Η γέννηση του εργατικού κινήματος στην Ελλάδα

Οικονομική και κοινωνική διάρθρωση

Η ελληνική οικονομία καθ’ όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα είναι σχεδόν εξ ολοκλήρου αγροτική. H σταφίδα την περίοδο 1855–1891 ξεπερνάει το 50% των εξαγωγών. Βέβαια, γύρω από το εμπόριο και την παράγωγη της αναπτύσσονται αστικά στρώματα (έμποροι, τοκιστές, μικροβιομήχανοι κ.λπ.), συνδεδεμένα με τη διεθνή αγορά. Η πλειοψηφία των βιοτεχνικών–βιομηχανικών δραστηριοτήτων, που εμφανίζονται μετά το 1860, είναι συμπληρωματικές του αγροτικού τομέα (αλευρόμυλοι, ελαιουργία κ.λπ.).

Τις εξελίξεις επιταχύνει η σταφιδική κρίση του 1890, όταν διαμορφώνονται τα βιομηχανικά κέντρα σε Πειραιά, Βόλο, Καλαμάτα κ.α. Παράλληλα, οι έλληνες κεφαλαιούχοι του εξωτερικού εξακολουθούν να πλουτίζουν από εμπορικές και εφοπλιστικές δραστηριότητες στην Ανατολική Μεσόγειο. Ωστόσο, οι επενδύσεις τους στην Ελλάδα περιορίζονται στην εξαγορά τσιφλικιών (όπως το 1881, κατά την προσάρτηση της Θεσσαλίας –Άρτας), όπου δεν πραγματοποιούν παραγωγικές επενδύσεις.

Ενδεικτική ακόμα της ανυπαρξίας βιoμηχανικής αστικής τάξης είναι η απουσία δασμολογικής προστασίας. Ταυτόχρονα, η εσωτερική αγορά παρέμενε πληθυσμιακά μικρή (1 εκ. κάτοικοι το 1850, 2,5 εκ. το 1900), μη ενοποιημένη γεωγραφικά (μόλις 22 χλμ. σιδηρόδρομου το 1883), τεμαχισμένη φορολογικά (για μεγάλο διάστημα του 19ου αιώνα ίσχυαν τα «διαπύλια τέλη») αλλά κυρίως ανήμπορη εξαιτίας του εξαιρετικά χαμηλού βιοτικού επιπέδου και της αθλιότητας όπου ζούσαν μικροκαλλιεργητές και κολίγοι. Μια απογραφή του 1870 δίνει 28.400 εργάτες και 48.000 «βιομηχάνους» και «βιοτέχνες», ενώ του 1879 42.000 και 44.000 αντίστοιχα. Στον τεράστιο αριθμό «βιομηχάνων» περιλαμβάνονται κυρίως μικροτεχνίτες και μικρομαγαζάτορες. Την ίδια στιγμή, καταγράφεται 249.000 αγροτικός πληθυσμός το 1870 και 275.000 το 1879.

Όμως, ήδη από το 1869 οι «συμβουλαί εις τους χειρωνάκτας» από την «Εταιρία Φίλων του Λαού» ότι «εργάται και εργοστασιάρχαι διαιρούνται εις δύο πολέμια στρατόπεδα […] το οποίον και ασύμφορον και αντιχριστιανικόν είναι…», όπως και η ίδρυση του πρώτου εργατικού σωματείου «Αδερφικός σύνδεσμος ξυλουργών του ναυπηγείου» στη Σύρο το 1879, προμηνύουν την κατοπινή εξέλιξη.

Η οικονομία αλλάζει μ’ επιταχυμένους ρυθμούς στο γύρισμα του 20ου αιώνα, όταν αυξάνει ο αριθμός των εργατών (59.614 εργάτες στην απογραφή του 1909 και 154.133 το 1920, μετά την προσάρτηση της Μακεδονίας) και η ιπποδύναμη της βιομηχανίας (0,20 ίπποι ισχύος ανά εργαζόμενο το 1909, 0,72 το 1920). Το πρωτεία κρατούν ακόμα οι βιομηχανίες επεξεργασίας γεωργικών προϊόντων (55,3% της εγκατεστημένης ισχύος το 1920) και οι μεταλλευτικές δραστηριότητες (το 1906, περίπου 12.000 εργάτες σε 35 μεταλλεία σ’ όλη τη χώρα). Έτσι, μαζί με την προσάρτηση της Μακεδονίας και των καπνεργατών της, δομείται μια πιο συμπαγής εργατική τάξη.

Πρώτα συνδικαλιστικά και πολιτικά βήματα

Η αργόσυρτη ανάπτυξη της βιομηχανίας ορίζει έναν ανάλογο ρυθμό συνδικαλιστικής και πολιτικής ωρίμανσης του ελλαδικού προλεταριάτου. Ταυτόχρονα όμως, η γειτνίαση με την μητέρα του εργατικού κινήματος Ευρώπη ρίχνει τους σοσιαλίζοντες σπόρους της σ’ ένα περιβάλλον αγροτικό και μικροαστικό, με παράδοση αιώνων θρησκευτικής κατήχησης. Δεν προξενεί απορία λοιπόν ότι το 1877 ο Δημοκρατικός Σύλλογος εντυπωσιάζει με το πρωτόλεια διεθνιστικό κήρυγμά του για το Ανατολικό Ζήτημα, ενώ στην αυγή του 20ου αιώνα ο Μαρίνος Αντύπας στην εφημερίδα Ανάστασις διαλαλεί ότι: «Ζητούμεν την παγκόσμιον ελευθερία– ισότητα–αδελφότητα. Θέλομεν ό,τι θέλει και ο Χριστός.»

Το εργατικό κίνημα όμως συγκροτείται όταν αρχίζει η εργατική τάξη να κινείται, ν’ αγωνίζεται, να απεργεί. Χαρακτηριστικά των πρώτων αγώνων είναι το ξαφνικό ξέσπασμα τους, η ανυπαρξία συνδικαλιστικής προετοιμασίας, τα στοιχειώδη αιτήματα (αύξηση μεροκάματων, μείωση ωρών εργασίας), ο άγριος και εκρηκτικός τους χαρακτήρας, που οδηγούσε τις περισσότερες φορές σε σύγκρουση με την αστυνομία και τον στρατό. Χαρακτηριστική είναι η απεργία των μεταλλωρύχων του Λαυρίου το 1896: μια έκρηξη ενάντια στον ιταλό ιδιοκτήτη–σατράπη Σερπιέρι, ο οποίος παραλίγο να δολοφονηθεί από τους εργάτες, που ανατίναξαν αποθήκες της εταιρίας και συγκρούστηκαν με μονάδες ευζώνων.

Από το 1870 και για σχεδόν πενήντα χρόνια, όμιλοι σοσιαλιστικοί και εργατικοί, εφημερίδες συνδικαλιστικές ή πολιτικές εμφανίζονταν τη μια μέρα και χάνονταν την επόμενη, η διάδοση των σοσιαλιστικών ιδεών εξαρτιόταν καθοριστικά από προσωπικότητες της εποχής, απουσίαζαν μεταφρασμένα σοσιαλιστικά και θεωρητικά έργα και ακόμα η εργατική τάξη ήταν αναλφάβητη. Επιπλέον, οι πρωτεργάτες του εργατικού κινήματος είχαν ν’ αντιμετωπίσουν τη σύγχυση που τους μεταφερόταν από τις διεθνείς διαμάχες, οι οποίες ακολούθησαν την διάλυση της Α’ Διεθνούς, αλλά και τις στρεβλώσεις–αναθεωρήσεις του μαρξισμού από τη σοσιαλδημοκρατική Β’ Διεθνή.

Το 1877, ο Δημοκρατικός Σύλλογος Πάτρας, ένας από τους πρώτους σοσιαλιστικούς ομίλους, εκδίδει εφημερίδα και συνδέεται με ευρωπαϊκές οργανώσεις, στέλνοντας αντιπροσώπους σε διεθνείς διασκέψεις. Ακολούθησε η έκδοση της εφημερίδας «Άρδην» το 1885, με την οποία εμφανίζονται οι Πλάτων Δρακούλης και Σταύρος Καλλέργης, σημαντικοί προπαγανδιστές και οργανωτές σοσιαλιστικών ομίλων σε πολλές πόλεις, ο καθένας με τη δική του εκδοχή «σοσιαλισμού». Το 1894 γιορτάζεται πρώτη φορά η Εργατική Πρωτομαγιά, από περίπου 1.000 άτομα στην Αθήνα, προκαλώντας αίσθηση. Το 1911, το Σοσιαλιστικό Κέντρο Αθηνών του Ν. Γιαννιού όχι μόνο υιοθετεί το πρόγραμμα του γαλλικού σοσιαλδημοκρατικού κόμματος αλλά και για πρώτη φορά κάνει έκκληση ενοποίησης των ελλήνων σοσιαλιστών.

Μετά τον Α’ και Β’ Βαλκανικό Πόλεμο, στη διάρκεια των οποίων οι σοσιαλιστικές ομάδες της Παλιάς Ελλάδας γνωρίζουν μεγάλη κάμψη, ιδρύεται το 1910 στη Θεσσαλονίκη η Φεντερασιόν (Σοσιαλιστική Ομοσπονδία), από εβραίους εργάτες ως εργατική λέσχη. Γρήγορα μετατράπηκε σε σοσιαλιστική οργάνωση, που επιχειρούσε να οργανώσει ομοσπονδιακά όχι μόνο εβραίους αλλά και χριστιανούς και μουσουλμάνους. Στο σύντομο βίο της προώθησε την ενοποίηση των εθνικών σωματείων και των αλληλοβοηθητικών τους ταμείων, ενώ συνδέθηκε με το Διεθνές Σοσιαλιστικό Γραφείο της Β’ Διεθνούς. Μετά την προσάρτηση της Μακεδονίας, οργάνωσε τους αγώνες του βορειοελλαδικού προλεταριάτου, αναδεικνύοντας στελέχη όπως ο Αβραάμ Μπεναρόγια, πρωταγωνιστής στη μετέπειτα ίδρυση των ΓΣΕΕ και ΣΕΚΕ (Σοσιαλεργατικό Κόμμα Ελλάδας).

Απέναντι στην αστική τάξη

Ο καπιταλισμός και το εργατικό κίνημα στην Ελλάδα συγκροτούνται την εποχή που ο παγκόσμιος καπιταλισμός περνάει πλέον στη φάση του ιμπεριαλισμού, στην εποχή της ιστορικής παρακμής του, η οποία χαρακτηρίζεται από την αντιδραστική στροφή της αστικής τάξης (εξάντληση του ιστορικά προοδευτικού της ρόλου, δικτατορίες, φασισμός). Η ιδεολογική ωρίμανση του ελληνικού προλεταριάτου γίνεται κάτω από τη δαμόκλειο σπάθη της Μεγάλης Ιδέας, που πεθαίνει άδοξα με τη Μικρασιατική Καταστροφή. Το Κίνημα στο Γουδί, οι Βαλκανικοί Πόλεμοι, ο Εθνικός Διχασμός και η συμμετοχή στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο γεμίζουν τις θυελλώδεις δεκαετίες του 1910 και 1920.

Το στρατιωτικό κίνημα στο Γουδί το 1909 πυροδότησε την πρώτη εμφάνιση–παρέμβαση του εργατικού κινήματος στον πολίτικο γίγνεσθαι. Οι μεταβολές στο πολιτικό σύστημα μετά το Γουδί ήταν αποτέλεσμα και της παρέμβασης του εργατικού κινήματος, που πρόσθεσε το κοινωνικό βάρος και τα αιτήματά του στις συγκεντρώσεις του Σεπτεμβρίου 1909 στην Αθήνα, αν και με κυρίαρχη ακόμη τη μορφή της «συντεχνιακής» οργάνωσης (κοινές οργανώσεις μικροεργοδοτών–εργατών). Η αστική τάξη απάντησε άμεσα: ίδρυση της Ελληνικής Ένωσης Σωματείων από τους βιομήχανους, αμφισβητώντας για πρώτη φορά την ελληνικότητα της εργατικής τάξης (μοτίβο έκτοτε επαναλαμβανόμενο) – ίδρυση του Συνδέσμου Παραγωγικών Σωματείων από τους ίδιους κύκλους, αμφισβητώντας για πρώτη φορά και τον παραγωγικό χαρακτήρα της. Τον ίδιο χρόνο έχουμε τη σημαντική ίδρυση του ΕΚΑ (Εργατικό Κέντρο Αθηνών, είχε προηγηθεί η ίδρυση του ΕΚ Βόλου), μετά την αποχώρηση των εργατικών σωματείων από τον Σύνδεσμο Συντεχνιών, σηματοδοτώντας την οργανωτική και πολιτική ως έναν βαθμό ανεξαρτητοποίηση της εργατικής τάξης.

Η παρέμβαση του εργατικού κινήματος τον Σεπτέμβρη του 1909 ήταν αποτέλεσμα της έντονης συνδικαλιστικής δραστηριότητας μετά το 1905. Μεταξύ 1905–1910 ιδρύονται 150 νέα σωματεία και πυκνώνουν οι απεργίες. Στο διάστημα 1909–14 καταγράφηκαν 115 απεργίες, μεταξύ των οποίων η νικηφόρα πανκαπνεργατική απεργία στη Μακεδονία (προοιωνίζοντας τον πρωταγωνιστικό ρόλο του κλάδου στον Μεσοπόλεμο), η απεργία των ναυτεργατών το 1910, των υπαλλήλων του τραμ το 1911 και των σιδηροδρομικών το 1914.

Η κίνηση αυτή ανάγκασε τους Φιλελεύθερους του Ελ. Βενιζέλου να υιοθετήσουν προστατευτικές διατάξεις για τους εργαζόμενους, τις πρώτες στην ελληνική ιστορία. Το 1911, το νόμο 3934 «Περί υγιεινής και ασφάλειας των εργατών και περί ωρών εργασίας». Το 1912, τo νόμο 429 «Περί εργασίας γυναικών και ανηλίκων». Το 1914, το νόμο 281 «Περί σωματείων», που έδινε τη δυνατότητα σύναψης συλλογικών συμβάσεων στα σωματεία και απαγόρευε τη συμμετοχή εργοδοτών και εργαζομένων σε κοινό σωματείο. Βέβαια, το εργατικό δίκαιο έμενε ανεφάρμοστο όταν δεν επιβαλλόταν από εργατικές κινητοποιήσεις. Αυτό μαρτυρούν οι εκθέσεις των επιθεωρητών εργασίας μετά το 1913.

Αυτό το στοιχειώδες εργατικό δίκαιο εισήχθη σε μια περίοδο, όπου οι συνθήκες εργασίας και διαβίωσης των εργατικών μαζών ήταν κτηνώδεις. Οι ώρες εργασίας κυμαίνονταν από δεκάωρο στην καλύτερη περίπτωση έως δεκαοχτάωρο στη χειρότερη. Ο μέσος μισθός το 1914 κάλυπτε το 65–70% των απολύτως βασικών αναγκών μιας 4μελούς οικογένειας. Επίσης, τη δεκαετία του 1920 αντιστοιχούσαν 13 κάτοικοι για κάθε οικία στην Αθήνα, μόνο 6% των κατοικιών υδροδοτούνταν, ενώ αναλογούσε μόλις 1 αποχωρητήριο σε κάθε 5 οικογένειες.

Το εργατικό κίνημα στην Ελλάδα την περίοδο 1909–18 δεν κατάφερε ν’ αντιτάξει μια ανεξάρτητη ταξική πολιτική απέναντι στη Μεγάλη Ιδέα και τη φιλοπόλεμη πολιτική της ελληνικής μπουρζουαζίας. Οι βαλκανικοί πόλεμοι έπνιξαν σ’ ένα κύμα εθνικισμού την εργατική κίνηση στην Παλιά Ελλάδα, οι σοσιαλιστές επιστρατεύτηκαν και μόνο η Φεντερασιόν καταδίκασε τον πόλεμο. Το ξέσπασμα του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου βρήκε τους έλληνες εργάτες ανήμπορους να εκδώσουν έστω μια προκήρυξη καταδίκης του. Η διαμάχη των δύο παρατάξεων της ελληνικής άρχουσας τάξης, βενιζελικών και κωνσταντινικών, δημιούργησε σύγχυση στις εργατικές οργανώσεις. Στις εκλογές του 1915, η Φεντερασιόν συνέπραξε εκλογικά με την βασιλική παράταξη. Ανίκανοι να ξεσκεπάσουν τον κίβδηλο χαρακτήρα του συνθήματος περί «ουδετερότητας» των αντι–βενιζελικών, υπέταξαν την ανεξαρτησία της εργατικής τάξης στις ενδοαστικές και ενδοϊμπεριαλιστικές διαμάχες. Τον Μάη του 1917, σοσιαλιστικές ομάδες της Αθήνας συγγράφουν προκήρυξη, όπου εύχονται την στρατιωτική ήττα των Κεντρικών Δυνάμεων από την Αντάντ προς όφελος της Ρωσικής Επανάστασης.

Η Οκτωβριανή Επανάσταση του 1917 αποτελεί τομή για το εργατικό κίνημα της χώρας μας. Η ίδρυση της ΓΣΕΕ και του ΣΕΚΕ, που θα σφραγιστεί από την ακτινοβολία της Γ’ Διεθνούς, σε συνδυασμό με τη Μικρασιατική Καταστροφή και την έλευση των προσφύγων, εισάγουν το ελληνικό εργατικό κίνημα στη μεσοπολεμική του περίοδο.

ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΠΑΛΗ – Απρίλιος 2013

Στο επόμενο φύλλο: Η ίδρυση της ΓΣΕΕ και του ΣΕΚΕ