Μια πρώτη κριτική στις «θέσεις» για το 20ο Συνέδριο του ΚΚΕ

«Θέσεις» του 20ου Συνεδρίου του ΚΚΕ

Μια πρώτη κριτική

Από την Εργατική Πάλη Ιανουαρίου

Ζούμε σε μια εποχή όπου «το παλιό πεθαίνει, χωρίς το νέο να έχει μπορέσει ακόμη να εμφανιστεί – είναι μια εποχή τεράτων». Οι πολιτικές τερατογεννέσεις εκδηλώνονται είτε με νέους σχηματισμούς είτε με μεταλλάξεις παλιών. Το ΚΚΕ ανήκει στη δεύτερη κατηγορία. Με την πολιτική στροφή του 19ου Συνεδρίου κατόρθωσε να φέρει σε ύψιστο παροξυσμό την εσωτερική αντίφαση ενός ρεφορμιστικού κόμματος: την επί της ουσίας υπεράσπιση του καπιταλιστικού συστήματος με την επιφανειακή υπεράσπιση των εργατικών συμφερόντων. Εγκατέλειψε την «επανάσταση κατά στάδια» (μια ελεεινή παραλλαγή της κλασικής ρεφορμιστικής «στρατηγικής» της σταδιακής μετάβασης στον σοσιαλισμό με ειρηνικά μέσα), «υιοθέτησε» την σοσιαλιστική επανάσταση, μόνο και μόνο για να γίνει το πιο απόλυτο, πούρο, καθαρόαιμο ρεφορμιστικό κόμμα, δηλαδή η απόλυτη άρνηση της σοσιαλιστικής επανάστασης. Έτσι κατάφερε να φέρει και τη λογική στα όριά της, στο ακραίο εκείνο σημείο που γίνεται παραλογισμός.

Την ίδια στιγμή που το ΚΚΕ ορκίζεται απόλυτη πίστη στη σοσιαλιστική επανάσταση και μας καλεί όλους να προσκυνήσουμε μπροστά στους αρχιερείς της, την ηγεσία του, είναι το μόνο κόμμα που:

α) Πιστεύει στην απόλυτη παντοδυναμία και αιώνια φύση του καπιταλιστικού συστήματος, σε τέτοιο βαθμό που ούτε οι πιο ακραίοι νεοφιλελεύθεροι έχουν τολμήσει ακόμη και να σκεφτούν. Αυτό μπορεί να φαίνεται υπερβολή, ίσως και συκοφαντία προς το ΚΚΕ, αλλά, αλίμονο, είναι η ωμή αλήθεια. Τι άλλο μπορεί να εννοεί το ΚΚΕ όταν υποστηρίζει ότι ο καπιταλισμός δεν έχει εσωτερικές αντιφάσεις, δεν γνωρίζει οικονομικές κρίσεις, αδιέξοδα, κοινωνικές κρίσεις, πολιτικές κρίσεις, ιδεολογικές κρίσεις κ.ά.; Για το ΚΚΕ, το μόνο που γνωρίζει ο καπιταλισμός είναι διακυμάνσεις – κι αυτές προσωρινές. Έχει βέβαια και ένα κουσούρι: την καπιταλιστική εκμετάλλευση, αλλά κι αυτό είναι τόσο απροσδιόριστο και ασαφές που κανείς δεν ξέρει τι πρέπει να κάνει με αυτό.

β) Έχει «καταργήσει» την εργατική τάξη. Για ακόμη μια φορά αυτό μπορεί να φαίνεται παράλογο ή συκοφαντικό, αλλά είναι η ωμή αλήθεια. Πώς αλλιώς να εξηγηθεί ότι η κατάσταση της παγκόσμιας εργατικής τάξης (η συνείδησή της, οι αντιφάσεις της, οι αγώνες της κ.ο.κ.) απουσιάζουν από τα δύο πρώτα κεφάλαια των Θέσεων του 20ου Συνεδρίου, που αναφέρονται στην παγκόσμια κατάσταση; Πώς αλλιώς να εξηγηθεί η απουσία της ελληνικής εργατικής τάξης (οι αγωνίες, οι προσδοκίες της, οι απογοητεύσεις της, η οργή της, η δυσαρέσκειά της, τα μαθήματα που αντλεί, οι δυσκολίες που έχει μπροστά της κ.ά.) από το 3ο και 4ο κεφάλαιο των «Θέσεων» (αναφέρονται στον ελληνικό καπιταλισμό και την οικοδόμηση του ΚΚΕ);

γ) Έχει «καταργήσει» και την ταξική πάλη. Πράγματι, για το ΚΚΕ δεν υπάρχει ταξική πάλη, εργατικοί αγώνες, εργατικές οργανώσεις κ.ά., παρά μόνον οι δικές του κομματικές παρελάσεις, κινητοποιήσεις κ.ο.κ., ενώ η ίδια η ταξική πάλη δεν είναι τίποτε άλλο από μια ιδεολογικο–πολιτική και οργανωτική διαμάχη μεταξύ αστικών/οπορτουνιστικών παρατάξεων και του ΚΚΕ. Προσοχή: όταν λέει «πολιτική διαμάχη», μην σκεφτείτε καμία αντιπαράθεση στην πράξη – το ΚΚΕ εννοεί φιλολογικές αντιπαραθέσεις επί πολιτικών θεμάτων. Έτσι, δεν προξενεί απορία ότι η ταξική πάλη πέφτει όταν οι ψήφοι στο ΚΚΕ πέφτουν και ανεβαίνει όταν οι ψήφοι αυξάνονται.

Όσοι δεν καταλάβουν αυτή την αντίφαση (σε βαθμό παροξυσμού), του ΚΚΕ, είναι καταδικασμένοι να ξεπέσουν είτε σ’ εκείνα τα σταλινικά απολιθώματα που ελεεινολογούν τη μοίρα τους και μέμφονται το ΚΚΕ για «τροτσκιστικές παρεκκλίσεις» (επειδή υιοθέτησε τη σοσιαλιστική επανάσταση και εγκατέλειψε την προσφιλή τους, εγκληματική για το εργατικό κίνημα, πολιτική των «σταδίων», του «αντιμπεριαλιστικού/αντιμονωπολιακού σταδίου» και της αντίστοιχης «αντιμπεριαλιστικής/αντιμονοπωλιακής συμμαχίας»), είτε σ’ εκείνα τα θύματα της κρυφής γοητείας του ΚΚΕ, που θεωρούν ότι για τον ίδιο λόγο μεταμορφώθηκε σε επαναστατικό (αν και με… λάθος τακτικές).

Παραπέρα, είναι δύσκολο να αναλυθούν οι συγκεκριμένες «Θέσεις» – για την ακρίβεια, πρόκειται μάλλον για μια συλλογή (έκδηλα ράθυμη), καταγραφή, ταξινόμηση πληροφοριών για τις διεθνείς οικονομικές ανακατατάξεις, τις διακυμάνσεις της διεθνούς και ευρωπαϊκής παραγωγής, την εξέλιξη των κοινωνικών ανισοτήτων κ.ά., που καρφιτσώνονται πάνω στο τυπογραφικό χαρτί των «Θέσεων». Ακόμη και η αποτύπωση της πτώσης του βιοτικού επιπέδου της ελληνικής εργατικής τάξης, της κατακόρυφης αύξησης της ανεργίας κ.ο.κ., δεν έχει κανένα νόημα. Θα μπορούσαν να ίσχυαν και τα ακριβώς αντίθετα – και για το ΚΚΕ δεν θα είχε καμία απολύτως σημασία.

Για το ΚΚΕ, δεν υπάρχει οικονομική κρίση, και πολύ περισσότερο δεν υπάρχει κοινωνική κρίση. Η φτώχεια, η ανεργία, οι ακραίες ανισότητες, η αντικειμενική προλεταριοποίηση ή καταστροφή μικροαστικών στρωμάτων, η κατάρρευση της εργατικής αριστοκρατίας, η τεράστια ταξική πόλωση σε διεθνές και ελληνικό επίπεδο δεν γεννούν οργή, αγανάκτηση, αγώνες, δεν καταστρέφουν αυταπάτες των μαζών, δεν οδηγούν σε κρίση τις αστικές ιδέες, δεν αποδεσμεύουν τις μάζες από τα αστικά κόμματα, δεν φθείρουν και δεν διαλύουν τον δικομματισμό και τα αστικά κόμματα (δεξιά και σοσιαλδημοκρατικά), δεν ξεφτίζουν τις κοινωνικές συμμαχίες της αστικής τάξης, δεν δημιουργούν μια αφόρητη κατάσταση στις μάζες, μια αγωνιώδη αναζήτηση διεξόδου από το αδιέξοδο όπου έχουν περιέλθει, δεν κλονίζουν την αστική τάξη, την αστική εξουσία και τους θεσμούς της, δεν συσσωρεύουν τεράστιες εκρηκτικές ύλες στα θεμέλια του καπιταλιστικού συστήματος, δεν παρακινούν τις μάζες στον αγώνα, ενώ οι ίδιοι οι αγώνες δεν φέρνουν τη νίκη, δεν συσσωρεύουν εμπειρίες (έστω με τίμημα επιμέρους ήττες), δεν ανοίγει ο δρόμος προς την επανάσταση κ.ο.κ.

«Όχι, όχι!» βροντοφωνάζει το ΚΚΕ. «Τίποτα απ’ αυτά δεν ισχύει!». Δεν υπάρχει οικονομική, κοινωνική, πολιτική κρίση. Ό,τι βλέπετε σαν πολιτική κρίση δεν είναι παρά μόνο η καλοσχεδιασμένη και δόλια πολιτική προσαρμογή της αστικής τάξης, που αλλάζει κόμματα μόνο και μόνο για να εξασφαλίσει καλύτερα την πολιτική της.

Ε, από ’κει δεν θέλει και πολύ για να καταλήξει το ΚΚΕ στην πρότασή του: «ψηφίστε, στηρίξτε ΚΚΕ και η επανάσταση θα έρθει».

Αυτό ο παραλογισμός είναι το τίμημα που πληρώνει ένας ρεφορμιστής όταν καμώνεται πως υιοθετεί τη σοσιαλιστική επανάσταση, χωρίς ένα πραγματικό Μεταβατικό Πρόγραμμα.