Ελληνοτουρκικά: Στο κόκκινο το θερμόμετρο της αντιπαράθεσης, μεγάλοι οι κίνδυνοι της νέας κλιμάκωσης

Από την Εργατική Πάλη Ιουνίου

 

Πριν κλείσουν καλά καλά δύο μήνες από την επίσκεψη Μητσοτάκη στην Κωνσταντινούπολη, η διαφαινόμενη εξομάλυνση των ελληνοτουρκικών σχέσεων καταρρέει. Η ρητορική εκατέρωθεν, οι κινήσεις σε διπλωματικό επίπεδο, αλλά τις τελευταίες μέρες και σε επιχειρησιακό, γύρισαν το θερμόμετρο της αντιπαράθεσης στις μέρες του καλοκαιριού του 2020, αν και, αυτή τη φορά τα πράγματα ίσως είναι ακόμη σοβαρότερα.

Αρχή της νέας αυτής διένεξης αποτέλεσε η επίσκεψη Μητσοτάκη στις ΗΠΑ, όχι μόνο για το περιεχόμενο της –πράγματι γελοίας– ομιλίας του στο Κογκρέσο (βλ. αντίστοιχο άρθρο Ε.Π.), αλλά και της ατζέντας που έθεσε στον Αμερικανό πρόεδρο σε σχέση με τα ελληνοτουρκικά.

 

Το υπόβαθρο της νέας κλιμάκωσης

Ο νέος γύρος όξυνσης μεταξύ Ελλάδας – Τουρκίας δεν θα πρέπει να θεωρηθεί μια απλή επανάληψη των προηγουμένων. Όχι γιατί τα διακυβεύματα μεταξύ των δύο αστικών τάξεων έχουν αλλάξει, αλλά γιατί πρόκειται για μια σύγκρουση (προς το παρόν ευτυχώς σε διπλωματικό επίπεδο), που συμβαίνει σε μια νέα περίοδο, αυτήν της γενικευμένης αναταραχής και επέκτασης των πολεμικών συγκρούσεων, που εγκαινιάστηκε με τη σύγκρουση Ρωσίας – Ουκρανίας (ΝΑΤΟ).

Όπως επισημάναμε και σε προηγούμενο φύλλο της Ε.Π., η στρατηγική του Μητσοτάκη και συνολικά της ελληνικής μπουρζουαζίας, ήταν εξαρχής αυτήν του πιο «δεδομένου» συμμάχου των ΗΠΑ, ξεπερνώντας κάθε όριο σε αντιρωσική υστερία. Ο λόγος γι’ αυτήν την πολιτική ή μάλλον το στρατηγικό κέρδος στο οποίο αποσκοπεί η Ελλάδα, είναι η μετατροπή της σε υψηλή υπαλληλία των ιμπεριαλιστών στην περιοχή –πιθανόν να φαντάζονται τη μετατροπή της χώρας σε ένα νέο Ισραήλ, παρόλο που αυτό είναι πλήρως ανεδαφικό– και συγκεκριμένα η «προστασία» των ιμπεριαλιστών απέναντι στην εκρηκτική άνοδο (αυτό είναι το βασικό πρόβλημα και όχι γενικά κι αόριστα η «επιθετικότητα») της Τουρκίας στην περιοχή της Νοτιοανατολικής Μεσογείου.

Η συνάντηση Μητσοτάκη – Ερντογάν τον Μάρτιο ήταν ένα αναγκαστικό βήμα και από τις δύο πλευρές –κάτω από την πίεση των ιμπεριαλιστών– προκειμένου να κρατηθεί αρραγές το μέτωπο του ΝΑΤΟ, ειδικά στην περιοχή μας που, με τον πόλεμο στην Ουκρανία αποκτά μια ιδιαίτερη σημασία. Ωστόσο, αυτό που είχε τη μεγαλύτερη σημασία για την ελληνική αστική τάξη, δεν ήταν η εξομάλυνση των σχέσεων ή η ειρήνη στην περιοχή, αλλά η αγωνιώδης προσπάθεια να αποδείξει στα μάτια των Αμερικάνων (και δευτερευόντως των Ευρωπαίων), ότι η Τουρκία είναι ο «επιτήδειος ουδέτερος», ότι δεν στηρίζει πράγματι την αντιρωσική εκστρατεία και, με αυτή την έννοια ότι αποτελεί μονόδρομο για τους εταίρους η προνομιακή αντιμετώπιση της Ελλάδας στην περιοχή. Όσο μάλιστα η Τουρκία κέρδιζε πόντους στη διεθνή διπλωματία (με την πρωτοβουλία της να φιλοξενήσει τις διερευνητικές επαφές Ρωσίας – Ουκρανίας), η ανάγκη για αυτήν την πολιτική από πλευράς Ελλάδας μεγάλωνε ακόμα περισσότερο.

Αυτό επεδίωξε να κάνει ο Μητσοτάκης στην επίσκεψή του στην Ουάσινγκτον. Στη συνομιλία του με τον Μπάιντεν, αλλά και κατά τη διάρκεια του λόγου του στο Κογκρέσο, συνέταξε την Τουρκία στις λεγόμενες «αναθεωρητικές» χώρες, μαζί με τη Ρωσία, δηλαδή σε έναν καινούριο «άξονα του κακού». Επί της ουσίας, ζήτησε την ακύρωση της συμφωνίας ΗΠΑ – Τουρκίας για αναβάθμιση των μαχητικών F-16 και σε δεύτερο χρόνο την αγορά νέων από την τελευταία, και ταυτόχρονα την επικύρωση της συμφωνίας για μαχητικά αεροσκάφη 5ης γενιάς (F-35) από την Ελλάδα. Η επιδίωξη αυτή, η οποία αποτελεί μια άκρως επιθετική κίνηση, αν γινόταν πραγματικότητα, θα σήμαινε μια σημαντική αναβάθμιση της ελληνικής πολεμικής αεροπορίας έναντι της τουρκικής, ειδικά σε βάθος λίγων χρόνων, αφού τα F-16 αποτελούν τη ραχοκοκαλιά της. Πρόκειται δηλαδή για μια «απαίτηση» λίγο πολύ, η πολεμική αεροπορία της Τουρκίας πρακτικά να μην μπορεί να εκσυγχρονιστεί!

Η αντίδραση της τουρκικής πλευράς και του Ερντογάν ήταν, όπως ήταν φυσικό, σφοδρή, με τον Τούρκο πρόεδρο να δηλώνει ότι «δεν υπάρχει για μένα Μητσοτάκης». Τις μέρες που ακολούθησαν και οι δύο πλευρές κατηγόρησαν η μία την άλλη για συνεχείς παραβιάσεις του εθνικού εναέριου χώρου τους. Η Τουρκία κατ’ εντολή Ερντογάν πάγωσε τις διμερείς συνομιλίες με την Ελλάδα, ακυρώνοντας το Ανώτατο Συμβούλιο Στρατηγικής Συνεργασίας μεταξύ των δύο χωρών. Στις διαμαρτυρίες της Ελλάδας σε ΗΠΑ, ΕΕ, ΟΗΕ, ότι η Τουρκία απειλεί τα κυριαρχικά της δικαιώματα με τις υπερπτήσεις και την Γαλάζια Πατρίδα, η Τουρκία απαντάει ότι αυτή είναι που απειλείται, καθώς η Ελλάδα καταστρατηγεί τη Συνθήκη της Λωζάννης και συγκεκριμένα τις διατάξεις για την αποστρατιωτικοποίηση των νησιών του Ανατολικού Αιγαίου. Προχωράει μάλιστα πολλά βήματα παρακάτω, όχι απλά επαναφέροντας τη θεωρία των Γκρίζων Ζωνών, αλλά θέτοντας και θέμα κυριαρχίας νησίδων του Αιγαίου.

Τα απανωτά διαβήματα της ελληνικής κυβέρνησης σε όλους τους εταίρους, έγιναν αρχικά δεκτά με μια παγερή αδιαφορία. Η Κομισιόν δεν έκανε κανένα σχόλιο, η Γερμανία κάλεσε τους ηγέτες και των δύο χωρών να τα βρουν, ενώ οι ΗΠΑ απάντησαν με μια τυπική δήλωση στήριξης, χωρίς φυσικά να θέτουν κάποιο ζήτημα παγώματος εμπορικών και κυρίως στρατιωτικών συμφωνιών με την Τουρκία. Η νέα τροποποιημένη δήλωση του καγκελάριου της Γερμανίας, στην οποία φαίνεται να εγκαταλείπει τις ίσες αποστάσεις γέρνοντας προς το μέρος της Ελλάδας, δεν έχει τη βαρύνουσα σημασία που θέλουν ή φαντάζονται οι Έλληνες διπλωμάτες.

Την ίδια στιγμή η τουρκική πλευρά απαντά πολύπλευρα, δείχνοντας ότι γι’ αυτήν, ο ελληνοτουρκικός ανταγωνισμός είναι ένα από τα πολλά όπλα που έχει στη φαρέτρα της. Εντείνει τη ρητορική της για πιθανή άσκηση βέτο για την είσοδο Σουηδίας – Φινλανδίας στο ΝΑΤΟ[1], ετοιμάζει νέα στρατιωτική εισβολή στη Συρία για το χτύπημα των Κούρδων, αποστέλλει το ερευνητικό Τσεσμέ κοντά στη Λέσβο, ενώ ανακοίνωσε ότι σε δύο μήνες το τέταρτο γεωτρύπανό της (Γιαβούζ) θα πλεύσει στη Μεσόγειο.

 

Οι κίνδυνοι της νέας όξυνσης και τα καθήκοντα του εργατικού κινήματος

Η νέα όξυνση της αντιπαράθεσης εκτυλίσσεται ταχύτατα, και φαίνεται ήδη να προσεγγίζει την επικινδυνότητα αυτής του 2020. Κάθε επόμενη σύγκρουση θα είναι ακόμα πιο επικίνδυνη από την προηγούμενη.

Η ελληνική κυβέρνηση διαρρέει φήμες για «υβριδική απειλή» της Τουρκίας μέσα στο καλοκαίρι, επιχειρώντας να δημιουργήσει κλίμα τρομοκρατίας και εθνικής συναίνεσης. Ανεξάρτητα από την ευστάθεια αυτών των φημών, ο κίνδυνος για ένα θερμό επεισόδιο είναι υπαρκτός και μεγάλος. Και πρώτα απ’ όλα, γιατί μια όξυνση της αντιπαράθεσης αυτήν τη στιγμή συμφέρει τις δύο αστικές τάξεις και, ειδικά την ελληνική.

Η ελληνική αστική τάξη γνωρίζει ότι το «καλό κλίμα» που επιδιώχθηκε να δημιουργηθεί κατόπιν υπόδειξης των ιμπεριαλιστών, μακροπρόθεσμα είναι προς το συμφέρον της Τουρκίας. Αυτή είναι που έρχεται με προτάσεις «διαλόγου», που επιζητά τη διευθέτηση διμερώς όλων των ανοιχτών ζητημάτων ανάμεσα στις δύο χώρες. Για την ελληνική μπουρζουαζία κάθε προσπάθεια διευθέτησης είναι από χέρι χαμένη, αφού τα δικά της επιχειρήματα αφορούν μια πλήρη άρνηση σε οποιαδήποτε αλλαγή ενός στάτους κβο, το οποίο θεμελιώθηκε εδώ και έναν αιώνα, σε περίοδο και από δυνάμεις που δεν έχουν απολύτως καμία σχέση με τη σημερινή κατάσταση. Γι’ αυτό βλέπει τη λύση μόνο στην εμπλοκή των ιμπεριαλιστών, και κυρίως των Αμερικάνων, πράγμα που έχει μια τεράστια δυσκολία αφού η Τουρκία είναι μια χώρα και μια οικονομία κλειδί, που καταφέρνει με μοναδικό τρόπο αυτήν τη στιγμή να ισορροπεί ανάμεσα στα δύο νέα αντίπαλα στρατόπεδα της Δύσης και της Ανατολής. Με αυτήν την έννοια, ο πιο «ασφαλής» τρόπος να υπάρξει αυτή η εμπλοκή είναι η εξώθηση της Τουρκίας σε μια επιθετική ενέργεια που θα αναγκάσει τους Δυτικούς να πάρουν σαφή θέση υπέρ της Ελλάδας.

Η παρατεταμένη προεκλογική περίοδος που υπάρχει και στις δύο χώρες, αυξάνει τον κίνδυνο για τυχοδιωκτικές ενέργειες εκατέρωθεν. Από το εργατικό κίνημα απαιτείται εγρήγορση και αντανακλαστικά: Κανένα «εθνικό» άλλοθι στην κυβέρνηση Μητσοτάκη και στο ελληνικό κεφάλαιο. Εχθρός μας είναι η φτώχεια, η ακρίβεια, τα πανάκριβα εξοπλιστικά προγράμματα που μας καταδικάζουν σε εξαθλίωση. Δεν πολεμάμε ούτε για το ΝΑΤΟ, ούτε για τις ΑΟΖ και τους υδρογονάνθρακες που το ελληνικό και ξένο κεφάλαιο θέλει να εκμεταλλευτεί. Αναπτύσσουμε τους ταξικούς διεθνιστικούς δεσμούς μας με το εργατικό κίνημα της Τουρκίας ενάντια στις κυβερνήσεις μας, κάνοντας εμείς το πρώτο βήμα, ενάντια στη δική μας πολεμοκάπηλη και τυχοδιωκτική κυβέρνηση.

[1]   Η στάση της Τουρκίας στο ζήτημα της εισόδου Φινλανδίας – Σουηδίας έχει τη δική του αυτονομία. Αφορά τόσο στη σχέση της Τουρκίας με αυτές τις δύο χώρες, όπως υποστηρίζει ο Ερντογάν, όσο και στην προσπάθεια της Τουρκίας να ισορροπήσει ανάμεσα στη θέση της ως μέλος του ΝΑΤΟ και στις σχέσεις της με τη Ρωσία τις οποίες έχει καταφέρει μέχρι στιγμής να διατηρήσει. Ωστόσο, το ζήτημα αυτό αποτελεί και ένα διαπραγματευτικό χαρτί για την Τουρκία με τους ιμπεριαλιστές — και σε ό,τι αφορά στα ελληνοτουρκικά.