Μια επισκόπηση: Το ιμπεριαλιστικό σύστημα σήμερα
Αναδημοσίευση Εργατικής Πάλης Μαΐου
Ο πόλεμος στο Ιράν, μετά από αυτόν στην Ουκρανία, έχει κάνει ξεκάθαρο ότι βρισκόμαστε σε περίοδο κοσμοϊστορικών αλλαγών, αυτό που πολλοί ονομάζουν (εν μέρει σωστά) «πολυπολικό» κόσμο. Μια νέα κατάσταση διαμορφώνεται για το παγκόσμιο εργατικό και επαναστατικό κίνημα.
Ο ιμπεριαλισμός μέχρι το τέλος του 20ού αιώνα
Η βασική δομή του ιμπεριαλιστικού συστήματος σχηματίστηκε στο δεύτερο μισό του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα, με τη μοιρασιά του κόσμου ανάμεσα σε μια χούφτα ιμπεριαλιστικών χωρών-μητροπόλεων.
Αυτή η εποχή του κλασικού ιμπεριαλισμού διήρκεσε μέχρι και τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, χαρακτηριζόμενη από μια αυστηρή ιεραρχία. Στην κορυφή της πυραμίδας βρίσκονταν οι ιμπεριαλιστικές χώρες: είτε παλιότερες με μεγάλες αποικιακές αυτοκρατορίες και κτήσεις (κυρίως Βρετανία και Γαλλία, δευτερευόντως Βέλγιο, Ολλανδία κ.ά.), είτε νεότερες με μικρότερες ή καθόλου (Γερμανία, ΗΠΑ). Στη βάση στέναζαν οι μισοαποικίες και αποικίες, οι πιο καθυστερημένες χώρες, με ισχνή ή ανύπαρκτη καπιταλιστική ανάπτυξη. Ενδιάμεσα βρίσκονταν διάφορες εξαρτημένες χώρες, με τυπική ανεξαρτησία και ένα «μεσαίο» επίπεδο καπιταλιστικής ανάπτυξης, παραμένοντας σε έντονη οικονομική, πολιτική, στρατιωτική και διπλωματική εξάρτηση από τους ιμπεριαλιστές. Ο κύριος μηχανισμός της ιμπεριαλιστικής εκμετάλλευσης ήταν τα αποικιακή υπερκέρδη, από την εξαγωγή φτηνών πρώτων υλών και αγροτικών προϊόντων από τον υπόλοιπο κόσμο.
Μέσα από τους δύο παγκόσμιους πολέμους, η σκυτάλη της παγκόσμιας ηγεμονίας πέρασε από τη Βρετανία στις ΗΠΑ. Μεταπολεμικά, η ιμπεριαλιστική κυριαρχία μετεξελίχτηκε στη νεοαποικιοκρατία.[1] Σχεδόν όλες οι αποικίες απέκτησαν την ανεξαρτησία τους. Οι εξαρτημένες χώρες γνώρισαν μια ορισμένη ανάπτυξη, οι πιο σημαντικές έφτασαν στο επίπεδο μιας μισοβιομηχανοποιημένης χώρας. Ο κύριος μηχανισμός της ιμπεριαλιστικής εκμετάλλευσης μετατοπίστηκε στην άνιση ανταλλαγή.[2] Κάτω από την ηγεμονία των ΗΠΑ (και στις συνθήκες του Ψυχρού Πολέμου, του ανταγωνισμού με την ΕΣΣΔ και τα καθεστώτα του «υπαρκτού σοσιαλισμού»), δημιουργήθηκε ένα διεθνές πλαίσιο, που εγγυούνταν πάνω απ’ όλα τα συλλογικά συμφέροντα των αμερικανών και ευρωπαίων ιμπεριαλιστών: ΟΗΕ και «διεθνές δίκαιο», ΝΑΤΟ, ΔΝΤ και Παγκόσμια Τράπεζα, κυριαρχία του δολαρίου (αρχικά με τις συμφωνίες Μπρέτον Γουντς) κ.ά.
Σε όλη αυτήν την ιστορική περίοδο περίπου 150 χρόνων, το ιμπεριαλιστικό σύστημα είχε ένα θεμελιώδες, κοινό χαρακτηριστικό. Κάτω από μια σαφή ηγεμονική δύναμη (αρχικά Βρετανία, έπειτα ΗΠΑ), αφενός ενοποίησε την παγκόσμια οικονομία, αφετέρου αυτό το έκανε χωρίς να την ομογενοποιήσει, δηλαδή με τρόπο άνισο. Σε αντίθεση με πολλές αντιμαρξιστικές απόψεις (κυρίως σταλινικές ή σταλινίζουσες), ο ιμπεριαλισμός δεν είναι ένα άκαμπτο «στάδιο» προς το οποίο κινείται κάθε μία χώρα παρμένη χωριστά – αλλά ένα ενιαίο, οργανικό σύνολο, ιεραρχημένο, με τους δικούς του νόμους κίνησης.
Δομική κρίση – Αλλαγή συσχετισμών
Από τα τέλη της δεκαετίας του 1960, η είσοδος του παγκόσμιου καπιταλιστικού συστήματος στη δομική κρίση (μακρύ κύμα κάμψης), η αποτυχία αντιμετώπισής της από τους ιμπεριαλιστές και το κεφάλαιο, η παράτασή της μέχρι σήμερα: α) Υπέσκαψαν την ηγεμονία των ΗΠΑ και μαζί τη θέση συνολικά των «παλιών» Δυτικών ιμπεριαλιστών. β) Οδήγησαν στον κατακερματισμό της παγκόσμιας οικονομίας σε «μπλοκ», που λειτουργούν διαφορετικά ή ανταγωνιστικά μεταξύ τους. γ) Δημιούργησαν μια μεταβατική κατάσταση, όπου η ιμπεριαλιστική δομή εμφανίζει μεγάλη αστάθεια, «ρευστοποιείται» με την αμφισβήτηση ή ανατροπή της σε όλα τα επίπεδα της «πυραμίδας» ή «αλυσίδας» της.
Ένα μόνο στοιχείο, που συνοψίζει πολλές ανατροπές: Από τα τέλη της δεκαετίας του 1960 ως σήμερα, ενώ ο παγκόσμιος πληθυσμός αυξήθηκε από 2 δισ. σε πάνω από 8 δισ., το μερίδιο των Δυτικοϊμπεριαλιστικών χωρών μειώθηκε από το 1/3 ή 1/4 στο 1/9 – μια ποιοτική μεταβολή.
Μεγάλες και μικρές δυνάμεις, παλιές και νέες
Συνοπτικά, σήμερα διαμορφώνονται οι εξής «πόλοι» ή σημαντικοί «παίχτες»:
α) Ο αμερικανικός ιμπεριαλισμός, που παλεύει να διατηρήσει την ηγεμονική θέση του. Παραμένει η πιο ισχυρή και άμεσα επικίνδυνη δύναμη, όμως έχει χτυπηθεί βαριά από την κρίση, η απόστασή του από τους πιο ισχυρούς ανταγωνιστές μικραίνει (σε ορισμένα επίπεδα έχει καλυφθεί ή τον έχουν ξεπεράσει), η αμφισβήτησή του επεκτείνεται και ενισχύεται διαρκώς – μάλιστα και πολιτικά, στρατιωτικά, στρατηγικά. Η αλλαγή αποτυπώνεται π.χ. στην αδυναμία να καταβάλει τη Ρωσία στην Ουκρανία και στη διαφαινόμενη ήττα στο Ιράν (που αναζητά τρόπο να διαχειριστεί). Επίσης στην αυξανόμενη δυσκολία να ευθυγραμμίσει τους συμμάχους του. Αυτό εκφράστηκε με το τραμπικό σύνθημα «Πρώτα η Αμερική» –που πρακτικά σημαίνει «Μόνο οι ΗΠΑ»–, καθώς και στην κρίση στις σχέσεις με την ΕΕ και στο εσωτερικό του ΝΑΤΟ.
β) Οι ευρωπαίοι ιμπεριαλιστές, που φαίνεται αδύνατο να αποτρέψουν μια υποβάθμιση ιστορικών διαστάσεων. Αφενός χτυπήθηκαν ιδιαίτερα από την οικονομική κρίση του 2010. Αφετέρου δεν κατόρθωσαν να προχωρήσουν έγκαιρα σε μια ενοποίηση και «ολοκλήρωση», βούλιαξαν σε εσωτερικές διαιρέσεις. Με αποτέλεσμα να έχουν ξεπεραστεί οικονομικά από τους ανταγωνιστές τους, να έχουν απομείνει με μεγέθη μικρά για τον σύγχρονο κόσμο, να έχουν ασήμαντη ή μηδενική παρουσία σε πολλά κρίσιμα μέτωπα, να συνθλίβονται ανάμεσα στις «μυλόπετρες» των ΗΠΑ από τη μια και Κίνας-Ρωσίας από την άλλη.
γ) Ρωσία και Κίνα, που η στρατηγική σύγκλισή τους απέναντι στον αμερικανικό ιμπεριαλισμό δείχνει πλέον παγιωμένη και εμβαθύνεται. Αποτελούν ιδιαίτερες περιπτώσεις «ιμπεριαλισμού» – δηλαδή δυνάμεις που συμμετέχουν ή διεκδικούν τη συμμετοχή τους στην παγκόσμια μοιρασιά του κόσμου, όχι μόνο οικονομικά αλλά ακόμα και στρατιωτικά. Έχουν βαθιές ιδιομορφίες η κάθε μια, καθώς και σε σύγκριση με τους «κλασικούς» Δυτικούς ιμπεριαλιστές. Αρκεί να δούμε ότι και στις δύο χώρες η παλινόρθωση του καπιταλισμού είναι μια υπόθεση μόλις τριών δεκαετιών περίπου.[3] Με αποτέλεσμα σημαντικές διαφορές στον τρόπο που συγκροτείται και λειτουργεί ο καπιταλισμός και η αστική τάξη σε αυτές τις χώρες.
Αυτές οι ιδιομορφίες πρέπει να αναλύονται συγκεκριμένα – εν συντομία: 1. Η Ρωσία, λόγω και του ιστορικού παρελθόντος της (επεκτατισμός και καταπίεση εθνοτήτων από την εποχή ακόμα των Τσάρων), είναι ένας ανερχόμενος ιμπεριαλισμός. Έχει μια ισχυρή, ανθεκτική παραγωγική βάση (όπως αποδείχτηκε και στην Ουκρανία) και κυρίως είναι το μεγαλύτερο στρατιωτικό «αντίπαλο δέος» των ΗΠΑ, που μπορεί να τις πλήξει θανάσιμα. 2. Η Κίνα είναι ένας υπό διαμόρφωση ιμπεριαλισμός. Βρίσκεται στον δρόμο να ολοκληρώσει τη διεθνή οικονομική κυριαρχία της, αλλά αυτό περνάει μέσα από την επιβολή των δικών της συνολικών λύσεων – και μέσα από τη δοκιμασία της επιθετικότητας / του πολέμου των ΗΠΑ. Ταυτόχρονα, ο στρατιωτικός και πολιτικός επεκτατισμός της (δηλ. όχι μόνο εξαγωγές κεφαλαίων) βρίσκεται σε πιο εμβρυακό στάδιο – χωρίς αυτό το στοιχείο δε νοείται «ιμπεριαλισμός». 3. Οι δύο χώρες υπολείπονται στην παγκόσμια εμβέλεια/ακτίνα της επιρροής τους, δηλαδή μακρύτερα από τον στενό περίγυρό τους. Δε διαθέτουν το εκτεταμένο δίκτυο βάσεων, μηχανισμούς παραγωγής «πραξικοπημάτων» κ.λπ. του αμερικανικού ιμπεριαλισμού. Το σημαντικό, ισχυροποιούμενο Σύμφωνο της Σαγκάης δεν είναι ακόμα ένας οργανισμός δοκιμασμένος για δεκαετίες και με συνοχή όπως το ΝΑΤΟ. Ωστόσο, κάνουν διαρκώς βήματα προς αυτήν την κατεύθυνση, βλ. π.χ. τη σοβαρή διείσδυσή τους στην Αφρική, εκτοπίζοντας από σημαντικές ζώνες τους Δυτικούς ιμπεριαλιστές.
δ) Χώρες που γενικά μπορούν να ονομαστούν «αναδυόμενες» ή πολλές φορές περιγράφονται ως BRICS+, είτε προπορεύτηκαν στην «πρώτη σειρά» (Ινδία, Βραζιλία κ.ά.) είτε ακολούθησαν σε μια «δεύτερη σειρά» (Ινδονησία, Νιγηρία κ.ά.). Εκτός από πολύ σημαντικές οικονομίες, οι πιο ισχυρές ή φιλόδοξες από αυτές (ορισμένες φορές πρόκειται για «γίγαντες» σε οικονομικά μεγέθη) αναδύονται ως υποϊμπεριαλισμοί – ή το επιχειρούν, με όποιες αντιφάσεις και αστάθειες. Δηλαδή ισχυρές περιφερειακές δυνάμεις, με στρατιωτική ισχύ και στρατηγικά συμφέρονται που έχουν μια σημαντική αυτονομία από τους Δυτικούς ιμπεριαλιστές ή και από τις ΗΠΑ. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η Τουρκία.
ε) Χώρες που υποβαθμίζονται και ξεπέφτουν, με την εξάρτησή τους από τους ιμπεριαλιστές να βαθαίνει (είναι η περίπτωση του ελληνικού καπιταλισμού) ή μετατρεπόμενες εκ νέου σε «μισοαποικίες» και «προτεκτοράτα» για διαμελισμό και λεηλασία (η κατάσταση που επιδιώκει και δημιουργεί σε Μ. Ανατολή, Β. Αφρική κ.ά. η επιθετικότητα κυρίως των ΗΠΑ, μέσω διάλυσης χωρών, ανατροπής καθεστώτων κ.λπ.).
Η πάλη ενάντια σε Ιμπεριαλισμό – Πόλεμο
Μέσα σε αυτήν την ιδιαίτερη κατάσταση, όπου διαμορφώνεται συγκεκριμένα ο ενδοϊμπεριαλιστικός ανταγωνισμός σήμερα, βασικά συμπεράσματα είναι τα εξής:
α) Στον όποιο βαθμό ισχύει ο χαρακτηρισμός «πολυπολικός» κόσμος, αυτό δεν έχει καμία σχέση με αυταπάτες για κάποια διεθνή ισορροπία βασισμένη στο «διεθνές δίκαιο» ή σε μια «δίκαιη παγκοσμιοποίηση». Ειδικά αν κάποιος θεωρήσει εγγυητή γι’ αυτό τις δυνάμεις, που ισχυροποιούνται σε βάρος των Δυτικών ιμπεριαλιστών. Το αντίθετο, η ανισορροπία και η σύγκρουση τρέφουν τον κίνδυνο ενός Γ΄ Παγκοσμίου Πολέμου. β) Το παγκόσμιο εργατικό κίνημα δεν πρέπει να χαθεί σε αδιέξοδα για «στρατόπεδα καλών ή κακών ιμπεριαλιστών», αλλά να διατηρήσει την ταξική ανεξαρτησία και τον διεθνισμό του, στην πάλη για τη σοσιαλιστική επανάσταση. γ) Πολιτικά και πρακτικά, η πρώτη προτεραιότητα είναι η ήττα του αμερικανικού ιμπεριαλισμού (και μαζί του σιωνιστικού Ισραήλ) – καθώς είναι η λυσσασμένη προσπάθειά του να μην «εκθρονιστεί» αυτή που πιο άμεσα και γρήγορα σπρώχνει προς τον όλεθρο του παγκοσμίου πολέμου ή και των πυρηνικών.
Σημειώσεις
[1] Οι βασικοί λόγοι ήταν: α) Η Οκτωβριανή Επανάσταση του 1917. β) Η εξασθένιση των παλιών αποικιακών αυτοκρατοριών εξαιτίας των δύο παγκοσμίων πολέμων. γ) Η ανάδειξη των ΗΠΑ στη μακράν ισχυρότερη δύναμη. δ) Η ανάπτυξη των εθνικοαπελευθερωτικών κινημάτων και της αποικιακής επανάστασης.
[2] Οι ιμπεριαλιστικές μεγάλες επιχειρήσεις και πολυεθνικές κερδίζουν σε βάρος των εξαρτημένων χωρών, επειδή συμμετέχουν στο παγκόσμιο εμπόριο με εργασία ανώτερης παραγωγικότητας.
[3] Η ΕΣΣΔ ήταν μέχρι τη διάλυση της (1991) ένα γραφειοκρατικά εκφυλισμένο εργατικό κράτος. Η Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας (μετά από τη νίκη της Κινέζικης Επανάστασης το 1949) ήταν εξαρχής ένα εργατικό κράτος με γραφειοκρατικές παραμορφώσεις, όπου η παλινόρθωση του καπιταλισμού επιταχύνθηκε τη δεκαετία του 1990.
