, να «φωτίσει πλευρές των γεγονότων και όσων οδήγησαν στις μέρες του ΄36 …».
Παρά το γεγονός ότι τέτοια αφιερώματα, με αναφορές στο εργατικό κίνημα, την ιστορία και τις παραδόσεις του είναι απαραίτητα για την εξαγωγή χρήσιμων συμπερασμάτων, την αντιμετώπιση της νεοφιλελεύθερης προπαγάνδας, την απόκτηση ταξικής συνείδησης και ιδιαίτερα για την συγκρότηση μιας νέας πρωτοπορίας, δεν μπορούμε να αγνοήσουμε τις παραλήψεις και εν μέρει διαστρεβλώσεις που πραγματοποιούν οι σ. της Κομμουνιστικής Απελευθέρωσης. Μάλιστα αυτό το δημοσίευμα δημιουργεί ακόμα μεγαλύτερα ερωτηματικά σήμερα, αν αναλογιστούμε ότι η Ιστορία έχει αποκατασταθεί ως ένα βαθμό, τόσο με τις αναθεωρήσεις μιας σειράς πολιτικών από το ΚΚΕ μετά το 19ο συνέδριο και την έκδοση των Δοκιμίων Ιστορίας και κυρίως με την έκδοση δεκάδων ιστορικών ερευνών και βιβλίων για το εργατικό κίνημα του μεσοπολέμου. Θα θέλαμε να επισημάνουμε προκαταβολικά, ότι η παραχάραξη της ιστορίας και η απόκρυψη των γεγονότων είναι κάτι το ποιοτικά διαφορετικό από μία διαφορετική πολιτική ανάλυση της πολιτικής κατάστασης ή γενικά των πολιτικών συνθηκών μιας περιόδου.
Γιατί ο Μάης του ’36 έμεινε στην Μέση; Γιατί δεν οδήγησε σε μία νίκη την εργατική τάξη;
Όπως σωστά καταγράφεται ο Μάης του ’36 ήταν μία προεπαναστατική κατάσταση[1]. Το βιοτικό επίπεδο των εργαζομένων είχε κατακρημνιστεί, οι συνθήκες ζωής ήταν αφόρητες, ενώ ταυτόχρονα η αστική τάξη συνέχιζε να καταγράφει σημαντική αύξηση των κερδών. Οι εργάτες στην Θεσσαλονίκη είχαν καταλάβει τους δρόμους, οι απεργίες ήταν σχεδόν καθολικές και αφορούσαν όλους του κλάδους… η βιομηχανία είχε παραλύσει. Ο αγώνας είχε προσλάβει παλλαϊκά χαρακτηριστικά. Ο κρατικός μηχανισμός και οι κατασταλτικές δυνάμεις ήταν ανήμπορες να ελέγξουν ή να καταστείλουν την εξέγερση, φαντάροι περνούσαν με το μέρος των απεργών. Οι απεργιακές κινητοποιήσεις σχετικά γρήγορα ξεκίνησαν να μεταφέρονται και σε άλλα μεγάλα αστικά κέντρα. Η ΚΑΕ (Κεντρική Απεργιακή Επιτροπή) λειτουργούσε ως ένα όργανο συντονισμού και οργάνωσης της εξέγερσης. Υπήρχαν, δηλαδή, οι αντικειμενικές αλλά και αρκετές υποκειμενικές προϋποθέσεις για να γενικευτεί η εξέγερση του ’36 σε όλη την υπόλοιπη Ελλάδα και να οδηγήσει το εργατικό κίνημα σε μία σημαντική νίκη απέναντι στις αστικές δυνάμεις.
Αποτελεί λοιπόν ένα σημαντικό ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί από το εργατικό κίνημα και τις πολιτικές δυνάμεις του: Τι ήταν αυτό που αποτέλεσε εμπόδιο για μία τέτοια εξέλιξη; Τι ήταν αυτό που έλειπε; Γιατί ο Μάης του ’36, παρά τον ηρωισμό και την αυτοθυσία των εργαζομένων δεν κατάφερε να κερδίσει; Γιατί σταμάτησε στα «μέσα του δρόμου» και δεν έγινε η Γενική Πολιτική Απεργία διαρκείας εφόσον οι συνθήκες ήταν ευνοϊκές;
Η απάντηση που προσπαθούν να δώσουν οι συγγραφείς των άρθρων είναι τουλάχιστον ανεπαρκής, εάν όχι κάτι άλλο χειρότερο. Συγκεκριμένα αναφέρεται: «Η ηγεσία του ΚΚΕ βρέθηκε πίσω από τα γεγονότα και την πρωτοπόρα δράση των καπνεργατών. Η στάση αυτή, που επηρέασε και τις αποφάσεις των σωματείων, ήταν αποτέλεσμα της στρατηγικής που είχε θέσει το ΚΚΕ στο 6ο Συνέδριο για σύμπραξη των αντιφασιστικών – δημοκρατικών δυνάμεων και τον σχηματισμό «λαϊκής δημοκρατικής κυβέρνησης». Η στρατηγική του ΚΚΕ ακολουθούσε το υπόδειγμα της συγκρότησης του Λαϊκού Μετώπου στη Γαλλία και την Ισπανία και αυτός ο στόχος οδήγησε στη σύναψη του «Συμφώνου Σοφούλη – Σκλάβαινα», θεωρώντας ότι με αυτήν την πρωτοβουλία αποτρεπόταν ο κίνδυνος να εγκαθιδρυθεί φασιστική δικτατορία. Η προσπάθεια του ΚΚΕ για σύμπραξη με αστικές δυνάμεις, όχι μόνο δεν είχε τα επιδιωκόμενα αποτελέσματα, αλλά αντίθετα καλλιέργησε αυταπάτες για την ίδια την αστική δημοκρατία και για τον ρόλο του κόμματος των Φιλελευθέρων. Αυτή η στρατηγική παρέδωσε την πρωτοβουλία των κινήσεων στα αστικά κόμματα και ιδιαίτερα στους Φιλελεύθερους, οι οποίοι ανοιχτά στήριζαν τη κυβέρνηση του Μεταξά και τις μεθόδους της για την συντριβή του εργατικού και επαναστατικού κινήματος.»[2]
Η κριτική στην πολιτική των Λαϊκών Μετώπων, στη συνεργασία του ΚΚΕ με τα αστικά κόμματα και τις συνακόλουθες συμφωνίες και αποφάσεις, αποτελεί ένα προχώρημα σε σχέση με το αφιέρωμα του ΝΑΡ[3] για τα 80 χρόνια από την εξέγερση του Μάη του ’36[4]. Ωστόσο παραμένει επιφανειακή, μονόπλευρη και εν τέλει δεν καταφέρνει να εξηγήσει την ρεφορμιστική/σοσιαλδημοκρατική πολιτική του ΚΚΕ. Δεν υπάρχει η παραμικρή αναφορά στην 6η ολομέλεια του ΚΚΕ το 1934 που θεμελίωσε την ρεφορμιστική στροφή του ή στις αιτίες που οδήγησαν την ηγεσία του ΚΚΕ σε αυτές τις αποφάσεις και στη συνεργασία με την αστική τάξη. Ακόμα χειρότερα υπονοείται ότι ευθύνονται οι διεθνείς συνθήκες ή οι χειρισμοί της ηγεσίας και των συνδικαλιστών.[5] Ο πυρήνας του προβλήματος, ο σταλινικός εκφυλισμός της ΕΣΣΔ και η σταλινική μετάλλαξη των ΚΚ παγκοσμίως, παραμένει για μία ακόμα φορά στο απυρόβλητο.
Η επικράτηση του σταλινισμού στην ΕΣΣΔ, μετά το 1927, σηματοδοτεί μία οπισθοδρόμηση των επαναστατικών κατακτήσεων – αντεπανάσταση την περιέγραφε ο Τρότσκι: α) Ξεκίνησε ένα άγριο κυνηγητό, φίμωση και εξόντωση του Ρώσικου Τμήματος της Αριστερής Αντιπολίτευσης αλλά και οποιουδήποτε ασκούσε κριτική στην σταλινική Γραφειοκρατία. β) Μία σειρά από πολιτικές, θεμέλιοι λίθοι του Μαρξισμού, εγκαταλείφθηκαν (Π.χ. Ταξική ανεξαρτησία του εργατικού κινήματος) γ) Οι κατακτήσεις που εδραίωσε η Οκτωβριανή επανάσταση σταδιακά ξεριζώθηκαν. δ) Τη θέση της δημοκρατικά σχεδιασμένης οικονομίας παίρνει μία ανορθολογική λειτουργία της οικονομίας με γνώμονα τις πολιτικές εξυπηρέτησης των συμφερόντων των ανώτερων στρωμάτων του κρατικού μηχανισμού. Μέσω της Διεθνούς, αυτές οι αλλαγές θα εξαπλωθούν σε όλα τα ΚΚ παγκοσμίως. Από κόμματα που παλεύουν για την εξάπλωση της επανάστασης θα μετατραπούν σε όργανα εξωτερικής πολιτικής του Κρεμλίνου για να πιέζουν την μία ή την άλλη αστική κυβέρνηση.
Οι αποφάσεις της 6ης Ολομέλειας του 1934, αποτέλεσμα της ολοκληρωτικής επικράτησης του σταλινισμού στην Ελλάδα, αποτελούν μία τομή στον εγχώριο ρεβιζιονισμό του ΚΚΕ και σφραγίζουν την εγκατάλειψη του επαναστατικού προγράμματος και του επαναστατικού μαρξισμού. Οι αναλύσεις και οι προειδοποιήσεις των τροτσκιστών, για την εκφυλιστική πορεία του κόμματος επιβεβαιώθηκαν μέχρι κεραίας. Οι προδοτικές-μενσεβίκικες πολιτικές και οι τακτικές που ακολούθησε η γραφειοκρατική ηγεσία όλο το προηγούμενο διάστημα (Π.χ. Αριστερή Δημοκρατία[6]) πλέον θεμελιώνονται ως πρόγραμμα του ΚΚΕ. Η θεωρητική βάση της 6ης ολομέλειας θα πρέπει να αναζητηθεί στο 7ο συνέδριο της σταλινοποιημένης πλέον Κ.Δ. Η συγκεκριμένη ολομέλεια αποτελεί τομή για το ελληνικό εργατικό κίνημα και συγκεκριμένα για την επαναστατική πρωτοπορία: α) Τελειώνει κάθε αυταπάτη για τις σχέσεις του ΚΚΕ με τις αρχές του επαναστατικού μαρξισμού. β) Οι πολιτικές που θεσπίζει θα αποτελέσουν από τότε μέχρι και σήμερα θέσφατο για τους απολογητές του σταλινισμού. γ) Θα αποτελέσουν πηγή σημαντικών προδοσιών για την υπόθεση της εργατικής τάξης και το κομμουνιστικό κίνημα στη χώρα μας.
Το πρόβλημα δεν ήταν λοιπόν μόνο τα «Λαϊκά Μέτωπα» ή τα λάθη στην τακτική του Κόμματος, κάποια πρόσωπα και οι επιλογές τους, αλλά η ίδια η στρατηγική του. Η σοσιαλιστική επανάσταση εγκαταλείπεται ή μετατίθεται στο απροσδιόριστο μέλλον και την θέση της παίρνει η «αστικοδημοκρατική επανάσταση». Σύμφωνα με την οικονομική ανάλυση της 6ης Ολομέλειας του ΚΚΕ δεν υπήρχαν στον ελληνικό κοινωνικό-οικονομικό σχηματισμό οι απαραίτητες προϋποθέσεις για την μετάβαση στον Σοσιαλισμό. Συνυπήρχαν μαζί με τις καπιταλιστικές σχέσεις, «μισοφεουδαρχικά κατάλοιπα» που εμπόδιζαν την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων και κατ’ επέκταση τις υλικές προϋποθέσεις για την σοσιαλιστική επανάσταση. Ως αποτέλεσμα αυτής της αλλαγής το προλεταριάτο με την καθοδήγηση του ΚΚΕ, σε συμμαχία με την αστική τάξη της χώρας θα έπρεπε να παλέψει για την εκπλήρωση των αστικοδημοκρατικών καθηκόντων. Η επανάσταση που θα ανατρέψει την εξουσία των καπιταλιστών στην Ελλάδα δεν θα ήταν πια προλεταριακή, αλλά «αστικοδημοκρατική», και η νέα εξουσία που θα δημιουργήσει η επανάσταση δεν θα είναι δικτατορία της εργατικής τάξης, αλλά «δημοκρατική δικτατορία», που δεν θα ασκήσει η εργατική τάξη με τα σύμμαχα στρώματα, αλλά μαζί με την αστική τάξη.
Η 6η ολομέλεια θα αποτελέσει την βάση για την εφαρμογή και υιοθέτηση πολιτικών και τακτικών που θα στοιχίσουν ποτάμια αίματος στο εργατικό κίνημα και θα οδηγήσουν σε μία σειρά ηττών που θα σφραγίσουν δυσμενείς ταξικούς συσχετισμούς για πολλά χρόνια. Όπως σημείωνε ο Π. Πουλιόπουλος: «ο μικροαστικός-ρεφορμιστικός στρατηγικός προσανατολισμός της 6ης ολομέλειας του ΚΚΕ στα 1934, βάθυνε και ολοκληρώθηκε: με το πολιτικό σύνθημα του «Δημοκρατικού Συνασπισμού» (Ιούλης 1935), την ανυπαρξία εθνικού μακεδονικού ζητήματος και την «υπεράσπιση της εθνικής ακεραιότητας της χώρας», με το πολιτικό σύνθημα του «Παλλαϊκού Μετώπου» και την πραχτική της ταξικής συνεργασίας στην βουλή στις αρχές του 1936 (Σύμφωνο Σκλάβαινα-Σοφούλη)…»[7].
Η πρώτη σαφής ένδειξη των εγκληματικών συνεπειών της ήταν ο Μάης του ’36: Το ΚΚΕ έκανε ότι περνούσε από το χέρι του για να μην κλιμακωθεί ο αγώνας και να μην μετατραπεί σε μία γενικευμένη πανελλαδική εξέγερση, με στόχο να μην θιχτεί η συμμαχία με την δημοκρατική αστική τάξη. Αφού το ΚΚΕ, παρέδωσε τους εξεγερμένους εργάτες της Θεσσαλονίκης στους Φιλελεύθερους, στηρίζοντας στη Βουλή το Σοφούλη – που έδωσε την εξουσία στο στρατηγό Μεταξά για να επιβληθεί η Δικτατορία της 4ης Αυγούστου – στην συνέχεια επιζητούσε τη συμμαχία με τα αστικά κόμματα κατά της Δικτατορίας.
Στο δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο θα υιοθετήσουν την τακτική των «Λαϊκών Μετώπων» (έναντι του ενιαίου εργατικού μετώπου που ψηφίζεται στο 3ο και 4ο συνέδριο της Κ.Δ.) και ο χαρακτήρας του πολέμου θα αναγορευτεί σε αντιφασιστικός αποκρύπτοντας από την εργατική τάξη της χώρας μας τον ληστρικό και φιλοπόλεμο πρόσωπο της ελληνικής μπουρζουαζίας αλλά και των Άγγλων, Γάλλων και Αμερικάνων ιμπεριαλιστών. Η εφαρμογή των «Λαϊκών Μετώπων» στην Ελλάδα και της πολιτικής της 6ης Ολομέλειας κόστισε (όπως είπαμε και παραπάνω) ποτάμια αίματος για την εργατική τάξη και οδήγησε στην προδοσία της Ελληνικής Επανάστασης του 1943-49. Την ίδια τακτική θα ακολουθήσουν και σε άλλες μικρές ή μεγάλες καμπές του εργατικού κινήματος, λειτουργώντας κάθε φορά ως στυλοβάτης της αστικής εξουσίας (Ιουλιανά, Πολυτεχνείο, Δεκέμβρης 2008, αγανακτισμένοι κ.α.).
Ο Επαναστατικός μαρξισμός/Τροτσκισμός αποτελεί το μόνο ρεύμα παγκοσμίως που έχει δώσει μία ολοκληρωμένη απάντηση για τα εγκλήματα και τις προδοσίες του Σταλινισμού. Δεν θεωρούσε τον Σταλινισμό σαν μία απλή παρέκκλιση από τα επαναστατικά καθήκοντα ή από τις αρχές του Κομμουνισμού αλλά ένα κοινωνικό φαινόμενο και όχι σαν ένα ζήτημα προσώπων της ηγεσίας. Όποιος δεν ακολουθεί μία τέτοια ιστορική – υλιστική, δηλαδή μαρξιστική, ανάλυση είναι καταδικασμένος να καταλήγει σε επιφανειακές και εν τέλει μερικές ερμηνείες που δεν οδηγούν σε συμπεράσματα και δεν εξοπλίζουν την νέα πρωτοπορία.
Υπήρχε κάποια διαφορετική πολιτική άποψη μέσα στο εργατικό κίνημα του μεσοπολέμου που να έλεγε ή να υποστήριζε κάτι το διαφορετικό.
Τόσο στην εξέγερση του Μάη του ’36 όσο και γενικά στους αγώνες του μεσοπολέμου, σημαντικό ρόλο, πρωταγωνιστικό σε κάποιες περιπτώσεις, έπαιξαν οι Τροτσκιστές, οι αρχειομαρξιστές και γενικά η Αριστερή Αντιπολίτευση του ΚΚΕ. Συγκεκριμένα στην εξέγερση η συμβολή των επαναστατών-τροτσκιστών υπήρξε σημαντική, και ως ένα βαθμό αμφισβήτησαν έμπρακτα-όχι μόνο θεωρητικά-την κυριαρχία του σταλινικού ΚΚΕ μέσα στον αγώνα. Ένα μέρος αυτής της αλήθειας δείχνουν και οι αριθμοί: 2 τροτσκιστές ήταν μέλη της 40μελούς Κεντρικής Απεργιακής Επιτροπής (ένας από κάθε μια από της δυο οργανώσεις ΟΚΔΕ και ΚΔΕΕ), 10 ήταν μέλη των κλαδικών απεργιακών επιτροπών (6 από την ΟΚΔΕ και 4 από την ΚΔΕΕ).
Στα εν λόγω άρθρα του ΠΡΙΝ, οι ομάδες αυτές δεν αναφέρονται ούτε σαν ρεύμα που συμμετείχε στην εξέγερση, ούτε οι πολιτικές τους απόψεις. Η αλήθεια είναι ότι προκαλεί εντύπωση ακόμη και για δυνάμεις σταλινικές ή που προέρχονται από τον σταλινισμό[8]. Το πρόβλημα όλων αυτών είναι ότι σε ένα μεγάλο βαθμό η ιστορία και η πραγματικότητα-πράγμα που αναγνωρίζεται από όλη τη σημερινή σοβαρή ιστοριογραφία- έχει δικαιώσει πλήρως τον Παντελή Πουλιόπουλο και την Αριστερή Αντιπολίτευση του ΚΚΕ: Οι τροτσκιστές άσκησαν δριμεία κριτική στη επίσημη ηγεσία του ΚΚΕ (τότε υπό τον Νίκο Ζαχαριάδη), κατηγορώντας την ότι υποτίμησε τις επαναστατικές δυνατότητες. Άσκησαν έντονη και έμπρακτη κριτική στη σταλινική πολιτική των «Λαϊκών Μετώπων» και την συνεργασία με την αστική τάξη. Πάλεψαν για την εξάπλωση των απεργιακών επιτροπών και την γενίκευση της απεργίας σε πανελλαδικό επίπεδο, την μετατροπή και συνέχιση της εξέγερσης με Γενική Πολιτική Απεργία. Προειδοποιούσαν ότι μία ήττα του εργατικού κινήματος, μία οπισθοχώρηση της εξέγερσης, θα έφερνε πιο κοντά την δικτατορία-όπως και έγινε. Ο Μάης του ’36, ένας από τους τρεις μεγάλους σταθμούς (οι άλλοι δύο, η ελληνική επανάσταση 1943-49, και το Πολυτεχνείο) του εργατικού κινήματος, είναι μια σημαντική παρακαταθήκη για τις θέσεις του ΚΚΕ και της Άκρας και Επαναστατικής Αριστεράς.
Ακόμα πιο καθαρά διαφαίνεται η επιβεβαίωση των απόψεων των τροτσκιστών, αν εξετάσουμε στο σύνολό της την πολιτική ιστορία του εργατικού κινήματος. Η επικράτηση της πολιτικής του ΚΚΕ στον Μάη του ’36 και ιδιαίτερα στην Ελληνική Επανάσταση του 1943-49 οδήγησε σε οδυνηρές ήττες το εργατικό κίνημα (στην δικτατορία του Μεταξά, στην ήττα του εμφυλίου και στο Μετεμφυλιακό Κράτος). Αντίθετα η Εξέγερση του Πολυτεχνείου με την υιοθέτηση της πολιτικής της άκρας και επαναστατικής αριστερά (που σημαντικό κομμάτι της ήταν οι τροτσκιστές) καταφέρνει να πετύχει μία σημαντική νίκη που συνοδεύτηκε από τους αγώνες και τις κατακτήσεις της Μεταπολίτευσης. Αλήθεια σ., μόνο με μισόλογα θα καταδικάζετε τον σταλινισμό και τις πολιτικές του ή ακόμη χειρότερα θα αποκρύβετε τις άλλες πολιτικές δυνάμεις που έπαιξαν κάποιο ρόλο μικρό ή μεγάλο, όπως έκαναν τόσα χρόνια που επιπλέον συκοφαντούσαν με αθλιότητες οι σταλινικές ηγεσίες;
Σήμερα το εργατικό κίνημα διανύει μια δύσκολη και επικίνδυνη περίοδο. Η κρίση του καπιταλιστικού συστήματος παίρνει ανεξέλεγκτες διαστάσεις, απειλώντας την ανθρωπότητα με αφανισμό. Οι ΗΠΑ-ΝΑΤΟ-ΕΕ φαίνεται να προχωρούν ακόμη και σε ένα Γ’ Παγκόσμιο Πόλεμο για να διατηρήσουν την πρωτοκαθεδρία τους φέρνοντάς μας στο χείλος ενός πυρηνικού ολέθρου. Ταυτόχρονα έχουν εξαπολύσει έναν ανελέητο ταξικό πόλεμο απέναντι στους εργαζομένους, την νεολαία και τα φτωχά λαϊκά στρώματα. Εργατικά, δημοκρατικά, πολιτικά δικαιώματα και κατακτήσεις πολλών δεκαετιών κατακρεουργούνται στον βωμό των πολεμικών εξοπλισμών και των κερδών του κεφαλαίου και μιας παρασιτικής και νεοφιλελεύθερης ελίτ. Μπροστά σε αυτούς τους τεράστιους κινδύνους το εργατικό κίνημα βρίσκεται απροετοίμαστο, χωρίς τα απαραίτητα πολιτικά εργαλεία, με παραδόσεις οι οποίες παρουσιάζονται αλλοιωμένες, χωρίς μία πρωτοπορία με τα κατάλληλα εφόδια. Είναι καθήκον των επαναστατικών δυνάμεων να εξοπλίσουν την εργατική τάξη με την πραγματική ιστορία του εργατικού κινήματος και τις παραδόσεις του και ένα επαναστατικό πρόγραμμα. Ένα καθοριστικό βήμα προς αυτή την κατεύθυνση, για να μπορέσει η εργατική τάξη να μετρήσει νίκες απέναντι στην αστική εξουσία, αποτελεί το οριστικό διαζύγιο με τον Σταλινισμό και τις πολιτικές του.
[1] «Μέρες Μαγιού με εργατική εξέγερση», Πριν, 12/05/2026
[2] «Μάης ΄36: Η εργατική άνοιξη της Θεσσαλονίκης, η επαναστατική δυνατότητα και η αστική αντίδραση», Πριν, 12/05/2026
[3] Διάσπαση του ΚΚΕ το ’89. Μετεξελίχθηκε το 2025 σε Κομμουνιστική Απελευθέρωση.
[4] Λίγο πολύ αναγκαστική, μιας και το ίδιο το ΚΚΕ έχει απορρίψει την 6η ολομέλεια (και το κατοπινό 6ο Συνέδριό του) και την στρατηγική της ως ρεβιζιονιστική και ρεφορμιστική μέσω των Δοκιμίων Ιστορίας: Τα Λαϊκά Μέτωπα, η Θεωρία των Σταδίων, το σύνθημα της Δημοκρατικής Επανάστασης, η «3η Περίοδος», η Θεωρία του Σοσιαλφασισμού και πολλά άλλα, χαρακτηρίζονται «ξαφνικά» σαν οπορτουνιστικές παρεκκλίσεις, λάθη και αστοχίες της εκάστοτε ηγεσίας.
[5] Όπως αναφέρεται στο άρθρο: «Οι διεργασίες στο εργατικό κίνημα που οδήγησαν στον Μάη του ΄36¨», ΠΡΙΝ, 13/5/2025: «…γίνεται μομφή στον γραμματέα της Ενωτικής ΓΣΕΕ Κώστα Θέο για «…την άμεση διαχείριση των διαπραγματεύσεων με την κυβέρνηση όσο και με τη ΓΣΕΕ. Αφού πήρε προσωπικές αποφάσεις που έβλαψαν τα ζητήματα που διαχειρίστηκε. Συγκεκριμένα χωρίς την έγκριση των οργανισμών, που εκπροσωπούσε, χωρίς την εξασφάλιση των απαραίτητων προϋποθέσεων για την κατοχύρωση των καπνεργατικών συμφερόντων υπέγραψε τη λύση της απεργίας».
[6] Η «αριστερή δημοκρατία» αποτελούσε μία επαναδιατύπωση της πολιτικής «μακράς νομίμου υπάρξεως» της σοσιαλιστικής δεξιάς. Βασική γραμμή της ήταν ότι το κόμμα θα έπρεπε να παλέψει για την εξασφάλιση της νομιμότητάς του, μέσα από την πάλη για μια πραγματική δημοκρατία υπό την ηγεμονία του προλεταριάτου. Πρόκειται επί της ουσίας για την γνωστή θεωρία των σταδίων που επεξεργάζονται και θεωρητικοποιούν αργότερα οι σταλινικοί στο 7ο συνέδριο της Κ.Δ. Αποτελούσε έναν ενδιάμεσο στάδιο μεταξύ της αστικής δημοκρατίας και την εργατοαγροτικής δημοκρατίας του προλεταριάτου.
[7] Παντελής Πουλιόπουλος, «Δημοκρατική ή Σοσιαλιστική Επανάσταση στην Ελλάδα;», εκδόσεις Εργατική Πάλη, Αθήνα 2003, σελ. 7
[8] Η οποιαδήποτε αναφορά στον Τροτσκισμό γίνεται με στόχο την διαστρέβλωση και την συκοφαντία. Χαρακτηριστικά το ΝΑΡ στην καμπάνια του για τα 80 χρόνια (άρθρο του Γιάννη Γκλαρνέτατζη) αναφέρει τα εξής: «Από την άλλη, οι αρχειομαρξιστές κι οι τροτσκιστές (τη συμμετοχή των οποίων αποσιωπούν οι πηγές που πρόσκεινται στο ΚΚΕ) μπορεί να είχαν υπερεπαναστατική διάθεση και να ασκούσαν έντονη κριτική στο Κομμουνιστικό Κόμμα, αλλά οι οργανώσεις τους ήταν μικρές και διασπασμένες, τόσο που ο Ταμτάκος λέει ότι μέλη της ομάδας του δεν συναντήθηκαν με μέλη της ομάδας του Πουλιόπουλου, παρότι όλοι ήταν στους δρόμους.»
