Γαλλία: ΞΕΣΗΚΩΜΟΣ (ανταπόκριση από το Παρίσι)

Γαλλία: ξεσηκωμός εργαζόμενων και νέων

Η νίκη τους, θα είναι νίκη όλων μας

Ανταπόκριση – Ανάλυση από το Παρίσι

30.3.2023

Η Γαλλία έχει εισέλθει το τελευταίο δεκαπενθήμερο σε μια βαθιά πολιτική και κυβερνητική κρίση, η οποία καταλαμβάνει διεθνώς τα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων και βρίσκεται στο κέντρο της προσοχής. Είναι το άμεσο αποτέλεσμα των σχεδόν τρίμηνων κινητοποιήσεων ενάντια στην αντι-ασφαλιστική «μεταρρύθμιση», που τείνουν να λάβουν έναν ποιοτικά διαφορετικό χαρακτήρα μετά τις 16 Μαρτίου.

Ο «πρόεδρος των πλουσίων» Μακρόν και η πρωθυπουργός Μπορν κατέφυγαν, στις 16/3, στο άρθρο 49.3 του γαλλικού συντάγματος (προβλέπει προεδρικές υπερεξουσίες), με το οποίο παράκαμψαν την ψήφο του κοινοβουλίου για την εφαρμογή της συνταξιοδοτικής «μεταρρύθμισης» – αυτό αποτέλεσε ένα πραγματικό σημείο καμπής.

 1. Η καταφυγή στο 49.3 εξέπληξε, με την αποκοτιά της, όλα τα στρώματα της γαλλικής κοινωνίας και συντάραξε τα μικροαστικά στρώματα, την εργατική αριστοκρατία και τη νεολαία. Η εθνική απεργία στις 23 Μάρτη, όπως και αυτή της 29 Μάρτη, είχε μια κοινωνική σύνθεση τροποποιημένη, ιδιαίτερα εμφανή στο Παρίσι, αλλά και σε άλλες πόλεις, με σημαντικά μεγαλύτερη συμμετοχή υπαλλήλων, εργατικής αριστοκρατίας, μικροαστικών στρωμάτων και νεολαίας σε σχέση με όλες τις προηγούμενες κινητοποιήσεις. Στον εργατικό και προλεταριακό χαρακτήρα των αρχικών κινητοποιήσεων προστέθηκαν και άλλα στρώματα της εργατικής τάξης. Και οι δύο εθνικές απεργίες είχαν μεγάλη συμμετοχή στις διαδηλώσεις και στην απεργία. Στις 23 Μάρτη, οι διαδηλωτές ξεπέρασαν το 1,1 εκ. και στις 28 Μάρτη ήταν πάνω από 750 χιλιάδες πανεθνικά, σύμφωνα με τα στοιχεία της αστυνομίας (τα οποία παρότι υποτιμούν τα μεγέθη μάλλον παραμένουν πιο κοντά στην πραγματικότητα από τα στοιχεία της συνδικαλιστικής ομοσπονδίας СGT).

Έτσι, στο Παρίσι, η διαδήλωση της 23ης Μάρτη, λόγω των κοινωνικών στρωμάτων που κινητοποιήθηκαν και της σύνθεσης της πόλης, ήταν η μεγαλύτερη της τελευταίας 15ετίας και χωρίς αμφιβολία η μεγαλύτερη του τρέχοντος κινήματος.

 2. Σε ό,τι αφορά την νεολαία, πανεθνικά στις 23 Μάρτη περίπου 400 λύκεια και γυμνάσια είχαν καταλήψεις και περίπου 500 στις 29 Μάρτη. Δεκάδες πανεπιστήμια, μεταξύ των οποίων πολλές ανώτερες σχολές στο Παρίσι, με κοινωνική σύνθεση μικροαστική και αστική, όπως η αρχιτεκτονική, η ENS, το Πανθεόν ASSAS, συμμετέχουν στις κινητοποιήσεις, με μπλοκαρίσματα εισόδων, καταλήψεις και διαδηλώσεις. Οι κινητοποιήσεις στα πανεπιστήμια συνοδεύονται από γενικές συνελεύσεις – ενδεικτικά, έγιναν συνελεύσεις 1.000 φοιτητών στο Μονπελιέρ στις 23 Μάρτη, 1.000 ατόμων στην πανεπιστημιούπολη του Τολμπιάκ στο Παρίσι, συνέλευση 500 ατόμων στο Μπορντό, 600 φοιτητών στην Τουλούζη στις 28/3, διάφορες συνελεύσεις μερικών εκατοντάδων η κάθε μία στο Πανεπιστήμιο του Παρισιού στις 23 Μάρτη. Δεν έχουν λάβει όμως ακόμα τον χαρακτήρα ενός κινήματος διαρκείας – και αυτό φάνηκε στη διαδήλωση της 29 Μάρτη, όπου δεν υπήρξε μια θεαματική επανεμφάνιση της νεολαίας. Αυτές οι συνελεύσεις και κινητοποιήσεις λαμβάνουν χώρα παρά τη διαλυτική πολιτική των διοικήσεων των ιδρυμάτων για τηλεκπαίδευση.

 3. Η καταφυγή στο 49.3 προκάλεσε το ξέσπασμα, για σχεδόν ένα δεκαήμερο, αυθόρμητων διαδηλώσεων, βραδινών και πρωϊνών (τα σαββατοκύριακα κυρίως), σε όλη τη Γαλλία, στο Παρίσι και σε πάρα πολλές μεσαίες και μικρές πόλεις. Παράλληλα, ώθησε τα τοπικά συνδικάτα ή εργατικά κέντρα σε επαναλαμβανόμενα καθημερινά καλέσματα απογευματινών διαδηλώσεων – κάτι που δεν έχει παρουσιαστεί σαν φαινόμενο εδώ και πάρα πολλά χρόνια.

 4. Η καταφυγή στο 49.3 έδωσε έναν πιο συγκρουσιακό χαρακτήρα στο κίνημα, στο μέτρο που θεωρήθηκε μια αντιδημοκρατική, απονομιμοποιημένη κίνηση. Έτσι, υπήρξε ένα ξέσπασμα συγκρούσεων με την αστυνομία, πανεθνικά, και μικροεπεισοδείων και εμπρησμών, παράλληλα και ως συνέχεια των απογευματινών διαδηλώσεων. Σ’ αυτές τις συγκρούσεις συμμετέχουν κυρίως νέοι, φοιτητές, μαθητές. Παίρνουν το χαρακτήρα πετροπόλεμου, μικροπρόχειρων οδοφραγμάτων, κυνηγητού στα στενά, διασκορπισμού σε πολυάριθμες ομάδες διαδηλωτών, με συμμετοχή μερικών χιλιάδων. Ωστόσο, στις μεγάλες απεργιακές διαδηλώσεις, η αστυνομία κινείται στα περιθώρια και δεν ενοχλεί ή παρεμποδίζει (κατά κανόνα) τον κύριο όγκο των διαδηλώσεων. Σε κάθε περίπτωση, η γαλλική κυβέρνηση αύξησε κατά μερικούς τόνους την κατασταλτική της απάντηση – ωστόσο, το επίπεδο της αστυνομικής καταστολής είναι ακόμα σε επίπεδα ενός πρώτου «παραδειγματισμού», με επιλεγμένες επιστρατεύσεις απεργών, επεμβάσεις σε απεργιακά μπλόκα, προληπτικούς ελέγχους και προσαγωγές στις διαδηλώσεις, στοχευμένες προσαγωγές στελεχών της άκρας αριστεράς. Δεν έχει ακόμα φτάσει στο σημείο μιας απροκάλυπτης τρομοκρατίας, όπως την περίοδο των «κίτρινων γιλέκων». Αυτό ισχύει προφανώς με εξαιρέσεις, όπως οι πολύ σκληρές συγκρούσεις και καταστολή στη διαδήλωση 30 χιλιάδων ενάντια στα σχέδια εγκατάστασης πισίνων αποθήκευσης υπόγειων υδάτων, στο Σαντ-Σολίν, στη δυτική Γαλλία, όπου υπήρξαν 200 τραυματίες διαδηλωτές, εκ των οποίων δύο είναι σε κρίσιμη κατάσταση σε κώμα.

 5. Η καταφυγή στο 49.3 επέφερε και την αύξηση της συμμετοχής, για μερικές μέρες, στις κλαδικές απεργίες διαρκείας (χωρίς να καταστούν καθολικές), που έχουν κηρύξει πολλές ομοσπονδίες (μεταφορών στο Παρίσι, σιδηροδρομικών, καθαριότητας, ενέργειας κ.ά.). Επίσης, επέφερε σκλήρυνση των απεργιακών φρουρών, χωρίς να μετατραπούν σε καταλήψεις ή μόνιμα μπλοκαρίσματα των απεργιακών χώρων. Έτσι, η συνέχεια των κλαδικών απεργιών διαρκείας φαίνεται αμφίβολη, ιδιαίτερα εφόσον δεν έχουν αναπτυχθεί γενικές συνελεύσεις ή απεργιακές επιτροπές και ακόμα ελέγχονται από τις ηγεσίες των συνδικάτων.

 6. Υπήρξε μια μεταβολή στην ψυχολογία των εργαζόμενων και μικροαστικών στρωμάτων. Μέχρι το 49.3, η ήττα θεωρούνταν το πιθανότερο σενάριο. Μετά το 49.3, το κλίμα αντιστράφηκε και οι μάζες πιστεύουν ότι θα νικήσουν. Μια νέα αποφασιστικότητα και μια κάποια σιγουριά για την ενδεχόμενη νίκη, τόσο μεταξύ της πρωτοπορίας, όσο και μεταξύ των πλατιών μαζών, έχουν αρχίσει να απλώνονται. Είναι προφανώς το αποτέλεσμα της ορθής κατανόησης της πολιτικής και κοινωνικής απομόνωσης της «Μακρονίας», του καθεστώτος γύρω από τον Μακρόν. Αυτός μπορεί να επικαλείται την εκλογή του, λέγοντας αλαζονικά και περιφρονητικά ότι «το πλήθος (αναφερόμενος στους διαδηλωτές) δεν έχει νομιμοποίηση ενάντια στον λαό, που εκφράζεται, κυρίαρχος, μέσω αυτών που εξέλεξε» – αλλά όλοι κατανοούν πόσοι λίγοι πραγματικά τον ψήφισαν για το πρόγραμμά του και όχι μόνο ως το «μικρότερο κακό» έναντι της Λεπέν.

 7. Επιπλέον, σύμφωνα με δημοσκοπήσεις, η στήριξη του απεργιακού κινήματος και των κινητοποιήσεων είναι τόσο μεγάλη, που ακόμα και οι μισοί ψηφοφόροι των δεξιών Ρεπουμπλικάνων –οι οποίοι έχουν αρχίσει να έχουν διαρροές στον κομματικό μηχανισμό τους και στη νεολαία–, καθώς και το 22% των ψηφοφόρων του Μακρόν, πιστεύουν ότι το κίνημα οφείλει να σκληρύνει την στάση του για να κάνει την κυβέρνηση να υποχωρήσει.

Φυσικά, δεδομένων των ανωτέρω εξελίξεων, κανείς δεν είναι πραγματικά ικανοποιημένος με τον χειρισμό της κατάστασης από την κυβέρνηση και τον Μακρόν. Ο πρόεδρος του Medef, του γαλλικού ΣΕΒ, παρότι ασφαλώς στηρίζει την «μεταρρύθμιση», χαρακτηρίζοντάς την «επώδυνη» αλλά «αναπόφευκτη οικονομικά», δήλωσε σε συνέντευξή του, ότι «οι επόμενες κοινωνικές μεταρρυθμίσεις θα πρέπει να στηριχτούν σε μία διαφορετική μέθοδο και να συζητηθούν περισσότερο και να είναι αντικείμενο διαπραγμάτευσης με τους κοινωνικούς εταίρους». Οι εργοδοτικές ομοσπονδίες των αεροπορικών μεταφορών και της εστίασης- τουρισμού αρχίζουν και διαμαρτύρονται είτε για τις απεργίες και τις ακυρώσεις πτήσεων που επιφέρουν είτε για τις διαδηλώσεις και την πτώση της τουριστικής κίνησης και του τζίρου. Οι βουλευτές της πλειοψηφίας, τους οποίους δεν εμπιστεύτηκε ο Μακρόν να ψηφίσουν το νομοσχέδιο, αρχίζουν να γκρινιάζουν ότι η κυβέρνηση πρέπει να έρθει σε συνεννόηση με τα συνδικάτα.

Εντός αυτής της κατάστασης, τα αστικά επιτελεία αλλά και η συνδικαλιστική γραφειοκρατία αναζητούν διέξοδο, διακατεχόμενοι από τον κοινό φόβο ή ανησυχία μιας «εκτροπής» της κατάστασης εκτός ελέγχου. Ο πρόεδρος της συνομοσπονδίας СFDT, με του οποίου την πρόταση συντάχθηκε και η ηγεσία της CGT, πρότεινε μια παύση της μεταρρύθμισης για έξι μήνες και τον ορισμό ενός ενδιάμεσου συνομιλητή, ώστε να αρχίσουν εκ νέου οι διαπραγματεύσεις. Με την πρόταση αυτή συντάχθηκε και το άρθρο της σύνταξης της εφημερίδας Le Monde στις 25 Μαρτίου. Στον αστικό τύπο αρχίζουν να εμφανίζονται άρθρα συνταγματολόγων με παραινέσεις προς το συνταγματικό συμβούλιο, όργανο αντίστοιχο του Συμβουλίου της Επικρατείας, να παρέμβει αποφασιστικά και να παύσει τον νόμο ως αντισυνταγματικό στην τρέχουσα μορφή του. Το ίδιο το Συνταγματικό Συμβούλιο ανακοίνωσε ότι θα εκδώσει την απόφασή του στις 14 Απρίλη. Στο κοινό ανακοινωθέν, εξάλλου, των συνδικαλιστικών συνομοσπονδιών, στις 23 Μάρτη, ανακοινώνεται και η στήριξη ενός πιθανού δημοψηφίσματος, σύμφωνα με την συνταγματική διαδικασία που εκκίνησαν βουλευτές της αντιπολίτευσης, που αποπροσανατολίζει την δράση του κινήματος από την απεργιακή μάχη. Τέλος, θα ακολουθήσει μέσα στις επόμενες μέρες, μετά από πολλές παλινωδίες, μια συνάντηση των συνδικαλιστικών ηγεσιών με την κυβέρνηση, ενώ παράλληλα έχει ήδη προκηρυχθεί μια νέα ημέρα εθνικής απεργίας την Πέμπτη 6 Απριλίου.

Τα πάντα θα εξαρτηθούν τις επόμενες εβδομάδες από την επιμονή που θα καταφέρει να επιδείξει το απεργιακό κύμα στην Γαλλία. Μια συνέχιση των κινητοποιήσεων με τον ίδιο ρυθμό είναι πιθανόν να οδηγήσει σε μια μερική υπαναχώρηση της κυβέρνηση, που θα εκληφθεί ως νίκη από τις μάζες. Παρόμοια τροπή, δηλαδή επικύρωση αντεργατικών νόμων χάρις στο 49.3 και εν τέλει υποχώρηση ενώπιον του κινήματος, είχαν πάρει και η μεγάλη μάχη του 1995 ενάντια στο αντι-ασφαλιστικό πλάνο του Ζιπέ και η μάχη ενάντιά στο СPE (σύμφωνο πρώτης απασχόλησης) του Φιγιόν το 2006.

Κωνσταντίνος Σηφάκης