Συνέντευξη/Τοποθέτηση της ΟΚΔΕ στο περιοδικό «Μαρξιστική Σκέψη» για το Μέτωπο

ΜΑΡΞΙΣΤΙΚΗ ΣΚΕΨΗ – τεύχος 23, Ιούνιος 2017
Συνέντευξη/Τοποθέτηση της ΟΚΔΕ για το Μέτωπο κ.λπ.

  1. Καθώς η κρίση και η άγρια λιτότητα συνεχίζονται αμείωτες, στη μέση της θητείας της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, το ζήτημα του Μετώπου των δυνάμεων της αντικαπιταλιστικής – αντιμνημονιακής Αριστεράς έρχεται εκ των πραγμάτων στο προσκήνιο. Ποια είναι κατά τη γνώμη σας η γενική τοποθέτηση του ζητήματος σήμερα;

Η δομική κρίση του παγκόσμιου καπιταλισμού ιδιαίτερα μετά το 2007–2008 και η έρπουσα υποτροπή της, η αποτυχία των στρατηγικών αντιμετώπισής της (π.χ. Παγκοσμιοποίηση) και συνεπακόλουθα η κρίση (ή κενό) στη διαχείρισή της, η πολιτική-ιδεολογική κρίση των αστικών επιτελείων, η διαλυτική κρίση της Ε.Ε., η κρίση της παγκόσμιας αστικής ηγεσίας και η έντονη όξυνση των ανταγωνισμών, η απειλή γενίκευσης του πολέμου (οι «μεγάλες δυνάμεις» της εποχής μας αντιπαρατίθενται σε Ουκρανία, Συρία, Ασία/Ειρηνικό), η αποσταθεροποίηση στην ευρύτερη περιοχή (Βαλκάνια, Μ. Ανατολή κ.ά.), η αντιδημοκρατική αναδίπλωση στην Ευρώπη κ.ά..: Αυτά δημιουργούν κινδύνους ιστορικών διαστάσεων για την εργατική τάξη και την ανθρωπότητα, αλλά και ευκαιρίες για το εργατικό και επαναστατικό κίνημα. Παγκόσμια (ΗΠΑ, Λ. Αμερική, Ασία, Αφρική) αλλά και στην Ευρώπη εκδηλώνονται σημαντικοί ταξικοί αγώνες, κάποιες φορές με στοιχεία ανασυγκρότησης–ανασύνθεσης. Έχουμε ογκούμενη απόρριψη της Ε.Ε. και των πολιτικών της, των παραδοσιακών αστικών πολιτικών δυνάμεων, που δείχνει την απόρριψη του «παλιού», την αναζήτηση διεξόδου απ’ τις μάζες – όσο κι αν την εκμεταλλεύονται αντιδραστικές δυνάμεις ή δυσκολεύεται να εκφραστεί λόγω του κενού στην Αριστερά (γενικά της κρίσης του εργατικού κινήματος).

Στην Ελλάδα, εργαζόμενοι, φτωχά λαϊκά στρώματα και νεολαία αντιμετωπίζουν τρομακτικά αδιέξοδα. Χρεοκοπία του ελληνικού καπιταλισμού, μετατροπή σε αποικία χρέους προσδεμένη σε μια Ευρωζώνη/Ε.Ε. σε αποσύνθεση, αστικό/μνημονιακό πολιτικό σκηνικό σε αποσύνθεση (παρά την κοινοβουλευτική «ομοφωνία» και πλειοψηφία), αστική τάξη απρόθυμη για οποιαδήποτε εναλλακτική πορεία, εργαζόμενες και φτωχές λαϊκές μάζες που δεν έχουν υποταχτεί στα Μνημόνια παρά τα χτυπήματα – η κατάσταση στην Ελλάδα είναι αντικειμενικά εκρηκτική, τείνει διαρκώς προς την αστάθεια της αστικής εξουσίας. Η πολιτική κατάσταση μπαίνει σε μια σκοτεινή εποχή, καταστροφών κοινωνικών και πολιτικών δικαιωμάτων, κινδύνων πολεμικών τυχοδιωκτισμών (στο πλευρό των ΗΠΑ και ΝΑΤΟ), «ανώμαλων» λύσεων, για να κρατηθεί όρθιος ο σάπιος ελληνικός καπιταλισμός.

Μια πραγματική διέξοδος υπέρ της εργατικής τάξης βρίσκεται μόνο στους αγώνες, στην ανασυγκρότηση–ανασύνθεση του εργατικού κινήματος (προγραμματική, πολιτική, οργανωτική), στην ανατροπή του καπιταλισμού, όχι σε οποιοδήποτε «ενδιάμεσο στάδιο» (πατριωτικό, δημοκρατικό, αντιμνημονιακό κ.ο.κ.).

Αντίθετα, στη σημερινή συζήτηση περί «μετώπων» παραμερίζονται τα πιο κρίσιμα σημεία:

α) Εγκαταλείπεται, επί της ουσίας, ο στόχος της ενότητας του κινήματος, της πάλης για το Ενιαίο Μέτωπο, της επαναστατικής ανατροπής, της σοσιαλιστικής διεξόδου απ’ την κρίση, του τσακίσματος του αστικού κράτος. Αυτά συμπυκνώνει και το μεταβατικό σύνθημα/στόχος πάλης για μια Κυβέρνηση των Εργαζομένων. Στην καλύτερη περίπτωση, οι διάφορες «μετωπικές» αναφορές είναι θολές, ή γενικόλογες, (π.χ. αντικαπιταλιστική ανατροπή) ή ρεφορμιστικές (δημοκρατία, λαϊκή/εθνική κυριαρχία κ.λπ.).

β) Τονίζεται μονόπλευρα το (σωστό) σύνθημα της εξόδου από Ευρώ/Ε.Ε. – που χειροτέρευσαν την κρίση, αλλά βέβαια δεν την δημιούργησαν.

β) Παραχαράσσεται το Μεταβατικό Πρόγραμμα (όπως το επεξεργάστηκε η 3η Διεθνής, πιο ολοκληρωμένα ο Τρότσκι και η 4η Διεθνής), σ’ ένα «ενδιάμεσο στάδιο» ή σε διαχείριση της καπιταλιστικής οικονομίας (και της κρίσης) και του αστικού κράτους (μέσω κάποιου «εκδημοκρατισμού»), σε ανοιχτή ή ανομολόγητη συμμαχία με «προοδευτικά» κομμάτια της αστικής τάξης.

γ) Απουσιάζει ένα σχέδιο αγώνων. Ακόμα, παρά τις επικλήσεις της «ενότητας», οι ίδιες δυνάμεις την καταστρατηγούν, την χρησιμοποιούν τακτικίστικα. Το κύριο «μετωπικό» πεδίο αποδεικνύονται οι εκλογές, η συγκόλληση ετερόκλητων δυνάμεων (και το δεύτερο για χάρη του πρώτου).

Τα «μέτωπα» δεν είναι αυτοσκοπός ή πανάκεια. Το κρίσιμο είναι: κυριαρχεί μια επαναστατική κατεύθυνση ή μια ρεφορμιστική ή κεντριστική; Τρία σημεία είναι κρίσιμα εδώ:

  1. Ο ΣΥΡΙΖΑ οικοδομήθηκε και κατέρρευσε περίπου με τα ίδια επιχειρήματα/υλικά περί «μετώπων». Αυτό δεν πρέπει να κρυφτεί πίσω από επιμέρους πλευρές του προγράμματος του ΣΥΡΙΖΑ.
  2. Η κρίση ηγεσίας της εργατικής τάξης βρίσκεται σε ιστορικά υψηλά επίπεδα (ίσως χειρότερα από τότε που συμπύκνωσε σ’ αυτή τη φόρμουλα ο Τρότσκι τα προβλήματα της εποχής μας). Παγκόσμια, το προλεταριάτο ισχυροποιείται κοινωνικά, αλλά σήμερα, 100 χρόνια απ’ την Οκτωβριανή Επανάσταση, ο «υποκειμενικός παράγοντας» βρίσκεται μάλλον πιο πίσω. Ειδικά στην Ευρώπη, τα τελευταία 20 χρόνια είχαμε ένα κύμα ρεφορμιστικής προσαρμογής ή εξαφάνισης επαναστατικών ή απλά αριστερών δυνάμεων (κατρακύλισμα Κομμουνιστικής Επανίδρυσης (Ιταλία), αυτοδιάλυση LCR στο «αντικαπιταλιστικό» NPA (Γαλλία) κ.ά.), στο όνομα «πλατιών» κομμάτων/«μετώπων»/πολιτικών.
  3. Δεν έχουμε μόνο κρίση του καπιταλισμού, αλλά και του εργατικού κινήματος (που δυσκολεύει από την ανεργία, φτωχοποίηση κ.λπ.). Η κατάσταση αυτή δεν είναι στατική, οι δυνατότητες απ’ αυτή μπορούν να εκδηλώνονται «απότομα» και «ξαφνικά», να κυοφορούνται ακόμα πιο εκρηκτικές, λόγω της κρίσης του συστήματος, της διάλυσης των ρεφορμιστικών μηχανισμών κ.λπ. Ωστόσο, αυτά δεν παράγουν αυτόματα τη λύση και τους συσχετισμούς υπέρ του προλεταριάτου.
  4. Έτσι, σήμερα (ειδικότερα στην Ευρώπη) η κρίση είναι τόσο βαθιά που καμία μεσοβέζικη πολιτική δεν μακροημερεύει: είτε ανδρώνεται επαναστατικά, είτε καταδικάζεται να αλέθεται στις μυλόπετρες της κρίσης – όπως και ο ΣΥΡΙΖΑ. Η αστάθεια είναι πολύ μεγάλη, με την απουσία ιδεολογικών, ιστορικών κ.λπ. αναφορών (κρίση του εργατικού κινήματος και της σοσιαλιστικής εναλλακτικής), με τις κοινωνικές και πολιτικές ανακατατάξεις (ανεργία, φτώχεια, καταστροφή στρωμάτων της εργατικής τάξης, της εργατικής αριστοκρατίας, μεσοστρωμάτων κ.λπ., αποσύνθεση αστικών κομμάτων κ.ά.). Η σταθεροποίηση αυτής της κατάστασης από την πλευρά του εργατικού κινήματος απαιτεί πριν απ’ οτιδήποτε άλλο μια κομμουνιστική δύναμη με στέρεα συγκρότηση (ιδεολογική, πολιτική, κοινωνική).

Το πρωταρχικό καθήκον είναι η οικοδόμηση (διεθνώς και σε κάθε χώρα) μιας νέας επαναστατικής δύναμης. Το πρόβλημα των κοινωνικών και πολιτικών συμμαχιών (εδώ εντάσσονται τα «μέτωπα») έχει σαν προϋπόθεση την ύπαρξη/ενίσχυση τέτοιων αξιόλογων δυνάμεων. Υποτάσσεται σ’ αυτό. Η προσπάθεια το πρώτο να παρακαμφθεί μέσω του δεύτερου είναι καταδικασμένη σε αποτυχία ή ακόμα πιο καταστροφικές ρεφορμιστικές παραχωρήσεις.

Η ενότητα της εργατικής τάξης είναι ένας στρατηγικός στόχος των επαναστατών μαρξιστών, ειδικά για ν’ αντιμετωπιστεί η καπιταλιστική κρίση, η ιστορική επίθεση του κεφαλαίου και του ιμπεριαλισμού. Τον υπηρετεί κανείς ορθά (χωρίς εκλογικίστικες αυταπάτες ή άλλες ρεφορμιστικές παραχωρήσεις) εργαζόμενος καταρχήν για τον επείγοντα αναγκαίο συντονισμό και ενότητα στην δράση όποιας δύναμης είναι/λέγεται αντικαπιταλιστική, αντιμνημονιακή ή θέλει να παλέψει, με στόχο το Ενιαίο Μέτωπο. Αυτή είναι μια απ’ τις προτεραιότητες της ΟΚΔΕ. Αντίθετα, ο τρόπος που τίθενται τα «μέτωπα», ως λυδία λίθος που ως δια μαγείας θα λύσει τα προβλήματα της ταξικής πάλης, έχει πρακτικά ταυτιστεί με τον εκλογικισμό, τον αποκλειστικό προσανατολισμό στο αστικό κοινοβούλιο. Αυτά τα «μέτωπα» έχουν γίνει ένα επιπλέον πρόβλημα για το κίνημα. Έχουν εντέλει παράγει περισσότερο κατακερματισμό (όπως το βλέπουμε), πισωδρομώντας και από την πιο στοιχειώδη συνεννόηση.

  1. Η προγραμματική βάση έμπαινε πάντα σε πρώτο πλάνο σε συζητήσεις για τη συνεργασία των δυνάμεων της Αριστεράς στη χώρα μας, πολύ συχνά όμως έμεναν στο περιθώριο οι στρατηγικές προοπτικές της. Πώς μπαίνουν αυτά τα ζητήματα σήμερα;

Πρόγραμμα και Στρατηγική συνδέονται διαλεκτικά. Αυτό δεν σημαίνει αυθαιρεσία επιλογής συνθημάτων, διατυπώσεων κ.λπ. (προκειμένου να κρατηθούν «ενωτικές» ισορροπίες). Η σοσιαλδημοκρατία μόλις μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο αφαίρεσε απ’ το πρόγραμμά της τη δικτατορία του προλεταριάτου. Ο ΣΥΡΙΖΑ έδινε επίσης πολλές τέτοιες προγραμματικές «εγγυήσεις», από τις οποίες αρκετοί γαντζώθηκαν και οι οποίες πετάχτηκαν στον κάλαθο των αχρήστων…

Η διαλεκτική Προγράμματος και Στρατηγικής είναι αυστηρή. Πρόγραμμα χωρίς στρατηγική είναι καράβι χωρίς πυξίδα. Αλλά και ένα πρόγραμμα που αντικειμενικά (σκόπιμα ή από λάθος) δεν υπηρετεί τη Σοσιαλιστική Επανάσταση, θα τείνει αναπόφευκτα να υπονομεύσει και αναιρέσει τον στόχο. Για τους επαναστάτες μαρξιστές, το Πρόγραμμα δεν είναι ένα άθροισμα αιτημάτων (οσοδήποτε σωστών). Είναι επίσης (τουλάχιστον) μια πολιτική πρακτική: σχέδιο αγώνων, ανάπτυξη αυτοοργάνωσης και ριζοσπαστικοποίησης της τάξης, ενωτική πολιτική, εργατική δημοκρατία μέσα στο κίνημα κ.λπ.

Παραπέρα, στοιχεία μιας σύγχρονης επαναστατικής στρατηγικής είναι τουλάχιστον: α) Η ανάλυση της κρίσης του καπιταλισμού/ιμπεριαλισμού και των αλλαγών στον σημερινό κόσμο. Επίσης, της πραγματικής κατάστασης του εργατικού κινήματος και των καθηκόντων που θέτει. β) Η συζήτηση για τον Σοσιαλισμό, ως εναλλακτική στην κρίση και βαρβαρότητα του καπιταλισμού – τραυματισμένη από τον Σταλινισμό (που πρέπει να αναγνωριστεί ως τέτοιος), την κρίση του εργατικού κινήματος. Η επεξεργασία τους πρέπει να επανέλθει, σε στέρεες βάσεις, αξιοποιώντας την πάλη του Επαναστατικού Μαρξισμού και της 4ης Διεθνούς ενάντια στον Σταλινισμό, όχι με μια «εύκολη» προσαρμογή σε νεορεφορμιστικές ή νεοσταλινικές καρικατούρες ή μια συναισθηματική επίκληση ηρωικών στιγμών του παρελθόντος.

  1. Η σχέση Μέτωπο – κινήματα, της σύνδεσης του «από πάνω» με το «από κάτω», είναι επίσης ένα θέμα κομβικής σημασίας, όπως είναι και το θέμα της εξεύρεσης των κατάλληλων οργανωτικών μορφών οικοδόμησης ενός Μετώπου. Τι μας διδάσκει η ιστορική εμπειρία;

Η κλασική λύση του Επαναστατικού Μαρξισμού (μπολσεβικισμός, 3η Διεθνής, 4η Διεθνής) έχει δοθεί με τις μορφές αυτοοργάνωσης της εργατικής τάξης και το Ενιαίο Εργατικό Μέτωπο.

Οι μορφές αυτοοργάνωσης είναι το πρωταρχικό πεδίο ενότητας/ενοποίησης της εργατικής τάξης, ανάπτυξης της αυτενέργειας, εμπειριών, συνείδησής της – απαραίτητο «σχολείο» για την επαναστατική ανατροπή του καπιταλισμού, την Εργατική Δημοκρατία/Σοσιαλισμό.

Η τακτική του Ενιαίου Μετώπου ξεκινάει από την ενότητα στην δράση και μπορεί να κλιμακώνεται (για τους επαναστάτες μαρξιστές σύμφωνα με κάποιες συγκεκριμένες προϋποθέσεις). Δεν πρόκειται για «ενότητα της Αριστεράς», δηλαδή για ενότητα με τους ρεφορμιστές και ειδικά τους μηχανισμούς τους ή για να δράσουν αυτοί αντικαπιταλιστικά κάτω από κάποια «πίεση» – αλλά ουσιαστικά για αμφισβήτηση και υπερφαλάγγισή τους.

Ιστορικά επιβεβαιώνεται ότι η λειτουργία κάθε «μετώπου» (όχι οι καρικατούρες που ευδοκιμούν στη χώρα μας) κρίνεται στον πολιτικό συσχετισμό στο εσωτερικό του. Τα κλασικά Λαϊκά Μέτωπα, όσο κι αν τροφοδοτούνταν απ’ τον πόθο ενότητας της εργατικής τάξης, χρησιμοποιήθηκαν από τον Σταλινισμό και τη Σοσιαλδημοκρατία (εντέλει την αστική τάξη) για να τσακιστεί η επαναστατική κίνησή της (Ισπανία, Γαλλία κ.ο.κ. και βέβαια Ελλάδα/ΕΑΜ). Ενώ υπήρξαν μέτωπα κατ’ όνομα Λαϊκά, που όντως λειτούργησαν επαναστατικά, οδηγώντας στην ανατροπή του καπιταλισμού (π.χ. Γιουγκοσλαβία, Βιετνάμ). Ωστόσο, το πρώτο είναι ο κανόνας, το δεύτερο η εξαίρεση.

Η πρόσδεση στον ΣΥΡΙΖΑ ή αντίστοιχα «πλατιά» μορφώματα, με άλλοθι το Ενιαίο Μέτωπο, είναι λάθος και παραχάραξη, δεν έχει σχέση με την επαναστατική μετωπική πολιτική.

Σήμερα πρέπει να ξεκινάμε απ’ τον συντονισμό/ενότητα στην δράση. Βλέπουμε, αντίθετα, έναν ακραίο κατακερματισμό, ακόμα και στα πιο στοιχειώδη (π.χ. συμπόρευση σε κινητοποιήσεις) ή στο εσωτερικό διάφορων «μετώπων» κατά τα άλλα «ενωτικών». Επίσης, η συζήτηση περί «μετώπων» υποκαθιστά αυτή για την αυτοοργάνωση της εργατικής τάξης (γενικά για ένα σχέδιο αγώνων), με πολλαπλές «πρωτοβουλίες» ή «μέτωπα» το ένα μέσα ή πάνω στο άλλο. Ή, χειρότερα, από μια εργαλειακή, τακτικίστικη χρήση των μορφών αυτοοργάνωσης (σύλλογοι, σωματεία, επιτροπές κ.λπ.) ως υπομόχλια της α΄ ή β΄ πολιτικής επιλογής, του ανταγωνισμού μηχανισμών. Πρόκειται για παραλλαγή της σταλινικής υποκατάστασης της τάξης απ’ το κόμμα, καταδικασμένη σε αδιέξοδο.

  1. Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν πως ένα σχήμα ΛΑΕ – ΑΝΤΑΡΣΥΑ – Πλεύση Ελευθερίας και άλλων ομάδων του αριστερού αντικαπιταλιστικού – αντιμνημονιακού χώρου θα συγκέντρωνε ένα αξιόλογο ποσοστό. Πόσο ρεαλιστική είναι η συγκρότησή του; Ποια θεωρείτε ως κύρια εμπόδια και αντιρρήσεις;

Η βάση ενός τέτοιου ετερόκλητου σχήματος θα ήταν καθαρά εκλογικίστικη, διάλυση σ’ ένα λαϊκομετωπικό «πρόγραμμα» (δημοκρατικό, εθνικό/πατριωτικό, αντιμνημονιακό), ένας οπορτουνισμός. Μια προσπάθεια ενός «μικρού ΣΥΡΙΖΑ», εγγυώμενη μόνο νέες διαψεύσεις στην εργατική τάξη και το κίνημα. Το χειρότερο σ’ αυτή τη συζήτηση είναι ο εγκλωβισμός στις κοινοβουλευτικές αυταπάτες. Φυσικά, οι μάζες μπορεί να έχουν –και έχουν– πολλές εκλογικές και κοινοβουλευτικές αυταπάτες. Αλλά αυτές δεν αντιμετωπίζονται μ’ έναν εκλογικό κρετινισμό, που υποτάσσει τα πάντα στο «λίγο ακόμα θέλουμε για το 3%».

  1. Αρκετά συχνά ακούγεται στον κόσμο της Αριστεράς ότι οι υφιστάμενες διαφορές ανάμεσα στις δυνάμεις της είναι δευτερεύουσες και ότι η επίκλησή τους χρησιμεύει σαν άλλοθι για την αποφυγή της συνεργασίας. Πόσο αληθεύει αυτό;

Οι διαφορές είναι όντως αρκετά σημαντικές (σίγουρα όχι όλες ή στον βαθμό που επιστρατεύονται από διάφορες πλευρές). Κατά την άποψή μας, δεν πρέπει να ενδιαφέρει με τα σημερινά δεδομένα ένα τέτοιο «μέτωπο». Ο ευρύτερος περίγυρός της Αριστεράς πρέπει να κάνει μια τομή στη λογική και πρακτική του, απεγκλωβιζόμενος από το παραλυτικό άγχος μιας «παναριστεράς», μιας ΕΑΜίτικης κουλτούρας. Μιλώντας ευρύτερα για εργαζόμενους και φτωχά λαϊκά στρώματα, δεν πρέπει να γίνεται «εμπόριο ενότητας και ελπίδας», όπως του ΣΥΡΙΖΑ. Εκεί που υπάρχουν αυταπάτες, πρέπει να τις καταπολεμήσουμε και να τις ξεριζώσουμε. Όχι να τις χαϊδολογήσουμε, παρουσιάζοντας ένα «ενωτικό σχήμα» («νέο»;) ως δίαυλο ανακούφισης. Εκεί, όλα ξεκινάνε να κρίνονται από το πόσο χρήσιμοι μπορούμε να είμαστε στην ανάπτυξη της οργάνωσης και ενότητας των αγώνων.

Τα τελευταία χρόνια, είχαν επεκταθεί οι αναφορές σε Ενιαίο Μέτωπο, Μεταβατικό Πρόγραμμα, Κυβέρνηση των Εργαζομένων κ.λπ., κάνοντας να φαίνεται μια πλατιά απόρριψη του Σταλινισμού. Δυστυχώς, αυτό δεν σήμανε σοβαρές αλλαγές στην πρακτική οργανώσεων. Κακέκτυπα αυτών των συνθημάτων χρησιμοποιήθηκαν (χωρίς αυτό να δικαιολογεί την υπεραριστερή άρνησή τους) για να συγκαλύψουν μια πορεία προς τον ρεφορμισμό ή εντελώς ευκαιριακά από δυνάμεις που κατά τα άλλα κινούνται σεχταριστικά.

Επίσης, σήμερα βλέπουμε εκφυλιστικά φαινόμενα, μέχρι την άσκηση φυσικής βίας, ανάμεσα σε αριστερές δυνάμεις, μια θλιβερή σταλινική κληρονομιά, που δεν φαίνεται να κατανοείται το νεκρό βάρος και ο κίνδυνός της. Απ’ το ΚΚΕ, αυτή η τακτική επανέρχεται επικίνδυνα αναβαθμισμένη – πρέπει πάση θυσία ν’ αποκρουστεί!

Δεν πρέπει να εξαπατούμε τις μάζες αλλά και τους εαυτούς μας. Είναι αυτή εικόνα «δευτερευουσών διαφορών»; Όχι. Είναι μια βαθιά κρίση, που πρέπει να αλλάξει με την επιβολή (πολιτικά) μιας άλλης πορείας, την αλλαγή των συσχετισμών, την ενίσχυση των επαναστατικών μαρξιστικών δυνάμεων.

  1. Από την άλλη μεριά, είναι αρκετά διαδεδομένη και η άποψη ότι ένα ευρύ Μέτωπο θα έχει αναπόφευκτα την τύχη του ΣΥΡΙΖΑ. Ποια διδάγματα απορρέουν από την αποτυχία του ΣΥΡΙΖΑ;

Η σημερινή εξαχρείωση του ΣΥΡΙΖΑ, όσο κι αν «σοκάρει» σε μέγεθος και ταχύτητα, δεν έπεσε απ’ τον ουρανό. Είναι λίγο πολύ αναπόφευκτη με τέτοια υλικά. Ανάλογες καταρρεύσεις σάρωσαν σχηματισμούς πολύ πιο συγκροτημένους και αξιόλογους στην Ευρώπη. Αυτό είναι και μια υπόμνηση για την εναπόθεση ελπίδων και στήριξης στους διάφορους Ποδέμος, Μελανσόν κ.λπ. Είναι άλλο αν τέτοιοι σχηματισμοί μπορούν πρόσκαιρα να εκφράσουν –κυρίως εκλογικά– την αναζήτηση των μαζών, ελλείψει άλλης εναλλακτικής απ’ την Επαναστατική Αριστερά, άλλο τα ανυπέρβλητα όρια τέτοιων «μετώπων».

Τα διδάγματα απ’ την προδοσία και αθλιότητα του ΣΥΡΙΖΑ δεν περιορίζονται στην αναγκαία έξοδο από Ευρώ/Ε.Ε. (που έχει πράγματι καταστεί ένα ταξικό όριο). Ή ακόμα στην ανάγκη κάποιων κρατικοποιήσεων, που θα αφήνουν ανέγγιχτο τον καπιταλιστικό κορμό της οικονομίας. Πάνε πολύ πιο βαθιά: Στην ανάλυση της κρίσης και της ουσίας των Μνημονίων ή και του ίδιου του νεοφιλελευθερισμού (δηλ. ότι δεν είναι μια επιλογή ή αντιδραστική δεξιά παραλλαγή, αλλά η ανάγκη τσακίσματος της εργατικής τάξης) – Στον αδύναμο «κεϋνσιανισμό», πριν την μνημονιακή ευθυγράμμισή του – Στις ανίερες συμμαχίες (κοινωνικές και πολιτικές) – Στην ιερή προσήλωση στους αστικούς θεσμούς και την καπιταλιστική οικονομία (με όση γαρνιτούρα «εκδημοκρατισμού» ή «ελέγχου» κι αν μπει) – Στην απουσία ισχυρών δεσμών και αναφορών με/στην εργατική τάξη κ.ά. – εντέλει στην ανάγκη της ανατροπής του καπιταλισμού και του αστικού κράτους.

Η κατάντια του ΣΥΡΙΖΑ δείχνει με πόση προσοχή πρέπει να κάνουμε μια συγκεκριμένη ανάλυση του ρεφορμισμού. Με αυστηρούς όρους, δύσκολα μπορούμε να μιλάμε για κλασικό ρεφορμισμό, ιδίως στις σχέσεις του με τις μάζες (οργανωτικά, προγραμματικά, ιδεολογικά, μέσα σε αγώνες κ.λπ.). Αυτό ήταν και ένα τεράστιο λάθος όσων δογματικά αρκούνται στον όρο «αριστερά», «μέτωπα» κ.λπ., πιστεύουν πως οι νέες άνοδοι της ταξικής πάλης περνάνε υποχρεωτικά μέσα από τους ρεφορμιστικούς μηχανισμούς, υπαρκτούς ή φανταστικούς! Τέλος, πόσο λάθος είναι ότι αρκεί μια «πίεση» στο εσωτερικό των ρεφορμιστών. Πρόκειται για μια συνολική κατάρρευση κάθε ρεφορμιστικού σχεδίου απέναντι στη σημερινή κρίση.

Πάρα πολλά από τα σημεία αυτά κατατρέχουν ως αδυναμίες και τη σημερινή συζήτηση περί «μετώπων». Θα ήταν τραγικό, μετά τον ΣΥΡΙΖΑ, να μην υπάρξει μια απομάκρυνση απ’ τις πολιτικές και αιτίες που οδήγησαν εκεί. Ωστόσο, ο κίνδυνος είναι υπαρκτός. Πρέπει να παλέψουμε ώστε το «κενό» να γεμίσει με νέες αγωνιστικές, πραγματικά επαναστατικές δυνάμεις.

  1. Πέρα από το μέτωπο, υπάρχει η δυνατότητα ενός εκλογικού συνασπισμού, με διατήρηση της αυτοτελούς έκφρασης των δυνάμεων που θα μετάσχουν σε αυτόν, στο κοινοβούλιο, κ.λπ., το οποίο δεν συζητείται συχνά. Θα βρούμε σχετικές εμπειρίες στο κομμουνιστικό κίνημα στον 20ό αιώνα…

Ποιες είναι οι προτεραιότητες μιας επαναστατικής πολιτικής σήμερα; Για πολλούς, μονόδρομος είναι η «ορατότητα» στο κοινοβούλιο. Πρόκειται για λάθος, αυταπάτη, εκλογικό/κοινοβουλευτικό κρετινισμό. Πρώτα και πάνω απ’ όλα πρέπει ν’ αντιμετωπιστεί η κρίση του εργατικού κινήματος: οργανωτικά, ιδεολογικά, ενότητα και αγώνες, δημιουργία αγωνιστικών εμπειριών για τα νέα κομμάτια της τάξης, ριζοσπαστικοποίηση και συγκρότηση μιας νέας πρωτοπορίας κ.λπ. Η αντιστροφή των προτεραιοτήτων οδηγεί σε τραγωδίες τύπου ΣΥΡΙΖΑ.

Καπιταλιστική κρίση, μνημόνια, πόλεμος, αντιδημοκρατική αναδίπλωση σε όλη την Ευρώπη κ.ο.κ. μετατοπίζουν το κέντρο βάρους σε πιο σκληρές μορφές πάλης. Δημοκρατικά δικαιώματα και ελευθερίες χτυπιούνται παντού. Εκλογικές διαδικασίες γίνονται υπό μαζικό αστικό/ιμπεριαλιστικό εκβιασμό και προπαγάνδα, ενώ όταν παράγουν (ολοένα πιο συχνά) αποτελέσματα αντίθετα με ότι σχεδιάζουν οι ελίτ, θεωρούνται «απειλή». Το δικαίωμα ψήφου έχει μπει –στρατηγικά– στο στόχαστρο της «κατάργησης», στην ουσία του (έστω σε αστικά πλαίσια), ανεξάρτητα απ’ την τυπική διατήρησή του. Η Γαλλία είναι για μήνες σε «έκτακτη ανάγκη», με σκληρούς αντεργατικούς νόμους να επιβάλλονται με διατάγματα. Σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες παγιώνεται η «αντιτρομοκρατική» παρουσία του στρατού στους δρόμους. Στην Ελλάδα, έχει επιστρατευτεί πλατιά η κατάργηση των τύπων και κάθε ουσίας του αστικού κοινοβουλευτισμού (μαζί με μια σκληρή καταστολή) για να θωρακιστεί το μνημονιακό καθεστώς. Αυτές οι «σύγχρονες χούντες» θα πέσουν με αγώνες, εξεγέρσεις, επαναστάσεις. Πλατιές μάζες έχουν αρχίσει να κατανοούν τα παραπάνω (χωρίς να σημαίνει και ότι είναι έτοιμες ανά πάσα στιγμή να συγκρουστούν/ανατρέψουν αυτή την κατάσταση). Αυτό επίσης τροφοδοτεί την άνοδο αντιδραστικών ρευμάτων/κομμάτων στην Ευρώπη, σε βάρος των αστικών πολιτικών δυνάμεων του «δημοκρατικού τόξου».

Σε τέτοιες συνθήκες, είναι ασυγχώρητο να τροφοδοτούμε τις κοινοβουλευτικές αυταπάτες. Το σύνθημα/στόχος πάλης της Κυβέρνησης των Εργαζομένων αυτό υπηρετεί, δηλ. το εργατικό κίνημα να δώσει τη δική του ανεξάρτητη, ταξική λύση, στηριγμένο στους αγώνες του, απέναντι στην αντιδραστική σήψη του συστήματος και των πολιτικών δυνάμεών του. Ένα σύνθημα που απουσιάζει σχεδόν απ’ όλη την Αριστερά (με υπεραριστερή ή δεξιά άρνησή του), σημάδι του ιδεολογικού–πολιτικού προβλήματος.

  1. Όσους ανήκουμε στο μαρξιστικό χώρο μας απασχολεί το ζήτημα της πρωτοπορίας, που θέτει επιτακτικά η ίδια τη ζωή. Στο ΕΑΜ είχε πρωταγωνιστικό ρόλο το ΚΚΕ, με τα θετικά και τα αρνητικά που συνεπαγόταν τότε αυτό, σήμερα όμως το κόμμα αυτό ακολουθεί ένα στείρο σεχταρισμό. Βέβαια, οι εποχές διαφέρουν, είναι όμως ορατός ο κίνδυνος, αν οι άλλες δυνάμεις δεν ανταποκριθούν και κυριαρχήσει ως κατεύθυνση το ΚΚΕ, να έχουμε μια επανάληψη του γερμανικού 1929-33 ή της ελληνικής εμπειρίας του 1936…

Δεν πρέπει να ταυτίζεται ο «αυθόρμητος αντικαπιταλισμός» των μαζών σε περιόδους δομικής κρίσης του συστήματος (στοιχείο λίγο πολύ αντικειμενικό) με τον ρόλο των ρεφορμιστικών πολιτικών/ηγεσιών. Να γίνεται επίκληση στις ηρωικές θυσίες των εργατικών και φτωχών λαϊκών μαζών ως άλλοθι οποιασδήποτε πολιτικής. Το στοιχείο που κυριαρχεί στο παράδειγμα του ΕΑΜ είναι η προδοσία από το ΚΚΕ/τον Σταλινισμό, από τις μεγαλύτερες ιστορικά. Είχε προηγηθεί η προδοσία από το ΚΚΕ της εξέγερσης του Μάη 1936 στη Θεσσαλονίκη, η οποία άνοιξε τον δρόμο στη δικτατορία Μεταξά και, δυστυχώς, επίσης αποσιωπάται αρκετά στην Αριστερά.

Ο κίνδυνος σήμερα για την εργατική τάξη είναι υπαρκτός, για υπεραντιδραστικές «λύσεις» από την πλευρά του κεφαλαίου και του ιμπεριαλισμού. Δεν είναι θέμα επανάληψης σημείο προς σημείο του Μεσοπολέμου και του κλασικού φασισμού ως μαζικό μικροαστικό κίνημα (έχουν αλλάξει οι ιστορικές και κοινωνικές αναλογίες). Ο κίνδυνος προέρχεται κυρίως από τους μηχανισμούς του αστικού κράτους, ιδιαίτερα στις ιμπεριαλιστικές χώρες. Άλλωστε, Μνημόνια, αντεργατικές επιθέσεις, νεοφιλελευθερισμός σε ακρότατα όρια, περίοδος αντίδρασης στην Ευρώπη (που βαθαίνει), εξάπλωση του πολέμου κ.λπ. είναι μια επιχείρηση συντριβής της εργατικής τάξης. Οι δημοκρατικές ελευθερίες δεν καταλύονται μόνο με την τυπική κήρυξη μιας δικτατορίας ή ενός φασιστικού καθεστώτος.

Ένας λόγος παραπάνω, για όσους κατανοούν τον κίνδυνο, να επιμείνουν στην οικοδόμηση μιας επαναστατικής πολιτικής/δυνάμης στην Ελλάδα και διεθνώς. Οποιαδήποτε «παράκαμψη» ή υπόσχεση για πιο «εύκολες» και «γρήγορες» διεξόδους, είναι καταδικασμένη σε αποτυχία, αν όχι εξαπάτηση των μαζών.

  1. Η πείρα των τελευταίων χρόνων, και του 20ού αιώνα γενικότερα, κάνει σαφείς τις τεράστιες δυσκολίες που θα συναντήσει ένα σύγχρονο επαναστατικό εγχείρημα. Το Μέτωπο και η πάλη των ιδεών για τη σοσιαλιστική προοπτική στην εποχή μας συνδέονται εμφανώς άρρηκτα…

Οι δυσκολίες είναι λίγο πολύ αυτονόητες σήμερα. Δεν είναι ιδιαίτερα γόνιμο να τις επαναλαμβάνουμε διαρκώς – φροντίζει γι’ αυτό, άλλωστε, το ίδιο το σύστημα! Σε κάθε περίπτωση, η πάλη για την Επανάσταση και τον Σοσιαλισμό σήμερα θα είναι εξαιρετικά σκληρή, σε παγκόσμια κλίμακα.

Μεγαλύτερη αξία έχει η ανάλυση των πραγματικών αγώνων και διεργασιών από την πλευρά του εργατικού κινήματος. Πολλές φορές αυτά εκδηλώνονται ως δυνατότητες ή μόνο μερικά ή «υπόγεια». Σπάνια εμφανίζονται ολοέτοιμα εξαρχής.

Πρέπει να αναλυθούν οι μεγάλοι αγώνες και εμπειρίες των τελευταίων 30 χρόνων διεθνώς, από τη Λ. Αμερική (κύμα αγώναν δεκαετιών 1990 και 2000, Μπολιβαριανή Επανάσταση κ.ά.) στις ίδιες τις ΗΠΑ τα τελευταία χρόνια, στην Ευρώπη, αλλά και στα νέα, μεγάλα κέντρα του παγκόσμιου προλεταριάτου, που έχουν αναδυθεί στην Ασία ή και σε χώρες της Αφρικής. Μια συστηματική, συλλογική μαρξιστική ανάλυση θα δείξει: α) Το πολύ μεγαλύτερο κοινωνικό βάρος του προλεταριάτου σήμερα (σε σύγκριση π.χ. με τα μαζικά μικροαστικά στρώματα άλλων περιόδων). Τη μεγάλη συμμετοχή της νεολαίας. Έναν έμπρακτο διεθνισμό (π.χ. αντιπαγκοσμιοποιητικό κίνημα). Ριζοσπαστικές μορφές δράσης – και άλλα θετικά στοιχεία. β) Το πολύ υψηλότερο μορφωτικό και τεχνικό επίπεδό του, τον πολύ πιο κομβικό ρόλο του στην οργάνωση/διεύθυνση της παραγωγής και συνολικά της οικονομίας. γ) Την αδυναμία των αστικών/ιμπεριαλιστικών επιτελείων να χαράξουν διέξοδο απ’ την κρίση, τις διαρκείς κρίσεις, σπασμούς και βαρβαρότητα όπου βυθίζεται ολοένα το σύστημα. δ) Την απουσία ισχυρών ρεφορμιστικών μηχανισμών–«φρένων», που να ελέγχουν την εργατική τάξη, όπως στο παρελθόν.

Αυτά τα στοιχεία (υπάρχουν πολλά ακόμα) δίνουν, έστω ένα μερικό μέτρο των εκρηκτικών καταστάσεων και συγκρούσεων που προετοιμάζονται, των επαναστατικών δυνατοτήτων της εργατικής τάξης. Στο υπόβαθρο κάθε κρίσης του συστήματος βρίσκεται ο αγώνας της εργατικής τάξης, που είναι εντέλει η βασική προϋπόθεση για οποιοδήποτε σχέδιο. Με ρεαλισμό επαναστατικό, πιστεύουμε ακράδαντα πως οι πρώτες δεκαετίες του 21ου αιώνα θα επιβεβαιώσουν την υπεροχή της εργατικής τάξης, του Μαρξισμού, του Σοσιαλισμού. Για να υπηρετήσει κανείς τη νίκη αυτής της υπόθεσης, είναι απαραίτητη η οικοδόμηση επαναστατικών μαρξιστικών δυνάμεων/κομμάτων.